Εισαγωγική Ομιλία Αντιδημάρχου Αλέξη Μιχαηλίδη στην συναυλία Κορκολή-Φραγκούλη στο Υδραγωγείο των Καμάρων στις 25/07/07. Πρώτη στην σειρά εκδηλώσεων του Δήμου με τον γενικό τίτλο ΛΑΡΝΑΚΑ: 4000 ΧΡΟΝΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ
....Κυρίες και Κύριοι,
Σας καλωσορίζω σ΄ αυτή την ωραία συναυλία, που σκοπό έχει να πρωτοτυπήσει για να υπογραμμίσει έτσι το μεγάλο γεγονός της συμπλήρωσης 4000 ετών ζωής της πόλης μας. Η επιλογή του χώρου αυτού έγινε γιατί το υδραγωγείο Λάρνακας δίκαια θεωρείται σήμερα ο ζωοδότης της μακρόχρονης μας ιστορίας.
Το σημαντικότερο λοιπόν γεγονός στην ιστορία της Λάρνακας είναι η πρόσφατη συμπλήρωση τεσσάρων χιλιάδων ετών συνεχούς ζωής εντός των σημερινών δημοτικών ορίων της πόλης. Τάφοι στην περιοχή Αγίου Προδρόμου, Καθαρής, Παμπούλας και Βυζατζιάς (Χαλά Σουλτάν Τεκέ), που ανασκάφηκαν κατά καιρούς, χρονολογήθηκαν στις αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ. Σήμερα, στις αρχές της 3ης Χιλιετίας μ.Χ. μπορούμε μετά βεβαιότητας να συμπεράνουμε ότι η κατοίκηση στους χώρους της σημερινής πόλης συμπληρώνει 4000 χρόνια ζωής.
Στις αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ. η Κύπρος είχε ανάγκη από λιμάνια για να ικανοποιήσει τις αυξανόμενες ναυτικές ανάγκες, τις εμπορικές ανταλλαγές του τότε γνωστού κόσμου και ιδιαίτερα την ολοένα διογκούμενη εξαγωγή χαλκού από την Κύπρο προς όλους τους τότε γνωστούς πολιτισμούς. Η Λάρνακα, βρισκόμενη σε γεωγραφικά εξαιρετική θέση για ευκολότερες επαφές με την Συροπαλαιστινιακή ακτή, την Φοινίκη, το Αιγαίο αλλά και την Αίγυπτο, και ευλογημένη από την φύση με ευνοϊκούς ανέμους, φυσικά λιμάνια και μεγάλους απάνεμους ξέβαθους κολπίσκους γεννήθηκε πριν 4000 χρόνια γιατί μπορούσε να ανταποκριθεί στα δεδομένα της τότε εποχής σαν μια πόλη λιμάνι.
Ήταν σχεδόν ταυτόχρονα, που άρχισαν να αναπτύσσονται σταδιακά εντός των σημερινών δημοτικών ορίων δύο μεγάλοι οικισμοί ή «προϊστορικές πόλεις». Η μια στην Βυζατζιά κοντά στο σημερινό Χαλά Σουλτάν Τεκέ νοτίως της κεντρικής αλυκής, που ήταν τότε ανοικτή προς την θάλασσα και λειτουργούσε σαν λιμάνι, και η δεύτερη βορείως της αλυκής στην πλευρά της σημερινής εκκλησίας της Φανερωμένης, όπου και αργότερα η Πύλη των τειχών του αρχαίου Κιτίου, και που εκτεινόταν μέχρι και τους λόφους όπου σήμερα είναι η εκκλησία της Χρυσοπολίτισσας. Αυτή η δεύτερη, γνωστή σαν Κιτιον, ανοικοδομείται ξανά και ξανά δια μέσου των αιώνων στο ίδιο γεωγραφικό σημείο για 4000 συνεχή έτη. Η πρώτη στο Τεκέ εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους της γύρω στο 1075 π.Χ. μετά από μια μεγάλη φυσική καταστροφή αλλά και λόγω των προσχώσεων της θάλασσας που έκλεισαν οριστικά το φυσικό λιμάνι και την μεταμόρφωσαν πια σε λίμνη, την αλυκή, όπως την ξέρουμε σήμερα. Οι κάτοικοι μετακόμισαν στο Κίτιο και από τότε έγινε μια σημαντική πόλη – λιμάνι στην Ανατολική Μεσόγειο.
Λιμάνια στο Κίτιο, μετά το κλείσιμο του μεγάλου φυσικού λιμένα της κεντρικής αλυκής, λειτούργησαν στην τοποθεσία «Αρχαίο Κίτιο», όπου θα γίνει η δεύτερη μας συναυλία στα πλαίσια των εορτασμών ΛΑΡΝΑΚΑ: 4000 ΧΡΟΝΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ στις 30/07, μεθαύριο Παρασκευή. Αυτό το καλά οργανωμένο λιμάνι του Κιτίου ήταν ακριβώς δίπλα στο λατρευτικό χώρο και διατηρήθηκε για 1000 περίπου χρόνια. Ακολούθως προσχώνεται και ένα νέο δημιουργείται στις παρυφές του λόφου της Παμπούλας, όπου οι κάτοικοι το προστατεύουν εντός των Κυκλώπειων τειχών. Λειτούργησε για άλλα περίπου 1000 χρόνια. Είναι αυτό που ανακάλυψε η αρχαιολόγος Μαργκαρίτ Γιόν το 1989. Κατά την εποχή του Βυζαντίου το λιμάνι μεταφέρεται κοντά στο σημερινό Κάστρο της πόλης, όπου κατά τα τελευταία χρόνια των Λουζινιάν, τα χρόνια των Ενετών και Οθωμανών γίνεται και πάλι το σημαντικότερο λιμάνι της Κύπρου από πλευράς εμπορικής κίνησης. Στο ίδιο σημείο παράμεινε το αγκυροβόλιο - λιμάνι μέχρι το 1973, οπου κατασκευάστηκε το σύγχρονο λιμάνι της πόλης.
Οι προϊστορικές πόλεις γύρω από τον τότε φυσικό λιμένα της κεντρικής αλυκής κατά την διάρκεια της 2ης χιλιετίας π.Χ., πιστεύεται σήμερα από πολλούς μελετητές και αρχαιολόγους ότι ήταν πιθανότατα η προϊστορική πρωτεύουσα της Κύπρου «Αλάσια», η πόλη του Άλατος?, που αναφέρουν οι Αιγυπτιακές πηγές και τα γραπτά των Χετταίων της Βόρειας Μικράς Ασίας. Η ονομασία Κίτιον επικρατεί την εποχή που συντελείται επίσης η πλήρης επικράτηση των Ελλήνων και της κουλτούρας τους στην Κύπρο. Οι πρώτες γραπτές μαρτυρίες, που υπάρχουν για το ‘Κίτιο’ είναι του 12ου π.Χ. αιώνα από επιγραφές στον Ναό Μετινέτ Χαμπού στην Αίγυπτο στην εποχή του Φαραώ Ραμσή Β΄, και συνεχίζει μέχρι και την Φραγκοκρατία, όπου αρχίζει να εμφανίζεται η ονομασία Λάρνακα. Η πρώτη γραπτή αναφορά στα Ελληνικά «...στον Λάρνακαν» προέρχεται από τον Κύπριο Χρονογράφο Γεώργιο Βουστρώνιο που έγραψε τον15ο αιώνα μ.Χ. «Ο Λάρνακας» είναι μέχρι σήμερα η περιοχή της πόλης βορείως της σημερινής Λεωφ. Γρηγόρη Αυξεντίου και σημαίνει το βαθούλωμα. Είναι η μόνη περιοχή της πόλης που δεν φαίνεται από την θάλασσα και εκεί ζήτησαν προστασία οι κάτοικοι κατά τις Αραβικές επιδρομές (649-968 μ.Χ.). Κατά την Φραγκοκρατία και Ενετοκρατία (1200-1571μ.Χ) η πόλη ονομάζεται και Σαλίνες η Αλυκές, λόγω βέβαια της μεγάλης οικονομικής σημασίας που είχε η εκμετάλλευση και η εξαγωγή του άλατος. Την ονομασία Τούζλα (Αλυκές) υιοθέτησαν και οι Οθωμανοί στην Τουρκική γλώσσα. Η μεγάλη ανάπτυξη του λιμανιού Λάρνακας κατά την Τουρκοκρατία και το γεγονός ότι ήταν το επίνειο της Πρωτεύουσας (Χώρας), καθόρισε την ονομασία Σκάλα, που σημαίνει λιμάνι – επίνειο, όνομα που διατηρεί μέχρι σήμερα για την περιοχή της κοντά στη θάλασσα, νοτίως της Λεωφ. Γρηγόρη Αυξεντίου.
Αν λοιπόν, υπάρχει κάποιος ζωοδότης από τον οποίο η πόλη μας αντλούσε την τόσο μεγάλη μακροζωία της, αυτός δεν είναι άλλος από τα οργανωμένα και πανάρχαια της υδραγωγεία. Βρισκόμαστε λοιπόν στις μεγάλες καμάρες του υδραγωγείου που έχει κτίσει ή ανακαινίσει ριζικά μεταξύ 1746-1748 ένας από τους λίγους φωτισμένους πασάδες της Λάρνακας επί Τουρκοκρατίας, ο Αμπού Μπεκίρ πασάς. Ο Ελχάζ Απού Βεκίρ Πασιά Ιμπραχήμ διορίσθηκε πρώτα διοικητής Λάρνακας και μετά ένα χρόνο γενικός διοικητής Κύπρου. Σαν διοικητής Λάρνακας, με αποκλειστικά δικά του λεφτά και όχι με τα λεφτά του Τουρκικού Κράτους χρηματοδότησε το μοναδικό έργο κοινής ωφελείας που έγινε στην Λάρνακα κατά τα 300 χρόνια της Τουρκοκρατίας στην Κύπρο. Η Λάρνακα ήταν τότε η μεγαλύτερη πόλη της Κύπρου από πλευράς πληθυσμού, το σημαντικότερο λιμάνι και το οικονομικό και εμπορικό κέντρο του νησιού. Σπάνιος προοδευτικός μέσα στην καταχνιά των Οθωμανικών χρόνων, ο Αμπού Ιμπραχίμ Μπεκίρ Πασάς, αναγνώρισε ότι η πρόοδος της Κύπρου και η αύξηση των εσόδων του κράτους θα ευνοούνταν αν η Λάρνακα εκσυγχρονιζόταν. Ως κυριότερη έλλειψη, ο Πασάς εντόπισε την απουσία καλής ποιότητας και ικανοποιητικής ποσότητας νερού, πράγμα που δυσχέραινε την ομαλή λειτουργία του σημαντικότερου λιμένα της Κύπρου, αφού τα καράβια προμηθεύονταν νερό από παρακείμενους ακατάλληλους λάκκους. Η δωρεά του υδραγωγείου αυτού στην Λάρνακα δεν αποκλείεται να ήταν μια από τις συκοφαντίες που ανάγκασαν τον Σουλτάνο να τον απολύσει από την θέση του Κυβερνήτη της Κύπρου το 1748 πριν ακόμη λειτουργήσει το υδραγωγείο και πριν ο ίδιος συμπληρώσει 2 χρόνια παραμονής στην Κύπρο.
Σήμερα επικρατεί η πεποίθηση, η οποία αρχίζει να αποδεικνύεται πλέον και επιστημονικά, ότι το υδραγωγείου του Μπεκίρ Πασά δεν ήταν παρά μια μεγάλη και εκ βάθρων ανακαίνιση ενός από τα πανάρχαια υδραγωγεία της πόλης. Η ύπαρξη μεγάλων δικτύων διανομής νερού μέσα στους αρχαιολογικούς χώρους αλλά και σ΄ όλη την έκταση της αρχαίας πόλης του Κιτίου εξετάσθηκαν και χρονολογήθηκαν αξιόπιστα από τον Αρχαιολόγο Κυριάκο Νικολάου ότι ανήκουν στην Ελληνιστική και Ρωμαϊκή Εποχή. Η διασύνδεση των δικτύων διανομής και των υδραγωγείων αυτών με την εξουσία της πόλης αποδεικνύεται από επιτύμβια στήλη του 4ου αιώνα π.Χ. Ο νεκρός του εν λόγο τάφου περιγράφεται σαν αξιωματούχος ή υπουργός του βασιλιά υπεύθυνος για την παροχή νερού στην πόλη. Η ίδια επιτύμβια στήλη καταγράφει ότι και οι πρόγονοι του νεκρού κατείχαν το ίδιο αξίωμα επί έξη συνεχείς γενεές προηγουμένως.
Η τεχνολογία με την οποία κτίσθηκε το υδραγωγείο του Μπεκίρ Πασά, δηλαδή υπόγεια λαγούμια που φέρνουν νερό από κάποιο πλούσιο υδροφόρο υπόστρωμα προς κάποια πόλη, είναι ανακάλυψη των Περσών από το 1000 π.Χ. Η τεχνολογία αυτή διαδόθηκε στην αχανή αυτοκρατορία τους της οποίας μέρος ήταν και η Κύπρος, πρωτεύουσα τους και σημαντικότερος τους πολεμικός ναύσταθμος το Κίτιον, από το 546-335 π.Χ. Πρώτη γραπτή αναφορά για την ύπαρξη υδραγωγείου στην Λάρνακα έχουμε από τις Απόκρυφες Πράξεις του Αποστόλου Βαρνάβα, που περιγράφει το πέρασμα των Αποστόλων από Κίτιο το 49 μ.Χ. Λέει λοιπόν ότι οι συνοδεία τους στην διαδρομή από την Πάφο στην Σαλαμίνα σταμάτησαν στο Κίτιο, όπου γινόταν πολύς θόρυβος, ο οποίος όπως έμαθαν προερχόταν από τον ιππόδρομο. Κανείς δεν τους υποδέχθηκε παρόλο που δροσίστηκαν κοντά στο υδραγωγείο της πόλης για περισσότερο από μία ώρα. Ακολούθως επιβιβάσθηκαν σε πλοίο από το λιμάνι του Κιτίου και φθάσανε στην Σαλαμίνα. Ο χώρος του υδραγωγείου που ανένηψαν οι Απόστολοι δεν αποκλείεται να ήταν κάπου εδώ αφού και οι καμάρες αυτές είναι σύμφωνα με την αρχιτεκτονική των Ρωμαϊκών υδραγωγείων της εποχής του Αποστόλου Βαρνάβα. Την χρονολόγηση των αψίδων αυτών ανάλαβε πρόσφατα το Τμήμα Αρχαιοτήτων, που θα γίνει σύντομα με δοκιμαστική αρχαιολογική εσκαφή στα θεμέλια. Από πλευράς του ο Δήμος Λάρνακας στα πλαίσια της συνεργασίας του με το Πανεπιστήμιο της Πάδοβα έχει προσκαλέσει επίσημα ειδικό καθηγητή στην ιστορία της αρχιτεκτονικής για να διαπιστώσει αν στις αψίδες υπάρχει Ενετική η άλλη Φραγκική επέμβαση, αφού έχουμε μαρτυρίες επί τούτου.
Τώρα να σας ευχηθούμε καλή ακρόαση, ανανεώνοντας βέβαια το ραντεβού μας την Παρασκευη 27/07/07 την ίδια ώρα στον ιερό χώρο των ναών του Κιτίου για ακόμη μια σύντομη αναφορά στην Λάρνακα των 4000 χιλιάδων ετών.
Friday, April 10, 2009
ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟ ΤΗΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΡΙΑΣ ΣΟΦΗ ΓΚΑΜΠΟΝ
Το μαντεμένο και σεμνό κομψοτέχνημα - μνημείο της αδελφής Σόφη Γκαμπόν που κοσμεί το πλακόστρωτο έξω από το Μοναστήρι των Καλογραιών του Αγίου Ιωσήφ στην Λάρνακα είναι σήμερα το μοναδικό μνημείο αφιερωμένο σε νοσηλευτή όχι μόνο στην Κύπρο αλλά και σ΄ ολόκληρο τον Ελληνικό χώρο.
Η σπάνια αυτή τιμή που αποδόθηκε στην αδελφή – καλογριά και νοσοκόμα Σόφη Γκαμπόν από τους Λαρνακείς του τέλους του 19ου αιώνα, αποτελεί μια λαμπρή και ξεχωριστή διάκριση. Η σπάνια αυτή εκδήλωση αγάπης και αναγνώρισης είναι απόλυτα δικαιολογημένη γιατί ο βίος και η πολιτεία της Σόφη Γκαμπόν σαν νοσηλεύτριας επί 24 ώρου βάσεως για 23 ολόκληρα χρόνια, μεταξύ 1871 και 1894, αποτελεί φωτεινό παράδειγμα μίμησης για όλους όσους έχουν επιλέξει να υπηρετήσουν τον πάσχοντα συνάνθρωπο. Πηγή δύναμης και πίστης για όλους τούς σημερινούς νοσηλευτές μας.
Με κίνδυνο της ίδιας της, της ζωής η ακούραστη αδελφή με άρτιες για την εποχή νοσοκομειακές γνώσεις ονομαζόταν από τους ντόπιους κολακευτικά η Αγία της αγνότητας και της φανατικής αφοσίωσης στον πάσχοντα συνάνθρωπο. Η «αγία και αγαθή» νοσηλεύτρια της Λάρνακας περιέθαλπε η ίδια πέρα από 30 ασθενείς την ημέρα, αφού την εποχή που υπηρέτησε δεν υπήρχε μόνιμός γιατρός στο Νοσοκομείο των Καλογραιών, αφού ήδη από το 1864 αποβίωσε ο Γάλλος γιατρός του Νοσοκομείου Ιωσήφ Ειρηναίος Φοπλάντ που υπηρέτησε και αυτός την Λάρνακα για 25 συνεχή χρόνια από το 1839 μέχρι το 1864.
Ο ηρωισμός η αφοσίωση και γενικά η συνολική προσφορά της Νοσηλεύτριας Σόφη Γκαμπόν μπορεί να εκτιμηθεί ικανοποιητικά μόνο αν αναλογισθούμε τις υγειονομικές και νοσηλευτικές συνθήκες της εποχής τις οποίες περιγράφει ο Νεοκλής Κυριαζής στην έκδοση του με τίτλο «Η Κοινωνική Δράσις της Πόλεως Σκάλα – Λάρνακα», που εκτυπώθηκε στη Λάρνακα το 1947. Στο κεφάλαιο «Πανώλης και Χολέρα» στις σελίδες 18 μέχρι 25 οι περιγραφές και οι πληροφορίες για τον τύφο, τις δυσεντερίες , την οφθαλμία, τον ελώδη πυρετό και γενικά όλες τις παθήσεις είναι αρκετά ενδιαφέρουσες. Οι απώλειες σε ζωές ήταν μεγάλες και στην Λάρνακα αλλά και στην Κύπρο ολόκληρη. Το 1835 η Οθωμανική Κυβέρνηση και η πρωτοβουλία του Γάλλου προξένου καθιστούν την λειτουργία λοιμοκαθαρτηρίου δυνατή στην Λάρνακα με τον γιατρό Παύλο Βαλσαμάκη να αναλαμβάνει καθήκοντα. Την έλλειψη όμως νοσοκομείου στην Κύπρο εντόπισαν οι Γάλλοι πρόξενοι, που για να μεγαλώσουν την επιρροή τους στην Κύπρο αποφασίζουν την ίδρυση σχολείου και νοσοκομείου. Για τον σκοπό αυτό απέστειλαν το 1844 τις πρώτες 4 μοναχές στην Λάρνακα.
Το πρώτο Γαλλικό Νοσοκομείο και Σχολείο λειτούργησε στην Λάρνακα στο σπίτι των Γάλλων ευπατριδών Μπρουόλι εμπόρων με έδρα την Λάρνακα. Η οικία αυτή βρίσκεται επί της οδού Χρυσοπολιτίσσης. Είναι η διατηρητέα και ιστορική οικία του Ιερονύμου Βαρλάμ. Το 1846 τέθηκε ο θεμέλιος λίθος για το μοναστήρι των Καλογραιών του Τάγματος του Αγίου Ιωσήφ με πρόνοια να λειτουργήσει σαν σχολείο και νοσοκομείο.
Από το 1845 μέχρι το 1864 παρείχετο στο Γαλλικό Νοσοκομείο των Καλογραιών δωρεάν ιατρική εξέταση και δωρεάν φάρμακα από τον ιατρό Φοπλάντ. Μετά τον θάνατο του Φοπλάντ οι εξετάσεις εγίνοντο από τις αδελφές που είχαν νοσοκομειακές γνώσεις. Το Γαλλικό νοσοκομείο λειτούργησε στην Λάρνακα μέχρι το 1922. Σ αυτό έδωσαν υπηρεσίες και αφιέρωσαν τον εαυτό τους στους πάσχοντες Κυπρίους πολλές Γαλλίδες μοναχές. Προεξάρχουσα όμως μορφή υπήρξε αναμφισβήτητα η αδελφή Σόφη Γκαμπόν η οποία υπολογίσθηκε από τον Νεοκλή Κυριαζή ότι νοσήλευσε περί των 200.000 ασθενών από το 1871 μέχρι το 1894. Ο αριθμός αυτός αγγίζει τα όρια του συνολικού πληθυσμού της Κύπρου αυτή την εποχή και δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι αυτό που μπορούσε η αδελφή Σόφη να προσφέρει προς τους ασθενείς της, αναλογιζόμενοι και τα πενιχρά μέσα και οικονομικές δυνατότητες που είχε τότε στην διάθεση της δεν ήταν παρά μόνο λίγο νερό και ο ίδιος της ο εαυτός. Αυτό ακριβώς ήταν που καθόρισε και τον ωραίο συμβολισμό της παράστασης του σιδερένιου μνημείου της Σόφη Γκαμπόν. Μια βρύση και ένας πελεκάνος αφού το πουλί αυτό όταν δεν βρίσκει τροφή για να ταΐσει τα νεογνά του, τους δίνει να πίνουν από το αίμα του με κίνδυνο να χάσει ο το ίδιο την ζωή του.
Η καθόλα εξουθενωτική για την ίδια προσφορά επί καθημερινής βάσης γινόταν από την Σόφη Γκαμπόν με ιδιαίτερη φροντίδα για τον κάθε ασθενή χωρίς διάκριση φύλου. Στο πρόσωπο κάθε αρρώστου έβλεπε τον ίδιο τον Χριστό και μεριμνούσε με πάθος για να του απαλύνει τον πόνο ή να τον αναπαύσει με κάθε δυνατό τρόπο με τις νοσηλευτικές η τις πνευματικές της γνώσεις και πίστη. Αγαπήθηκε και εκτιμήθηκε το ίδιο δυνατά και από του Ορθόδοξους και από τους Μουσουλμάνους του νησιού παρόλο που η ίδια ήταν Καθολική καλογριά. Στην Λάρνακα ετύγχανε ιδιαίτερου σεβασμού γι αυτό σε μια εποχή που δεν ήταν σύνηθες να τοποθετούνται μνημεία, οι αρχές της πόλης αποφάσισαν να την τιμήσουν ανταποδίδοντας στο ελάχιστο την ανεκτίμητη της προσφορά προς την πόλη αλλά και την ανθρωπότητα.
Το μνημείο της τοποθετήθηκε το 1895 στην πιο κεντρική πλατεία της Λάρνακας, στις Λουλουδιές, που σήμερα είναι γνωστή σαν η πλατεία του Παλλάς. Εκεί ήταν και μια από τις κρήνες του υδραγωγείου του Πεκίρ Πασά και έτσι ήταν δυνατή και η λειτουργία της βρύσης του μνημείου επί 24 ώρου βάσεως. Τα εγκαίνια έγιναν από τον τότε δήμαρχο Νικόλαο Ρώσσο και το κόστος το ανάλαβαν η Ρωμαιοκαθολική αποστολή οι αρχές της πόλης και η Αγγλική αποικιοκρατική Κυβέρνηση. Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε τον καλλιτέχνη που έκανε το έργο αλλά είναι βέβαιο ότι το μνημείο παραγγέλθηκε στο εξωτερικό και πιθανότατα ανήκει σε Γάλλο γλύπτη. Η καλλιτεχνική σύνθεση παρουσιάζει ένα πελεκάνο πάνω από το στόμιο βρύσης, στην μέση τεσσάρων κιόνων που στηρίζουν ημισφαιρικό καλλιτεχνημένο στέγαστρο. Η βρύση και ο πελεκάνος βρίσκονται μέσα σε κολυμβήθρα που στηρίζεται σε πόδι και η οποία συγκρατεί μικρή ποσότητα νερού όπου ο περαστικός μπορεί να ξεπλυθεί, δίνοντας έτσι ακόμη ένα συμβολισμό στο μνημείο.
Όταν την δεκαετία του 1930 οι κρήνες του υδραγωγείου της πόλης κατεδαφίσθηκαν για να γίνει δυνατή η πιο εύκολη μετακίνηση των τροχοφόρων που όλο και αυξάνονταν στην πόλη, μετακινήθηκε και το μνημείο της Σοφή Γκαμπόν έξω από το Μοναστήρι των Καλογριών όπου τοποθετήθηκε και λειτούργησε ξανά στο κέντρο της πλατείας όπου η Μονή διατηρούσε μέχρι τα πρώτα χρόνια του 1960 μικρό κήπο. Με την διαμόρφωση της πλατείας για να φιλοξενήσει το άγαλμα του Παρίδη το μνημείο μετακινήθηκε ξανά κοντά στο μοναστήρι έξω από τον ναό. Το 2003 ο Δήμος Λάρνακας αναμόρφωσε την Πλατεία και έδωσε στο μνημείο την σημερινή κεντρική του θέση στην Πλατεία, που είναι στο επίκεντρο της προσοχής του περαστικού και έτσι είναι αντάξια της μεγάλης προσφοράς της Αδελφής Σόφη Γκαμπόν της μοναδικής αδελφής νοσοκόμας που τιμήθηκε ποτέ στον ελληνικό χώρο.
Η επιλογή των Νοσηλευτών Χειρουργείου της Κύπρου να τιμήσουν την Σόφη Γκαμπόν στο χώρο του μνημείου της κατά την Ευρωπαϊκή μέρα «Περιεγχειρητικού
Νοσηλευτή» στις 15 Φεβρουαρίου τιμά πάνω απ όλα τους ίδιους και τον επαγγελματισμό τους γιατί όπως αναφέρθηκε πιο πάνω η αγία αγνή νοσηλεύτρια της Λάρνακας αποτελεί φωτεινό παράδειγμα μίμησης και πηγή δύναμης και πίστης για όσους έχουν επιλέξει να υπηρετούν το συνάνθρωπο τους από το λειτούργημα του νοσηλευτή.
Η σπάνια αυτή τιμή που αποδόθηκε στην αδελφή – καλογριά και νοσοκόμα Σόφη Γκαμπόν από τους Λαρνακείς του τέλους του 19ου αιώνα, αποτελεί μια λαμπρή και ξεχωριστή διάκριση. Η σπάνια αυτή εκδήλωση αγάπης και αναγνώρισης είναι απόλυτα δικαιολογημένη γιατί ο βίος και η πολιτεία της Σόφη Γκαμπόν σαν νοσηλεύτριας επί 24 ώρου βάσεως για 23 ολόκληρα χρόνια, μεταξύ 1871 και 1894, αποτελεί φωτεινό παράδειγμα μίμησης για όλους όσους έχουν επιλέξει να υπηρετήσουν τον πάσχοντα συνάνθρωπο. Πηγή δύναμης και πίστης για όλους τούς σημερινούς νοσηλευτές μας.
Με κίνδυνο της ίδιας της, της ζωής η ακούραστη αδελφή με άρτιες για την εποχή νοσοκομειακές γνώσεις ονομαζόταν από τους ντόπιους κολακευτικά η Αγία της αγνότητας και της φανατικής αφοσίωσης στον πάσχοντα συνάνθρωπο. Η «αγία και αγαθή» νοσηλεύτρια της Λάρνακας περιέθαλπε η ίδια πέρα από 30 ασθενείς την ημέρα, αφού την εποχή που υπηρέτησε δεν υπήρχε μόνιμός γιατρός στο Νοσοκομείο των Καλογραιών, αφού ήδη από το 1864 αποβίωσε ο Γάλλος γιατρός του Νοσοκομείου Ιωσήφ Ειρηναίος Φοπλάντ που υπηρέτησε και αυτός την Λάρνακα για 25 συνεχή χρόνια από το 1839 μέχρι το 1864.
Ο ηρωισμός η αφοσίωση και γενικά η συνολική προσφορά της Νοσηλεύτριας Σόφη Γκαμπόν μπορεί να εκτιμηθεί ικανοποιητικά μόνο αν αναλογισθούμε τις υγειονομικές και νοσηλευτικές συνθήκες της εποχής τις οποίες περιγράφει ο Νεοκλής Κυριαζής στην έκδοση του με τίτλο «Η Κοινωνική Δράσις της Πόλεως Σκάλα – Λάρνακα», που εκτυπώθηκε στη Λάρνακα το 1947. Στο κεφάλαιο «Πανώλης και Χολέρα» στις σελίδες 18 μέχρι 25 οι περιγραφές και οι πληροφορίες για τον τύφο, τις δυσεντερίες , την οφθαλμία, τον ελώδη πυρετό και γενικά όλες τις παθήσεις είναι αρκετά ενδιαφέρουσες. Οι απώλειες σε ζωές ήταν μεγάλες και στην Λάρνακα αλλά και στην Κύπρο ολόκληρη. Το 1835 η Οθωμανική Κυβέρνηση και η πρωτοβουλία του Γάλλου προξένου καθιστούν την λειτουργία λοιμοκαθαρτηρίου δυνατή στην Λάρνακα με τον γιατρό Παύλο Βαλσαμάκη να αναλαμβάνει καθήκοντα. Την έλλειψη όμως νοσοκομείου στην Κύπρο εντόπισαν οι Γάλλοι πρόξενοι, που για να μεγαλώσουν την επιρροή τους στην Κύπρο αποφασίζουν την ίδρυση σχολείου και νοσοκομείου. Για τον σκοπό αυτό απέστειλαν το 1844 τις πρώτες 4 μοναχές στην Λάρνακα.
Το πρώτο Γαλλικό Νοσοκομείο και Σχολείο λειτούργησε στην Λάρνακα στο σπίτι των Γάλλων ευπατριδών Μπρουόλι εμπόρων με έδρα την Λάρνακα. Η οικία αυτή βρίσκεται επί της οδού Χρυσοπολιτίσσης. Είναι η διατηρητέα και ιστορική οικία του Ιερονύμου Βαρλάμ. Το 1846 τέθηκε ο θεμέλιος λίθος για το μοναστήρι των Καλογραιών του Τάγματος του Αγίου Ιωσήφ με πρόνοια να λειτουργήσει σαν σχολείο και νοσοκομείο.
Από το 1845 μέχρι το 1864 παρείχετο στο Γαλλικό Νοσοκομείο των Καλογραιών δωρεάν ιατρική εξέταση και δωρεάν φάρμακα από τον ιατρό Φοπλάντ. Μετά τον θάνατο του Φοπλάντ οι εξετάσεις εγίνοντο από τις αδελφές που είχαν νοσοκομειακές γνώσεις. Το Γαλλικό νοσοκομείο λειτούργησε στην Λάρνακα μέχρι το 1922. Σ αυτό έδωσαν υπηρεσίες και αφιέρωσαν τον εαυτό τους στους πάσχοντες Κυπρίους πολλές Γαλλίδες μοναχές. Προεξάρχουσα όμως μορφή υπήρξε αναμφισβήτητα η αδελφή Σόφη Γκαμπόν η οποία υπολογίσθηκε από τον Νεοκλή Κυριαζή ότι νοσήλευσε περί των 200.000 ασθενών από το 1871 μέχρι το 1894. Ο αριθμός αυτός αγγίζει τα όρια του συνολικού πληθυσμού της Κύπρου αυτή την εποχή και δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι αυτό που μπορούσε η αδελφή Σόφη να προσφέρει προς τους ασθενείς της, αναλογιζόμενοι και τα πενιχρά μέσα και οικονομικές δυνατότητες που είχε τότε στην διάθεση της δεν ήταν παρά μόνο λίγο νερό και ο ίδιος της ο εαυτός. Αυτό ακριβώς ήταν που καθόρισε και τον ωραίο συμβολισμό της παράστασης του σιδερένιου μνημείου της Σόφη Γκαμπόν. Μια βρύση και ένας πελεκάνος αφού το πουλί αυτό όταν δεν βρίσκει τροφή για να ταΐσει τα νεογνά του, τους δίνει να πίνουν από το αίμα του με κίνδυνο να χάσει ο το ίδιο την ζωή του.
Η καθόλα εξουθενωτική για την ίδια προσφορά επί καθημερινής βάσης γινόταν από την Σόφη Γκαμπόν με ιδιαίτερη φροντίδα για τον κάθε ασθενή χωρίς διάκριση φύλου. Στο πρόσωπο κάθε αρρώστου έβλεπε τον ίδιο τον Χριστό και μεριμνούσε με πάθος για να του απαλύνει τον πόνο ή να τον αναπαύσει με κάθε δυνατό τρόπο με τις νοσηλευτικές η τις πνευματικές της γνώσεις και πίστη. Αγαπήθηκε και εκτιμήθηκε το ίδιο δυνατά και από του Ορθόδοξους και από τους Μουσουλμάνους του νησιού παρόλο που η ίδια ήταν Καθολική καλογριά. Στην Λάρνακα ετύγχανε ιδιαίτερου σεβασμού γι αυτό σε μια εποχή που δεν ήταν σύνηθες να τοποθετούνται μνημεία, οι αρχές της πόλης αποφάσισαν να την τιμήσουν ανταποδίδοντας στο ελάχιστο την ανεκτίμητη της προσφορά προς την πόλη αλλά και την ανθρωπότητα.
Το μνημείο της τοποθετήθηκε το 1895 στην πιο κεντρική πλατεία της Λάρνακας, στις Λουλουδιές, που σήμερα είναι γνωστή σαν η πλατεία του Παλλάς. Εκεί ήταν και μια από τις κρήνες του υδραγωγείου του Πεκίρ Πασά και έτσι ήταν δυνατή και η λειτουργία της βρύσης του μνημείου επί 24 ώρου βάσεως. Τα εγκαίνια έγιναν από τον τότε δήμαρχο Νικόλαο Ρώσσο και το κόστος το ανάλαβαν η Ρωμαιοκαθολική αποστολή οι αρχές της πόλης και η Αγγλική αποικιοκρατική Κυβέρνηση. Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε τον καλλιτέχνη που έκανε το έργο αλλά είναι βέβαιο ότι το μνημείο παραγγέλθηκε στο εξωτερικό και πιθανότατα ανήκει σε Γάλλο γλύπτη. Η καλλιτεχνική σύνθεση παρουσιάζει ένα πελεκάνο πάνω από το στόμιο βρύσης, στην μέση τεσσάρων κιόνων που στηρίζουν ημισφαιρικό καλλιτεχνημένο στέγαστρο. Η βρύση και ο πελεκάνος βρίσκονται μέσα σε κολυμβήθρα που στηρίζεται σε πόδι και η οποία συγκρατεί μικρή ποσότητα νερού όπου ο περαστικός μπορεί να ξεπλυθεί, δίνοντας έτσι ακόμη ένα συμβολισμό στο μνημείο.
Όταν την δεκαετία του 1930 οι κρήνες του υδραγωγείου της πόλης κατεδαφίσθηκαν για να γίνει δυνατή η πιο εύκολη μετακίνηση των τροχοφόρων που όλο και αυξάνονταν στην πόλη, μετακινήθηκε και το μνημείο της Σοφή Γκαμπόν έξω από το Μοναστήρι των Καλογριών όπου τοποθετήθηκε και λειτούργησε ξανά στο κέντρο της πλατείας όπου η Μονή διατηρούσε μέχρι τα πρώτα χρόνια του 1960 μικρό κήπο. Με την διαμόρφωση της πλατείας για να φιλοξενήσει το άγαλμα του Παρίδη το μνημείο μετακινήθηκε ξανά κοντά στο μοναστήρι έξω από τον ναό. Το 2003 ο Δήμος Λάρνακας αναμόρφωσε την Πλατεία και έδωσε στο μνημείο την σημερινή κεντρική του θέση στην Πλατεία, που είναι στο επίκεντρο της προσοχής του περαστικού και έτσι είναι αντάξια της μεγάλης προσφοράς της Αδελφής Σόφη Γκαμπόν της μοναδικής αδελφής νοσοκόμας που τιμήθηκε ποτέ στον ελληνικό χώρο.
Η επιλογή των Νοσηλευτών Χειρουργείου της Κύπρου να τιμήσουν την Σόφη Γκαμπόν στο χώρο του μνημείου της κατά την Ευρωπαϊκή μέρα «Περιεγχειρητικού
Νοσηλευτή» στις 15 Φεβρουαρίου τιμά πάνω απ όλα τους ίδιους και τον επαγγελματισμό τους γιατί όπως αναφέρθηκε πιο πάνω η αγία αγνή νοσηλεύτρια της Λάρνακας αποτελεί φωτεινό παράδειγμα μίμησης και πηγή δύναμης και πίστης για όσους έχουν επιλέξει να υπηρετούν το συνάνθρωπο τους από το λειτούργημα του νοσηλευτή.
Thursday, April 9, 2009
1960 – Σήμερα ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Η ιστορία της Λάρνακας κατά τις πιο πάνω περιόδους είναι γνωστή αφού η πόλη ήταν η σημαντικότερη της Κύπρου, και οι πηγές είναι πάρα πολλές, ώστε ο ενδιαφερόμενος να μπορεί εύκολα να πληροφορηθεί οδηγούμενος από την βιβλιογραφία που ακολουθεί.
1570-1571 ΟΙ ΟΘΩΜΑΝΟΙ ΑΠΟΒΙΒΑΖΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΑΛΥΚΕΣ
Η διαμάχη των Οθωμανών με τους Μαμελούκους της Αιγύπτου κατέληξε σε τελική νίκη των Τούρκων το 1512 και η Ανατολική Μεσόγειος έγινε από τότε μια Οθωμανική Θάλασσα. Πολλοί ιστορικοί θεώρησαν την διατήρηση της Ενετικής κυριαρχίας στην Κύπρο για περισσότερο από μισό αιώνα μετά σαν ένα θαύμα, αφού οι Οθωμανοί βρισκόντουσαν τώρα στο απόγειο της δύναμης τους. Φαίνεται όμως ότι είχαν προτεραιότητα την καρδιά της Ευρώπης και όχι την Κύπρο. Κατέλαβαν την Ουγγαρία και την μισή Αυστρία πριν οι Αυστριακοί σταματήσουν την προέλαση τους στην Βιέννη. Οι Ενετοί συζητούσαν θεωρητικά το θέμα της άμυνας της Κύπρου ήδη από την δεκαετία του 1530 αλλά για οικονομικούς τελικά λόγους δεν ενίσχυσαν τις οχυρώσεις στις παράλιες πόλεις όπου με την ναυτική τους δύναμη θα μπορούσαν να στηρίξουν και έτσι να έχουν καλύτερες πιθανότητες εναντίον των Τούρκων. Το πρόβλημα φαίνεται ότι ήταν και η ανικανότητα να επανδρωθούν πολλές οχυρώσεις. Έτσι λοιπόν η Λάρνακα, το κυριότερο τους εμπορικό λιμάνι και ο σημαντικότερος οικονομικός τους πνεύμονας αφήνεται εντελώς ανοχύρωτη. Το υφιστάμενο φρούριο ήταν ακατάλληλο για τις τότε σύγχρονες πολεμικές τέχνες. Το 1532 οι Βενετοί Αξιωματούχοι Μαρκαντόνιο Τρεβιζάνο και Στέφανο Τιέπολο επίσημα και καταγραμμένα εισηγήθηκαν την ανέγερση νέου σύγχρονου ισχυρού φρουρίου στην Λάρνακα στα πρότυπα αυτού της Κερύνειας, αλλά παρά την πρόβλεψη τους ότι η Οθωμανική επίθεση θα επιχειρείτο από την Λάρνακα, δεν εισακούσθηκαν και δυστυχώς επαληθεύθηκαν.
Η από πολλού αναμενόμενη Τουρκική επίθεση εκδηλώθηκε στις αρχές Ιουλίου του 1570. Μετά από μικρής έκτασης παραπλανητικές αποβάσεις στον κόλπο της Λάρας και Λεμεσό, ο κύριος όγκος του στόλου και του στρατού κατευθύνθηκαν στην Λάρνακα. Οι Ενετικές αρχές προληπτικά αναγκάσθηκαν να ανατινάξουν όλα τα κάστρα και οχυρώσεις πλην της Λευκωσίας, Αμμοχώστου και Κερύνειας. Το κάστρο της Λάρνακας αχρηστεύθηκε έγκαιρα ώστε να μη χρησιμοποιηθεί από τους Τούρκους. Ο χρονογράφος Φλώριος Βουστρώνιος αναφέρει ότι τα έξοδα αχρήστευσης όλων των οχυρών θέσεων της Κύπρου ήταν περισσότερα από όσα απαιτούντο για την ενίσχυση και επάνδρωση τους. Ο Ιωάννης Σωζόμενος ο οποίος πολέμησε κατά των Τούρκων αλλά τελικά διέφυγε μετά την πτώση του νησιού λέγει στο έργο του για την πολιορκία και άλωση της Λευκωσίας, ότι ο στόλος των Οθωμανών έφθασε στις Αλυκές στις 2 Ιουλίου του 1570, όπου την ίδια μέρα αποβίβασαν το ιππικό και το πεζικό χωρίς καμιά αντίσταση. Το ίδιο λέγει και ο μοναχός Άνζελο Καλέπιο στην δική του αφήγηση όπου αναφέρει σαν μέρα απόβασης τις 3 Ιουλίου και σημειώνει την άνεση που ο εχθρός αποβίβασε τον στρατό, το ιππικό, το πυροβολικό, τα πυρομαχικά, τις προμήθειες και τακτοποίησε και οχύρωσε το στρατόπεδο του. Μια άλλη μαρτυρία από το βιβλίο της Νάσας Παταπίου «Το Προξενείο της Επτανήσου Πολιτείας στην Κύπρο» λέει ότι ο Τουρκικός στρατός αποβιβάσθηκε στις Αλυκές κοντά στις αποθήκες και μαγαζιά (magazeni) των εμπόρων της πόλης. Την στιγμή εκείνη οι μοναδικές Ενετικές δυνάμεις στις Αλυκές ήταν αυτές του Γενικού Λογιστή του κράτους Κόμητα ντε Ρούχας, που ήταν τοπικός ευγενής Ελληνικής καταγωγής και φεουδάρχης της Λάρνακας γνωστός σαν Ευγένιος Συγκλητικός.
Ο Άντζελο Γκάττο, που επιβίωσε της πολιορκίας της Αμμοχώστου στη «Διήγηση για τον Πόλεμο της Κύπρου» αναφέρει ότι ο Ευγένιος Συγκλητικός με 300 άνδρες ενεπλάκη τις πρώτες ώρες τις αποβίβασης αλλά αναγκάσθηκε να υποχωρήσει προς την Αμμόχωστο. Στα μισά του δρόμου συνάντησε τον Γενικό Διοικητή της Κύπρου με έδρα την Αμμόχωστο Αστόρρε Βαγλιόνε, που ερχόταν με όλο το ιππικό σώμα των Αλβανών προς τις Αλυκές. Εκεί ο Συγκλητικός πληροφόρησε τον Βαγλιόνε ότι οι Τούρκοι αποβίβασαν ένα μεγάλο πλήθος στις Αλυκές, και ότι ο ίδιος αψιμάχησε μαζί τους αλλά λόγω του πολύ μεγάλου αριθμού τους, αναγκάσθηκε να υποχωρήσει. Τότε οι δύο αυτοί αξιωματούχοι αποφάσισαν να υποχωρήσουν, ο Ευγένιος Συγκλητικός ή Κόμητας ντε Ρούχας για να ηγηθεί στην Άμυνα της Λευκωσίας και ο Αστόρρε Βαγλιόνε για να ηγηθεί στην Αμμόχωστο, όπως ήταν το αρχικό σχέδιο άμυνας. Το μέλλον της Κύπρου είχε ήδη κριθεί γιατί οι Τούρκοι δεν είχαν αποβιβάσει εκείνη την στιγμή παρά μέρος μόνο των εκ 20.000 στρατιωτών του πρώτου κύματος, ενώ όλες τους τις δυνάμεις περίπου 100.000 άνδρες συγκέντρωσαν στην Κύπρο 19 μέρες αργότερα. Όλες οι σκέψεις για αντεπίθεση στις Αλυκές εγκαταλείφθηκαν παρόλο που στις αρχές οι Τούρκοι ήταν φοβισμένοι και ανέμεναν παγίδες και αντεπιθέσεις, που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Οι Ενετοί προτίμησαν την ασφάλεια των τειχών παρά το ρίσκο της νίκης.
Τα τριακόσια πενήντα περίπου καράβια των Τούρκων που αποβίβασαν το πρώτο κύμα στρατού με επικεφαλής τον Λαλά Μουσταφά πασά, επέστρεψαν αμέσως στην Καραμανιά για να φέρουν κι άλλα στρατεύματα. Στις 21 Ιουλίου ο κόλπος Λάρνακας ξαναγέμισε με τα κατάρτια του Τουρκικού στόλου. Το στράτευμα διπλασιάσθηκε, οι Αλυκές μετατράπηκαν σε Τουρκικό ναύσταθμο και η παγίωση της Οθωμανικής κατάκτησης ήταν στην αντίστροφη μέτρηση. Επικεφαλής του ναυτικού ήταν ο Πιαλέ πασάς, ο οποίος διαφώνησε με τον Λαλά Μουσταφά αν θα έπρεπε να επιτεθούν πρώτα στην Αμμόχωστο ή την Λευκωσία. Επικράτησε η άποψη του επικεφαλής της εκστρατείας Λαλά Μουσταφά και οι Τούρκοι βάδισαν στις 25 Ιουλίου πρώτα κατά της Λευκωσίας. Στην πολιορκία συμμετείχαν και τα πληρώματα των τουρκικών πλοίων δημιουργώντας έτσι ακόμη μια ευκαιρία για τον Ευρωπαϊκό στόλο να αντεπιτεθεί με επιτυχία. Παρόλο του ότι στις 13 Αυγούστου ο Χριστιανικός στόλος βρισκόταν στα νερά της Κρήτης καθυστερούσε αδικαιολόγητα να πλεύσει προς την Κύπρο. Οι πολιορκημένοι ενθαρρύνονται από τις διαδόσεις ότι ο Χριστιανικός στόλος έσπευσε σε βοήθεια και διενεργούν αντεπιθέσεις, αλλά και οι Τούρκοι βιάζονται. Στις 7 Σεπτεμβρίου ο Λαλά Μουσταφά ρισκάρει και παίρνει ξανά ενισχύσεις από τον στόλο και διενεργεί 2 μέρες αργότερα γενική επίθεση, που ήταν και η τελευταία. Η Λευκωσία καταλαμβάνεται και οι 25.000 άνδρες των πληρωμάτων του στόλου που ναυλοχούσε στις Αλυκές επιστρέφουν στα πλοία τους. Στις 11 Σεπτεμβρίου στόλος και στρατός μετακινούνται και πολιορκούν την Αμμόχωστο. Εκεί οι Τούρκοι φορτώνουν και τους αιχμαλώτους από την άλωση της Λευκωσίας. Ανάμεσα τους και η πανέμορφη Μαρία Συγκλητική γόνος της Ελληνικής Φεουδαρχικής οικογένειας της Λάρνακας, που αγόρασε από τους Ενετούς τον τίτλο του κόμητα ντε Ρούχας. Ο κόμης λοιπόν Ευγένιος Συγκλητικός πρέπει να ήταν θείος ή πατέρας της. Στις 6 Οκτωβρίου κι ενώ τα πλοία με τους αιχμαλώτους ήταν ακόμη στο λιμάνι Αμμοχώστου η Μαρία Συγκλητική αυτοκτονεί πυρπολώντας την πυριταποθήκη του πλοίου βυθίζοντας 3 συνολικά τουρκικά πλοία με ωραίες γυναίκες αιχμάλωτες για τα Τουρκιά χαρέμια, ελευθερώνοντας όλες με τον θάνατο από την στυγνή Τουρκική δουλεία.
Μετά την άλωση της Λευκωσίας ο Χριστιανικός στόλος που βρισκόταν στο Καστελόριζο αποθαρρύνεται και με την αποχώρηση του ισχυρού ναυτικού των Ισπανών διαλύεται και δεν εμφανίζεται ποτέ στην Κύπρο. Οι εξελίξεις αυτές αποθάρρυναν τους υπερασπιστές της Κερύνειας η οποία παραδίδεται αμαχητί στον Λαλά Μουσταφά στις 14 Σεπτεμβρίου, παρά τις προς το αντίθετο παραινέσεις των αρχηγών της άμυνας που βρίσκονταν στην Αμμόχωστο. Οι 2 επικεφαλής της άμυνας της Κερύνειας που αφέθηκαν ελεύθεροι από τους Τούρκους καταδικάστηκαν και φυλακίσθηκαν στην Βενετία. Η Αμμόχωστος αντιστέκεται σθεναρά για 11 μήνες και παραδόθηκε μόνο μετά την πλήρη εξάντληση και μετά από δόλιες Τουρκικές υποσχέσεις στις αρχές Αυγούστου του 1571. Οι καταστροφές που υπέστη ο πληθυσμός και η πόλη της Αμμοχώστου ήταν τέτοιες ώστε οι Αλυκές να παραμείνουν καθ όλη την Τουρκοκρατία η σημαντικότερη και πλουσιότερη πόλη της Κύπρου.
Η από πολλού αναμενόμενη Τουρκική επίθεση εκδηλώθηκε στις αρχές Ιουλίου του 1570. Μετά από μικρής έκτασης παραπλανητικές αποβάσεις στον κόλπο της Λάρας και Λεμεσό, ο κύριος όγκος του στόλου και του στρατού κατευθύνθηκαν στην Λάρνακα. Οι Ενετικές αρχές προληπτικά αναγκάσθηκαν να ανατινάξουν όλα τα κάστρα και οχυρώσεις πλην της Λευκωσίας, Αμμοχώστου και Κερύνειας. Το κάστρο της Λάρνακας αχρηστεύθηκε έγκαιρα ώστε να μη χρησιμοποιηθεί από τους Τούρκους. Ο χρονογράφος Φλώριος Βουστρώνιος αναφέρει ότι τα έξοδα αχρήστευσης όλων των οχυρών θέσεων της Κύπρου ήταν περισσότερα από όσα απαιτούντο για την ενίσχυση και επάνδρωση τους. Ο Ιωάννης Σωζόμενος ο οποίος πολέμησε κατά των Τούρκων αλλά τελικά διέφυγε μετά την πτώση του νησιού λέγει στο έργο του για την πολιορκία και άλωση της Λευκωσίας, ότι ο στόλος των Οθωμανών έφθασε στις Αλυκές στις 2 Ιουλίου του 1570, όπου την ίδια μέρα αποβίβασαν το ιππικό και το πεζικό χωρίς καμιά αντίσταση. Το ίδιο λέγει και ο μοναχός Άνζελο Καλέπιο στην δική του αφήγηση όπου αναφέρει σαν μέρα απόβασης τις 3 Ιουλίου και σημειώνει την άνεση που ο εχθρός αποβίβασε τον στρατό, το ιππικό, το πυροβολικό, τα πυρομαχικά, τις προμήθειες και τακτοποίησε και οχύρωσε το στρατόπεδο του. Μια άλλη μαρτυρία από το βιβλίο της Νάσας Παταπίου «Το Προξενείο της Επτανήσου Πολιτείας στην Κύπρο» λέει ότι ο Τουρκικός στρατός αποβιβάσθηκε στις Αλυκές κοντά στις αποθήκες και μαγαζιά (magazeni) των εμπόρων της πόλης. Την στιγμή εκείνη οι μοναδικές Ενετικές δυνάμεις στις Αλυκές ήταν αυτές του Γενικού Λογιστή του κράτους Κόμητα ντε Ρούχας, που ήταν τοπικός ευγενής Ελληνικής καταγωγής και φεουδάρχης της Λάρνακας γνωστός σαν Ευγένιος Συγκλητικός.
Ο Άντζελο Γκάττο, που επιβίωσε της πολιορκίας της Αμμοχώστου στη «Διήγηση για τον Πόλεμο της Κύπρου» αναφέρει ότι ο Ευγένιος Συγκλητικός με 300 άνδρες ενεπλάκη τις πρώτες ώρες τις αποβίβασης αλλά αναγκάσθηκε να υποχωρήσει προς την Αμμόχωστο. Στα μισά του δρόμου συνάντησε τον Γενικό Διοικητή της Κύπρου με έδρα την Αμμόχωστο Αστόρρε Βαγλιόνε, που ερχόταν με όλο το ιππικό σώμα των Αλβανών προς τις Αλυκές. Εκεί ο Συγκλητικός πληροφόρησε τον Βαγλιόνε ότι οι Τούρκοι αποβίβασαν ένα μεγάλο πλήθος στις Αλυκές, και ότι ο ίδιος αψιμάχησε μαζί τους αλλά λόγω του πολύ μεγάλου αριθμού τους, αναγκάσθηκε να υποχωρήσει. Τότε οι δύο αυτοί αξιωματούχοι αποφάσισαν να υποχωρήσουν, ο Ευγένιος Συγκλητικός ή Κόμητας ντε Ρούχας για να ηγηθεί στην Άμυνα της Λευκωσίας και ο Αστόρρε Βαγλιόνε για να ηγηθεί στην Αμμόχωστο, όπως ήταν το αρχικό σχέδιο άμυνας. Το μέλλον της Κύπρου είχε ήδη κριθεί γιατί οι Τούρκοι δεν είχαν αποβιβάσει εκείνη την στιγμή παρά μέρος μόνο των εκ 20.000 στρατιωτών του πρώτου κύματος, ενώ όλες τους τις δυνάμεις περίπου 100.000 άνδρες συγκέντρωσαν στην Κύπρο 19 μέρες αργότερα. Όλες οι σκέψεις για αντεπίθεση στις Αλυκές εγκαταλείφθηκαν παρόλο που στις αρχές οι Τούρκοι ήταν φοβισμένοι και ανέμεναν παγίδες και αντεπιθέσεις, που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Οι Ενετοί προτίμησαν την ασφάλεια των τειχών παρά το ρίσκο της νίκης.
Τα τριακόσια πενήντα περίπου καράβια των Τούρκων που αποβίβασαν το πρώτο κύμα στρατού με επικεφαλής τον Λαλά Μουσταφά πασά, επέστρεψαν αμέσως στην Καραμανιά για να φέρουν κι άλλα στρατεύματα. Στις 21 Ιουλίου ο κόλπος Λάρνακας ξαναγέμισε με τα κατάρτια του Τουρκικού στόλου. Το στράτευμα διπλασιάσθηκε, οι Αλυκές μετατράπηκαν σε Τουρκικό ναύσταθμο και η παγίωση της Οθωμανικής κατάκτησης ήταν στην αντίστροφη μέτρηση. Επικεφαλής του ναυτικού ήταν ο Πιαλέ πασάς, ο οποίος διαφώνησε με τον Λαλά Μουσταφά αν θα έπρεπε να επιτεθούν πρώτα στην Αμμόχωστο ή την Λευκωσία. Επικράτησε η άποψη του επικεφαλής της εκστρατείας Λαλά Μουσταφά και οι Τούρκοι βάδισαν στις 25 Ιουλίου πρώτα κατά της Λευκωσίας. Στην πολιορκία συμμετείχαν και τα πληρώματα των τουρκικών πλοίων δημιουργώντας έτσι ακόμη μια ευκαιρία για τον Ευρωπαϊκό στόλο να αντεπιτεθεί με επιτυχία. Παρόλο του ότι στις 13 Αυγούστου ο Χριστιανικός στόλος βρισκόταν στα νερά της Κρήτης καθυστερούσε αδικαιολόγητα να πλεύσει προς την Κύπρο. Οι πολιορκημένοι ενθαρρύνονται από τις διαδόσεις ότι ο Χριστιανικός στόλος έσπευσε σε βοήθεια και διενεργούν αντεπιθέσεις, αλλά και οι Τούρκοι βιάζονται. Στις 7 Σεπτεμβρίου ο Λαλά Μουσταφά ρισκάρει και παίρνει ξανά ενισχύσεις από τον στόλο και διενεργεί 2 μέρες αργότερα γενική επίθεση, που ήταν και η τελευταία. Η Λευκωσία καταλαμβάνεται και οι 25.000 άνδρες των πληρωμάτων του στόλου που ναυλοχούσε στις Αλυκές επιστρέφουν στα πλοία τους. Στις 11 Σεπτεμβρίου στόλος και στρατός μετακινούνται και πολιορκούν την Αμμόχωστο. Εκεί οι Τούρκοι φορτώνουν και τους αιχμαλώτους από την άλωση της Λευκωσίας. Ανάμεσα τους και η πανέμορφη Μαρία Συγκλητική γόνος της Ελληνικής Φεουδαρχικής οικογένειας της Λάρνακας, που αγόρασε από τους Ενετούς τον τίτλο του κόμητα ντε Ρούχας. Ο κόμης λοιπόν Ευγένιος Συγκλητικός πρέπει να ήταν θείος ή πατέρας της. Στις 6 Οκτωβρίου κι ενώ τα πλοία με τους αιχμαλώτους ήταν ακόμη στο λιμάνι Αμμοχώστου η Μαρία Συγκλητική αυτοκτονεί πυρπολώντας την πυριταποθήκη του πλοίου βυθίζοντας 3 συνολικά τουρκικά πλοία με ωραίες γυναίκες αιχμάλωτες για τα Τουρκιά χαρέμια, ελευθερώνοντας όλες με τον θάνατο από την στυγνή Τουρκική δουλεία.
Μετά την άλωση της Λευκωσίας ο Χριστιανικός στόλος που βρισκόταν στο Καστελόριζο αποθαρρύνεται και με την αποχώρηση του ισχυρού ναυτικού των Ισπανών διαλύεται και δεν εμφανίζεται ποτέ στην Κύπρο. Οι εξελίξεις αυτές αποθάρρυναν τους υπερασπιστές της Κερύνειας η οποία παραδίδεται αμαχητί στον Λαλά Μουσταφά στις 14 Σεπτεμβρίου, παρά τις προς το αντίθετο παραινέσεις των αρχηγών της άμυνας που βρίσκονταν στην Αμμόχωστο. Οι 2 επικεφαλής της άμυνας της Κερύνειας που αφέθηκαν ελεύθεροι από τους Τούρκους καταδικάστηκαν και φυλακίσθηκαν στην Βενετία. Η Αμμόχωστος αντιστέκεται σθεναρά για 11 μήνες και παραδόθηκε μόνο μετά την πλήρη εξάντληση και μετά από δόλιες Τουρκικές υποσχέσεις στις αρχές Αυγούστου του 1571. Οι καταστροφές που υπέστη ο πληθυσμός και η πόλη της Αμμοχώστου ήταν τέτοιες ώστε οι Αλυκές να παραμείνουν καθ όλη την Τουρκοκρατία η σημαντικότερη και πλουσιότερη πόλη της Κύπρου.
1489-1570 Η ΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΑΛΙΝΕΣ
Το κρατικό μονοπώλιο άλατος των Λουζινιάν έγινε τώρα περιουσία της Βενετίας, η οποία με επιτυχία εφάρμοσε τα επόμενα χρόνια τρόπους αύξησης της παραγωγής. Η ερευνήτρια Νάσα Παταπίου ανακάλυψε στα Ενετικά αρχεία όλες τις λεπτομέρειες της κατασκευής από τους Ενετούς του περιμετρικού προχώματος γύρω από τις Αλυκές, που έγινε για να εκτρέπει προς την θάλασσα όλους τους μικρούς χειμάρους που εκβάλαν στην Αλυκή και σε εποχές πολυομβρίας καθιστούσαν την αποξήρανση των αλυκών αδύνατη σε μεγάλη ζημιά του κρατικού ταμείου. Η διευθέτηση αυτή έκαμε τις Αλυκές ακόμη πιο πολύτιμες για τους Ενετούς αφού αύξησε κατακόρυφα την παραγωγή. Οι νέοι αφέντες έδωσαν μεγάλη σημασία στην Λάρνακα και πέραν της ακτοφυλακής και των γαλέρων, που έδρευαν στο κάστρο, έκτισαν νέο μεγάλο στρατόπεδο, πιθανότατα εντός του σημερινού πάρκου που βρίσκεται το Παττίχειο αμφιθέατρο αφού εκεί σώζεται μέρος του πλακόστρωτου του στρατωνισμού αυτού. Στο νέο σύγχρονο στρατόπεδο εγκατάστησαν σημαντικό αριθμό μισθοφόρων ιππέων στρατιωτών, Ελλήνων από την βόρεια Ήπειρο (Αρβανίτες) για την καλύτερη φύλαξη του άλατος και των ακτών. Οι Ενετοί έβλεπαν τώρα την Κύπρο σαν αποικία από την οποία έπρεπε να έχουν έσοδα, γι αυτό η εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών της πόρων γινόταν πλέον συστηματικότερα. Το αλάτι της Λάρνακας, σύμφωνα με όλα τα στοιχεία, ήταν ξανά ο κυριότερος θησαυρός του νησιού με συμμετοχή περί του 15% - 20% στο σύνολο των κρατικών εσόδων, αφού πέραν από την αξία των εξαγωγών διατηρήθηκε και η φορολογία του άλατος για κάθε πολίτη της Κύπρου. Οι Αλυκές ήταν ήδη πολυάνθρωπες το 1509. Το 1543 είχαν εξακόσιους κατοίκους ενώ λίγο αργότερα ο πληθυσμός τους αποτελείτο από χίλιες ψυχές. Ανάλογος πρέπει να ήταν και ο πληθυσμός του Λάρνακα (Ernica – Larnacho), όπου ήταν και το διοικητικό κέντρο των Ενετών, απέναντι από τον Ναό του Τιμίου Σταυρού, σήμερα το Τζαμί Τούζλα κοντά στην Μητρόπολη. Στο Διοικητικό αυτό κέντρο της Λάρνακας υπήρχε μεγάλη πλατεία με δημόσια κρήνη πάνω στην οποία υπήρχε μηχανικό Βενετσιάνικο γιγαντιαίο ρολόι, που σώζονται μέχρι σήμερα (πλην του μηχανισμού του ρολογιού), και γρανιτένια ψηλή στήλη με το λιοντάρι - έμβλημα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας στην κορυφή, καθώς και επιβλητικό δημόσιο οικοδόμημα, που δεν σώζονται αλλά μαρτυρούνται από περιηγητές. Η σημασία που απέδιδαν οι Ενετοί στην Λάρνακα φαίνεται και από το γεγονός ότι τις Αλυκές - Έρνικα διοικούσε Ενετός Καπετάνιος, όπως την Λευκωσία, την Αμμόχωστο και την Κερύνεια, ενώ όλες οι άλλες περιοχές διοικούντο από Κύπριους ευγενείς, επιλεγμένους από τους Ενετούς.
Η εξήγηση στο γιατί οι Αλυκές απέκτησαν μεγαλύτερη εμπορική κίνηση από την Αμμόχωστο επί Ενετοκρατίας μας δίνεται έμμεσα από τον Τζών Λόκ, που επισκέφθηκε την Κύπρο και τις Αλυκές το 1553. Λέγει ο Άγγλος αυτός περιηγητής ότι «όλα τα βενετσιάνικα πλοία που φθάνουν στην Κύπρο είναι υποχρεωμένα να δέσουν στις Αλυκές, να πετάξουν τα έρμα τους (δηλαδή το βάρος για να κρατούν την ισορροπία και σταθερότητα στην θάλασσα) και να φορτώσουν αλάτι για την Βενετία». Επομένως τα Ενετικά εμπορικά πλοία όχι μόνο ήταν υποχρεωμένα να καταπλεύσουν στην Λάρνακα αλλά δεν είχαν κανένα λόγο να επισκεφθούν πλέον την Αμμόχωστο. Ξεφόρτωναν τα εμπορεύματα τους στην Λάρνακα και αμέσως φόρτωναν αλάτι και ότι άλλο εμπόρευμα είχαν στο πρόγραμμα τους από την Λάρνακα. Άρα, οι έμποροι που χρησιμοποιούσαν ενετικά καράβια για τις εισαγωγές ή εξαγωγές τους ήταν πλέον υποχρεωμένοι να έχουν τις αποθήκες και τα σπίτια τους στην Λάρνακα για να έχουν αμεσότητα με τις ευκαιρίες παραλαβής και εξαγωγής των εμπορευμάτων τους. Οι έντονες διαμαρτυρίες των κατοίκων της Αμμοχώστου για εξεύρεση τρόπων αλλαγής αυτής κατάστασης δεν βρήκε καμιά ανταπόκριση από τον Δόγη. Αντίθετα οι Ενετοί έδωσαν πρόσθετα κίνητρα που ωφέλησαν ακόμη περισσότερο την Λάρνακα. Ο Θεόδωρος Παπαδόπουλος στην Ιστορία της Κύπρου σημειώνει την πληροφορία ότι οι Ενετοί στο πρόγραμμα παροχής διευκολύνσεων για την ναυπήγηση νέων Ενετικών πλοίων, δέχονταν όπως αυτά αποστέλλονταν αμέσως μετά την καθέλκυση τους να φορτώνουν αλάτι από την Λάρνακα, να μην πληρώνουν στην Κύπρο την αξία του, αλλά στην Βενετία μετά που θα το πωλούσαν με κέρδος σε κάποια ευρωπαϊκή αγορά. Σε περίπτωση που το αλάτι θα αποθηκευόταν για λογαριασμό της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας, τα φορτωτικά για την μεταφορά του άλατος στην Βενετία πληρωνόταν στο ναυπηγείο από την Δημοκρατία έναντι της κατασκευής του πλοίου. Τα Ενετικά αυτά κίνητρα και διευκολύνσεις καθιέρωσαν σταδιακά την Λάρνακα σαν το κυριότερο εμπορικό λιμάνι της Κύπρου, πράγμα που συνεχίσθηκε και επί Τουρκοκρατίας. Όταν οι Τούρκοι έφθασαν το 1570 στην Λάρνακα με τον στόλο τους για να καταλάβουν την Κύπρο, μαρτυρείται ότι αποβίβασαν τον στρατό στις Αλυκές κοντά στις αποθήκες και τα σπίτια όλων αυτών των μεγάλο-εμπόρων της Λάρνακας.
Όταν ο φημισμένος Οθωμανός ναύαρχος, γεωγράφος και χαρτογράφος Μουχαντίν Πιρί Ρέις επισκέφθηκε την Λάρνακα το 1546 για να προετοιμάσει την Τουρκική εισβολή, κατέγραψε στο βιβλίο ναυσιπλοΐας του δύο λιμάνια στην Λάρνακα. Ένα στις Αλυκές, όπου γίνεται το φόρτωμα του άλατος και το άλλο απέναντι από την Εκκλησία του Αγίου Λαζάρου, προφανώς κοντά στο κάστρο. Την επίσκεψη του Πιρί Ρέις στην Λάρνακα κατέγραψε ο Τσέχος επισκέπτης Όλτριχ Πρέφατ, ο οποίος ήταν αυτόπτης μάρτυρας στην καταδίωξη του από τις Ενετικές Γαλέρες. «... Μόλις ακούστηκε στην πόλη ότι είχαν επισημανθεί μερικές γαλέρες στα ανοικτά, αμέσως 50 ένοπλοι επιβιβάσθηκαν στα δύο καράβια που με πολύ ευνοϊκό άνεμο έπλευσαν εναντίον των πειρατών. Και φαίνεται ότι ο αρχηγός των πειρατών κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει δύο καλά εξοπλισμένες βενετσιάνικες γαλέρες και έπλευσε προς την Μικρά Ασία. Τότε οι δύο γαλέρες επέστρεψαν στο λιμάνι και οι Αλβανοί που είχαν παραταχθεί στην ακτή αποσύρθηκαν. Όπως μας είπαν ο Τούρκος αρχηγός των πειρατών ήταν ο Πιρί Ρέις. Η κατάσταση γενικού συναγερμού στο λιμάνι των αλυκών εξακολούθησε και την επομένη. Οι σάλπιγγες είχαν προειδοποιήσει ότι είχε φανεί στην θάλασσα μια γαλέρα. Παρατάχθηκαν πάλι στην ακτή περί των 40 Αλβανών. Εμείς βγήκαμε από τον ξενώνα μας και πήγαμε στην πόλη για να μάθουμε τι συνέβαινε. Η γαλέρα έριξε κανονιά για να δείξει ότι ήταν φιλική». Για την καλύτερη έγκαιρη προειδοποίηση εχθρικών κινήσεων στην θάλασσα και καλύτερη άμυνα των αγκυροβολίων της Λάρνακας το 1560 οικοδομήθηκε από τους Ενετούς ο Πύργος – παρατηρητήριο στο χωριό Τζίτιν. Στην συγκεκριμένη θέση προϋπήρχε παλαιότερο οικοδόμημα γιατί η όλη περιοχή καταγράφεται και σε παλαιότερους χάρτες σαν «Κοίτα» ή «Τζοίτα» δηλαδή παρατηρητήριο, όπου και η ονομασία «Τζίτιν» δια το πολύ γεωργικό χωριό μερικά χιλιόμετρα στο εσωτερικό. Ανάλογα παρατηρητήρια έγκαιρης προειδοποίησης υπήρχαν και στην άλλη άκρη του κόλπου Λάρνακας. Ένα στο χωριό Πύλα, που σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση κι ένα παραθαλάσσια του χωριού Ξυλοφάγου. Ο πύργος της Αλαμινού ήταν κι αυτός ενταγμένος στο ίδιο σύστημα.
Το 1546 ο Τσέχος Ολτριχτ Πρέφατ δίνει επίσης την πληροφορία ότι στον Ναό του Αγίου Λαζάρου λειτουργούσε νεκροταφείο όπου έθαψαν ένα από τους συντρόφους του που πέθανε στην διάρκεια του ταξιδιού. Πολλοί από τους τάφους ταξιδιωτών που θάφτηκαν στον Άγιο Λάζαρο σώζονται μέχρι σήμερα. Το 1557 ο Ενετός Προνοητής και Σύνδικος της Κύπρου Σεπάστιαν Βερνιέρ μερίμνησε για την επιδιόρθωση του Ναού του Αγίου Λαζάρου, που για χρόνια χρειαζόταν σοβαρές συντηρήσεις, όπως είχαμε δει προηγουμένως σε μαρτυρίες διάφορων επισκεπτών. Φαίνεται ότι πέραν από τις επιδιορθώσεις, ο Σεπάστιαν Βερνιέρ, ο οποίος ήταν ο θριαμβευτής αργότερα της ναυμαχίας της Ναυπάκτου (1572), έκανε την προσθήκη της νότιας στοάς του Ναού η οποία είναι σε καθαρά Γοτθικού ρυθμού. Ο Άγιος Λάζαρος, ήδη από την εποχή της Ελένης Παλαιολογίνας (1450-1458) έχει Καθολικές αλλά και ορθόδοξες λειτουργίες, πράγμα που επίσης μαρτυρείται από επισκέπτες της εποχής. Το 1565 η Βενετική Σύγκλητος δίνει εντολές για την αποπεράτωση των οικιών στο στρατόπεδο του ελαφρού ιππικού στις αλυκές, εν μέσω διαφωνιών ως προς το πια θα ήταν η ορθότερη στρατηγική για την αντιμετώπιση της Τουρκικής απειλής. Μια σοβαρή άποψη ήταν ότι η άμυνα έπρεπε να γίνει στις παραθαλάσσιες πόλεις όπου ο στόλος θα μπορούσε να βοηθήσει αποτελεσματικά στην υπεράσπιση τους, και επομένως θα έπρεπε να αναβαθμισθούν οι οχυρώσεις της Λάρνακας, Λεμεσού και Πάφου, πέραν αυτών της Αμμοχώστου και Κερύνειας. Η άποψη που τελικά επικράτησε ήταν ότι η άμυνα θα γινόταν μόνο στην Λευκωσία, Αμμόχωστο και Κερύνεια, όπου η αναβάθμιση των τειχών τους άρχισε το 1565. Ο Βισκούντης Λευκωσίας Πιέτρο Βαλτέριο ανάφερε ότι το 1567 μετά από μια μεγάλη τρικυμία καταποντίσθηκαν στο λιμάνι των Αλυκών 20 καράβια φορτωμένα εμπορεύματα. Μια απίστευτη μαρτυρία για την σημαντικότητα της Λάρνακας στο τέλος της Ενετοκρατίας.
Η εξήγηση στο γιατί οι Αλυκές απέκτησαν μεγαλύτερη εμπορική κίνηση από την Αμμόχωστο επί Ενετοκρατίας μας δίνεται έμμεσα από τον Τζών Λόκ, που επισκέφθηκε την Κύπρο και τις Αλυκές το 1553. Λέγει ο Άγγλος αυτός περιηγητής ότι «όλα τα βενετσιάνικα πλοία που φθάνουν στην Κύπρο είναι υποχρεωμένα να δέσουν στις Αλυκές, να πετάξουν τα έρμα τους (δηλαδή το βάρος για να κρατούν την ισορροπία και σταθερότητα στην θάλασσα) και να φορτώσουν αλάτι για την Βενετία». Επομένως τα Ενετικά εμπορικά πλοία όχι μόνο ήταν υποχρεωμένα να καταπλεύσουν στην Λάρνακα αλλά δεν είχαν κανένα λόγο να επισκεφθούν πλέον την Αμμόχωστο. Ξεφόρτωναν τα εμπορεύματα τους στην Λάρνακα και αμέσως φόρτωναν αλάτι και ότι άλλο εμπόρευμα είχαν στο πρόγραμμα τους από την Λάρνακα. Άρα, οι έμποροι που χρησιμοποιούσαν ενετικά καράβια για τις εισαγωγές ή εξαγωγές τους ήταν πλέον υποχρεωμένοι να έχουν τις αποθήκες και τα σπίτια τους στην Λάρνακα για να έχουν αμεσότητα με τις ευκαιρίες παραλαβής και εξαγωγής των εμπορευμάτων τους. Οι έντονες διαμαρτυρίες των κατοίκων της Αμμοχώστου για εξεύρεση τρόπων αλλαγής αυτής κατάστασης δεν βρήκε καμιά ανταπόκριση από τον Δόγη. Αντίθετα οι Ενετοί έδωσαν πρόσθετα κίνητρα που ωφέλησαν ακόμη περισσότερο την Λάρνακα. Ο Θεόδωρος Παπαδόπουλος στην Ιστορία της Κύπρου σημειώνει την πληροφορία ότι οι Ενετοί στο πρόγραμμα παροχής διευκολύνσεων για την ναυπήγηση νέων Ενετικών πλοίων, δέχονταν όπως αυτά αποστέλλονταν αμέσως μετά την καθέλκυση τους να φορτώνουν αλάτι από την Λάρνακα, να μην πληρώνουν στην Κύπρο την αξία του, αλλά στην Βενετία μετά που θα το πωλούσαν με κέρδος σε κάποια ευρωπαϊκή αγορά. Σε περίπτωση που το αλάτι θα αποθηκευόταν για λογαριασμό της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας, τα φορτωτικά για την μεταφορά του άλατος στην Βενετία πληρωνόταν στο ναυπηγείο από την Δημοκρατία έναντι της κατασκευής του πλοίου. Τα Ενετικά αυτά κίνητρα και διευκολύνσεις καθιέρωσαν σταδιακά την Λάρνακα σαν το κυριότερο εμπορικό λιμάνι της Κύπρου, πράγμα που συνεχίσθηκε και επί Τουρκοκρατίας. Όταν οι Τούρκοι έφθασαν το 1570 στην Λάρνακα με τον στόλο τους για να καταλάβουν την Κύπρο, μαρτυρείται ότι αποβίβασαν τον στρατό στις Αλυκές κοντά στις αποθήκες και τα σπίτια όλων αυτών των μεγάλο-εμπόρων της Λάρνακας.
Όταν ο φημισμένος Οθωμανός ναύαρχος, γεωγράφος και χαρτογράφος Μουχαντίν Πιρί Ρέις επισκέφθηκε την Λάρνακα το 1546 για να προετοιμάσει την Τουρκική εισβολή, κατέγραψε στο βιβλίο ναυσιπλοΐας του δύο λιμάνια στην Λάρνακα. Ένα στις Αλυκές, όπου γίνεται το φόρτωμα του άλατος και το άλλο απέναντι από την Εκκλησία του Αγίου Λαζάρου, προφανώς κοντά στο κάστρο. Την επίσκεψη του Πιρί Ρέις στην Λάρνακα κατέγραψε ο Τσέχος επισκέπτης Όλτριχ Πρέφατ, ο οποίος ήταν αυτόπτης μάρτυρας στην καταδίωξη του από τις Ενετικές Γαλέρες. «... Μόλις ακούστηκε στην πόλη ότι είχαν επισημανθεί μερικές γαλέρες στα ανοικτά, αμέσως 50 ένοπλοι επιβιβάσθηκαν στα δύο καράβια που με πολύ ευνοϊκό άνεμο έπλευσαν εναντίον των πειρατών. Και φαίνεται ότι ο αρχηγός των πειρατών κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει δύο καλά εξοπλισμένες βενετσιάνικες γαλέρες και έπλευσε προς την Μικρά Ασία. Τότε οι δύο γαλέρες επέστρεψαν στο λιμάνι και οι Αλβανοί που είχαν παραταχθεί στην ακτή αποσύρθηκαν. Όπως μας είπαν ο Τούρκος αρχηγός των πειρατών ήταν ο Πιρί Ρέις. Η κατάσταση γενικού συναγερμού στο λιμάνι των αλυκών εξακολούθησε και την επομένη. Οι σάλπιγγες είχαν προειδοποιήσει ότι είχε φανεί στην θάλασσα μια γαλέρα. Παρατάχθηκαν πάλι στην ακτή περί των 40 Αλβανών. Εμείς βγήκαμε από τον ξενώνα μας και πήγαμε στην πόλη για να μάθουμε τι συνέβαινε. Η γαλέρα έριξε κανονιά για να δείξει ότι ήταν φιλική». Για την καλύτερη έγκαιρη προειδοποίηση εχθρικών κινήσεων στην θάλασσα και καλύτερη άμυνα των αγκυροβολίων της Λάρνακας το 1560 οικοδομήθηκε από τους Ενετούς ο Πύργος – παρατηρητήριο στο χωριό Τζίτιν. Στην συγκεκριμένη θέση προϋπήρχε παλαιότερο οικοδόμημα γιατί η όλη περιοχή καταγράφεται και σε παλαιότερους χάρτες σαν «Κοίτα» ή «Τζοίτα» δηλαδή παρατηρητήριο, όπου και η ονομασία «Τζίτιν» δια το πολύ γεωργικό χωριό μερικά χιλιόμετρα στο εσωτερικό. Ανάλογα παρατηρητήρια έγκαιρης προειδοποίησης υπήρχαν και στην άλλη άκρη του κόλπου Λάρνακας. Ένα στο χωριό Πύλα, που σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση κι ένα παραθαλάσσια του χωριού Ξυλοφάγου. Ο πύργος της Αλαμινού ήταν κι αυτός ενταγμένος στο ίδιο σύστημα.
Το 1546 ο Τσέχος Ολτριχτ Πρέφατ δίνει επίσης την πληροφορία ότι στον Ναό του Αγίου Λαζάρου λειτουργούσε νεκροταφείο όπου έθαψαν ένα από τους συντρόφους του που πέθανε στην διάρκεια του ταξιδιού. Πολλοί από τους τάφους ταξιδιωτών που θάφτηκαν στον Άγιο Λάζαρο σώζονται μέχρι σήμερα. Το 1557 ο Ενετός Προνοητής και Σύνδικος της Κύπρου Σεπάστιαν Βερνιέρ μερίμνησε για την επιδιόρθωση του Ναού του Αγίου Λαζάρου, που για χρόνια χρειαζόταν σοβαρές συντηρήσεις, όπως είχαμε δει προηγουμένως σε μαρτυρίες διάφορων επισκεπτών. Φαίνεται ότι πέραν από τις επιδιορθώσεις, ο Σεπάστιαν Βερνιέρ, ο οποίος ήταν ο θριαμβευτής αργότερα της ναυμαχίας της Ναυπάκτου (1572), έκανε την προσθήκη της νότιας στοάς του Ναού η οποία είναι σε καθαρά Γοτθικού ρυθμού. Ο Άγιος Λάζαρος, ήδη από την εποχή της Ελένης Παλαιολογίνας (1450-1458) έχει Καθολικές αλλά και ορθόδοξες λειτουργίες, πράγμα που επίσης μαρτυρείται από επισκέπτες της εποχής. Το 1565 η Βενετική Σύγκλητος δίνει εντολές για την αποπεράτωση των οικιών στο στρατόπεδο του ελαφρού ιππικού στις αλυκές, εν μέσω διαφωνιών ως προς το πια θα ήταν η ορθότερη στρατηγική για την αντιμετώπιση της Τουρκικής απειλής. Μια σοβαρή άποψη ήταν ότι η άμυνα έπρεπε να γίνει στις παραθαλάσσιες πόλεις όπου ο στόλος θα μπορούσε να βοηθήσει αποτελεσματικά στην υπεράσπιση τους, και επομένως θα έπρεπε να αναβαθμισθούν οι οχυρώσεις της Λάρνακας, Λεμεσού και Πάφου, πέραν αυτών της Αμμοχώστου και Κερύνειας. Η άποψη που τελικά επικράτησε ήταν ότι η άμυνα θα γινόταν μόνο στην Λευκωσία, Αμμόχωστο και Κερύνεια, όπου η αναβάθμιση των τειχών τους άρχισε το 1565. Ο Βισκούντης Λευκωσίας Πιέτρο Βαλτέριο ανάφερε ότι το 1567 μετά από μια μεγάλη τρικυμία καταποντίσθηκαν στο λιμάνι των Αλυκών 20 καράβια φορτωμένα εμπορεύματα. Μια απίστευτη μαρτυρία για την σημαντικότητα της Λάρνακας στο τέλος της Ενετοκρατίας.
1474-1489 Η ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΚΟΡΝΑΡΟ
Το 1474 πέρασε από την Λάρνακα ο Αλεσσάντρο Ρινουτσίνι που λέει επί λέξη «... Περί το ένα τέταρτο του μιλιού από το λιμάνι των Αλυκών (ήταν περίπου εκεί που είναι σήμερα το ψαρολίμανο) στην παραλία, υπάρχουν διάφορα ίχνη που μαρτυρούν ότι σ΄ αυτό το μέρος βρισκόταν κάποτε μια θαυμαστή αρχαία πόλη. Από τα κτίσματα της απέμεινε τώρα μόνο ένας πύργος (το κάστρο της Λάρνακας), που ορθώνεται εκεί ακέραιος. Υπήρχε επίσης μια αρχαία εκκλησία η οποία αν και στέκει ακόμη, ωστόσο οι τοίχοι της είναι σε πολλά μέρη κατεστραμμένοι. Επίσης της απέμειναν οι τρεις τρούλοι καθώς και οι αψίδες και οι κολόνες. Λέγεται ότι η εκκλησία είναι αφιερωμένη στον Άγιο Λάζαρο. Αλλά οι άπιστοι (εννοεί οι ορθόδοξοι) κάτοικοι αυτής της χώρας έχουν εκεί ζωοπάζαρο με γαϊδούρια και χοίρους. Σε πολλά μέρη της πόλης διακρίνονται τα κατάλοιπα διαφόρων κτιρίων και ανακτόρων ευγενών και σωροί από μεγάλους ογκόλιθους....». Ο Ρινουτσίνη δεν αναγνώρισε ανάμεσα στα κατάλοιπα διαφόρων κτηρίων άλλη εκκλησία εκτός αυτή του Αγίου Λαζάρου. Από τις πιο πάνω αναφορές μαθαίνουμε λοιπόν ότι ο Άγιος Λάζαρος χρειαζόταν ριζική συντήρηση, πράγμα που έκαναν μερικές δεκαετίες αργότερα οι Ενετοί, όπως φαίνεται από την σχετική αλληλογραφία που ανακάλυψε πρόσφατα η Κύπρια ερευνήτρια Νάσα Παταπίου στα αρχεία της Βενετίας. Οι 3 τρούλοι της εκκλησίας μαρτυρείται ότι υπήρχαν καθ όλη την Φραγκοκρατία. Είναι λοιπόν πιθανότερο ότι κατεδαφίσθηκαν από τους Τούρκους μετά το 1571. Το κάστρο διατηρείτο επίσης σε αρκετά καλή κατάσταση. Μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε από τις πιο πάνω αναφορές ότι υπήρχαν ακόμη πολλά ίχνη της μεγάλης καταστροφής στην παραλιακή πόλη, που έγινε κατά την διάρκεια της εισβολής των μαμελούκων το 1425-26 και του εμφυλίου πολέμου του 1460-64. Τέλος σημειώνουμε την παράδοση να λειτουργούν ζωοπάζαρα κοντά στις εκκλησίες της πόλης. Αυτή η πολύ χρήσιμη εμπορική παράδοση σώθηκε μέχρι τις μέρες μας στο πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου όπου στην είσοδο της πόλης στο δασάκι απέναντι από το νεκροταφείο οργανωνόταν ζωοπάζαρο. Αυτό γινόταν εκεί μέχρι το 1970, όπου ζωοπάζαρο πέραν από την γιορτή του Αγίου Γεωργίου, διοργανωνόταν και κατά την διάρκεια του Κατακλυσμού στον ίδιο ακριβώς χώρο.
Μια άλλη αναφορά της εποχής από τον γερμανό ιππότη Κόνραντ Γκρούνεμπεργκ, που πέρασε από την Λάρνακα το 1486 λέει «... Κατά το ταξίδι της επιστροφής μας από τους Άγιους Τόπους παρασυρθήκαμε από δυνατή καταιγίδα στο λιμάνι των Αλυκών. Στο λιμάνι είδαμε 3 μεγάλες φορτηγίδες που φόρτωναν αλάτι και ξυλεία στα καράβια. Πιο πέρα από τις Αλυκές, στους πρόποδες ενός λόφου κοντά στη θάλασσα, βρίσκεται ένα κτήριο. Μπροστά απ’ αυτό υπάρχει ένας φούρνος και μια συστάδα δένδρων που προσφέρει σκιά. Εκεί μαζεύτηκαν οι Κύπριοι έμποροι όταν έφθασαν τα 4 καράβια μας. Το ίδιο έκανα και οι έμποροι από τα καράβια που έφθασαν. Εκεί άπλωσαν όλοι τα εμπορεύματα τους. Οι Κύπριοι διαθέταν διάφορα λινά, μεταξωτά και βαμβακερά υφάσματα και διάφορα κεραμικά αντικείμενα. Οι έμποροι από τα καράβια εξέθεσαν εμπορεύματα από την Βενετία, και την Γερμανία, τα οποία όμως πωλούσαν σε ψηλές τιμές». Το παζάρι λοιπό ανταλλαγής ή πώλησης εμπορευμάτων κοντά στην παραλία της Λάρνακας ήταν ευκαιριακό όταν υπήρχε άφιξη επισκεπτών. Είναι πολύ πιθανόν ότι κατά τις υπόλοιπες μέρες να λειτουργούσε για τους ντόπιους σε διαφορετικό σημείο της πόλης, πιθανότερο στον Λάρνακα όπου ήταν συγκεντρωμένος ο όγκος του πληθυσμού της πόλης. Ο όγκος όμως του εξαγωγικού εμπορίου γινόταν από τις Αλυκές. Το λιμάνι των Αλυκών ήταν ένα καλό αγκυροβόλιο αφού τα καράβια φόρτωναν με την βοήθεια φορτηγίδων. Η τροφοδοσία των πλοίων, όπως μαρτυρεί ο Ιππότης Κόνραντ, διευκολυνόταν με την ύπαρξη φούρνου κοντά στο λιμάνι, αφού τα παξιμάδια και οι γαλέτες ήταν το κυριότερο είδος ζήτησης από τα καράβια γιατί διατηρούνται μεγάλα χρονικά διαστήματα. Πολλών ειδών υφάσματα και κεραμικά καθημερινής χρήσης παραγόντουσαν στην Κύπρο και είχαν ζήτηση από τους επισκέπτες. Τέλος μπορούμε να συμπεράνουμε ότι τα εισαγόμενα είδη ήταν σπάνια και ακριβά αυτή την περίοδο.
Οι Ενετοί σταδιακά αλλά αποφασιστικά εδραιώνουν την εξουσία τους στην Κύπρο. Με την δικαιολογία της στήριξης και προστασίας της Βασίλισσας Αικατερίνης Κορνάρο, εξουδετέρωσαν σταδιακά όλες τις άλλες πολιτικές δυνάμεις στο νησί και ανάλαβαν στην πραγματικότητα οι ίδιοι την διακυβέρνηση. Παραμέρισαν σε μεγάλο βαθμό και την ίδια την Βασίλισσα η οποία είχε τον ρόλο απλώς της επικύρωσης και νομιμοποίησης των Ενετικών αποφάσεων. Για καλό και για κακό οι Ενετοί απομάκρυναν από την Κύπρο όλους τους ζώντες συγγενείς του τελευταίου Λουζινιάν. Σε ηλικία 12 ετών πέθανε στο Φρούριο της Πάδοβα η νόθη κόρη του Ιακώβου Β΄ Κάρλα, ενώ στην Βενετία και υπό τον έλεγχο των αρχών, έζησαν οι δυο νόθοι γιοι του Ιακώβου Β΄ . Σταδιακά απομακρύνθηκαν από την Κύπρο και οι Κύπριοι λαϊκοί ηγέτες των Ορθοδόξων Ελλήνων που υποστήριζαν την Βασίλισσα, όπως ο Στέφανος Κουδουνάς και Ιωάννης Μαύρος, καθώς και πολλοί ευγενείς υποστηρικτές της Αικατερίνης. Έχουμε λοιπόν για 15 χρόνια την επικυριαρχία των Ενετών στην Κύπρο, οι οποίοι όμως περίμεναν την κατάλληλη στιγμή για ενσωμάτωση της Κύπρου στο κράτος τους.
Τον Ιούνιο του 1486, οι Ενετοί μετάφεραν όλο τον στόλο τους στην Κύπρο γιατί ο Σουλτάνος της Κωνσταντινούπολης έπλευσε με όλο του τον στόλο εναντίον του Μαμελούκου Σουλτάνου της Αιγύπτου. Οι προθέσεις των Τούρκων ήταν πολύ απειλητικές και για την Κύπρο. Έτσι δυνατός στόλος των Ενετών παράμεινε στην Κύπρο σαν αποτρεπτική δύναμη μέχρι τέλους των εχθροπραξιών μεταξύ των δύο Σουλτάνων το 1488. Οι Ενετοί είναι πλέον πεισμένοι ότι για να αποτρέψουν τους Τούρκους αλλά και τους Μαμελούκους από του να καταλάβουν την Κύπρο έπρεπε να τους δείξουν ότι η Κύπρος ανήκει στην Βενετία και ότι η Γαληνοτάτη Δημοκρατία θα αμυνόταν με αποτελεσματικότητα. Για να γίνει αυτό έπρεπε να απομακρυνθεί η Αικατερίνη, η οποία επιπλέον σχεδίαζε μυστικά από τους Ενετούς νέο γάμο, πράγμα που αν γινόταν θα περιέπλεκε πολύ την βελούδινη διαδοχή τους στην Κύπρο. Τον Οκτώβριο του 1488 λήφθηκε από τους Ενετούς η τελική απόφαση την οποία διατάχθηκε να εφαρμόσει ο γενικός καπετάνιος της θάλασσας Φραγκίσκο Πριούλι. Ο Ναύαρχος θα έπρεπε να επιβιβάσει την Βασίλισσα σε μια γαλέρα με προορισμό την Βενετία, ενώ ο στόλος θα έπρεπε να παραμείνει στην Κύπρο έτοιμος για κάθε ενδεχόμενο. Για να αποφευχθούν όμως περιπλοκές στην διαδοχή θα έπρεπε η Αικατερίνη να αποχωρήσει οικειοθελώς και να εκχωρήσει τα δικαιώματα της στον διάδοχο και κηδεμόνα της, δηλαδή την Γαληνοτάτη Δημοκρατία. Τα πράγματα απλοποιήθηκαν επειδή το 1487 είχε αποθάνει και η πρώην Βασίλισσα της Κύπρου Καρλότα, η αδελφή του Ιακώβου Β΄. Για να πεισθεί η Αικατερίνη επιστρατεύθηκαν η μητέρα της αλλά κυρίως ο αδελφός της και τα Ενετικά της αισθήματα. Η οριστική αποχώρηση της Αικατερίνης από την Κύπρο, εν μέσω βαρύτατης ατμόσφαιρας και οδυρμών έγινε τελικά τον Φεβρουάριο του 1489. Διάφορες αποχαιρετιστήριες τελετές έγιναν στην Λευκωσία και την Αμμόχωστο. Οι Αλυκές παρέμεναν όμως ο κατ’ εξοχή τόπος εσόδων και εμπορίου για το κράτος. Αυτή την περίοδο ο Γάλλος επισκέπτης Ζιαν ντε Κισαρμουά μαρτυρεί ότι οι Ενετοί μάζευαν από τις Αλυκές αλάτι το οποίο εξήγαγαν με εκατό πλοία ετησίως με τεράστια αξία σε χρυσάφι. Επίσης οι Αλυκές άρχισαν να συγκεντρώνουν μεγαλύτερο πληθυσμό αφού πολλοί έμποροι μετακινήθηκαν από την Αμμόχωστο προς την Λάρνακα όπου οικοδόμησαν νέα σπίτια και αποθήκες. Η νέα κατάσταση πραγμάτων στις Αλυκές και τον Λάρνακα ενόχλησε τους κατοίκους της Αμμοχώστου, που με επιστολή τους προς το Δόγη πριν περάσουν δύο χρόνια από την προσάρτηση της Κύπρου, ζητούσαν όπως με κάποια κίνητρα προς όφελος της Αμμοχώστου περιορίσει την πάρα πέρα ανάπτυξη του λιμανιού της Λάρνακας. Η απάντηση του Δόγη σύμφωνα με το Αρχείο της Βενετίας που αποκάλυψε πρόσφατα η Νάσα Παταπίου, ήταν αρνητική. Τους λόγους της άρνησης θα τους δούμε στο επόμενο κεφάλαιο.
Μια άλλη αναφορά της εποχής από τον γερμανό ιππότη Κόνραντ Γκρούνεμπεργκ, που πέρασε από την Λάρνακα το 1486 λέει «... Κατά το ταξίδι της επιστροφής μας από τους Άγιους Τόπους παρασυρθήκαμε από δυνατή καταιγίδα στο λιμάνι των Αλυκών. Στο λιμάνι είδαμε 3 μεγάλες φορτηγίδες που φόρτωναν αλάτι και ξυλεία στα καράβια. Πιο πέρα από τις Αλυκές, στους πρόποδες ενός λόφου κοντά στη θάλασσα, βρίσκεται ένα κτήριο. Μπροστά απ’ αυτό υπάρχει ένας φούρνος και μια συστάδα δένδρων που προσφέρει σκιά. Εκεί μαζεύτηκαν οι Κύπριοι έμποροι όταν έφθασαν τα 4 καράβια μας. Το ίδιο έκανα και οι έμποροι από τα καράβια που έφθασαν. Εκεί άπλωσαν όλοι τα εμπορεύματα τους. Οι Κύπριοι διαθέταν διάφορα λινά, μεταξωτά και βαμβακερά υφάσματα και διάφορα κεραμικά αντικείμενα. Οι έμποροι από τα καράβια εξέθεσαν εμπορεύματα από την Βενετία, και την Γερμανία, τα οποία όμως πωλούσαν σε ψηλές τιμές». Το παζάρι λοιπό ανταλλαγής ή πώλησης εμπορευμάτων κοντά στην παραλία της Λάρνακας ήταν ευκαιριακό όταν υπήρχε άφιξη επισκεπτών. Είναι πολύ πιθανόν ότι κατά τις υπόλοιπες μέρες να λειτουργούσε για τους ντόπιους σε διαφορετικό σημείο της πόλης, πιθανότερο στον Λάρνακα όπου ήταν συγκεντρωμένος ο όγκος του πληθυσμού της πόλης. Ο όγκος όμως του εξαγωγικού εμπορίου γινόταν από τις Αλυκές. Το λιμάνι των Αλυκών ήταν ένα καλό αγκυροβόλιο αφού τα καράβια φόρτωναν με την βοήθεια φορτηγίδων. Η τροφοδοσία των πλοίων, όπως μαρτυρεί ο Ιππότης Κόνραντ, διευκολυνόταν με την ύπαρξη φούρνου κοντά στο λιμάνι, αφού τα παξιμάδια και οι γαλέτες ήταν το κυριότερο είδος ζήτησης από τα καράβια γιατί διατηρούνται μεγάλα χρονικά διαστήματα. Πολλών ειδών υφάσματα και κεραμικά καθημερινής χρήσης παραγόντουσαν στην Κύπρο και είχαν ζήτηση από τους επισκέπτες. Τέλος μπορούμε να συμπεράνουμε ότι τα εισαγόμενα είδη ήταν σπάνια και ακριβά αυτή την περίοδο.
Οι Ενετοί σταδιακά αλλά αποφασιστικά εδραιώνουν την εξουσία τους στην Κύπρο. Με την δικαιολογία της στήριξης και προστασίας της Βασίλισσας Αικατερίνης Κορνάρο, εξουδετέρωσαν σταδιακά όλες τις άλλες πολιτικές δυνάμεις στο νησί και ανάλαβαν στην πραγματικότητα οι ίδιοι την διακυβέρνηση. Παραμέρισαν σε μεγάλο βαθμό και την ίδια την Βασίλισσα η οποία είχε τον ρόλο απλώς της επικύρωσης και νομιμοποίησης των Ενετικών αποφάσεων. Για καλό και για κακό οι Ενετοί απομάκρυναν από την Κύπρο όλους τους ζώντες συγγενείς του τελευταίου Λουζινιάν. Σε ηλικία 12 ετών πέθανε στο Φρούριο της Πάδοβα η νόθη κόρη του Ιακώβου Β΄ Κάρλα, ενώ στην Βενετία και υπό τον έλεγχο των αρχών, έζησαν οι δυο νόθοι γιοι του Ιακώβου Β΄ . Σταδιακά απομακρύνθηκαν από την Κύπρο και οι Κύπριοι λαϊκοί ηγέτες των Ορθοδόξων Ελλήνων που υποστήριζαν την Βασίλισσα, όπως ο Στέφανος Κουδουνάς και Ιωάννης Μαύρος, καθώς και πολλοί ευγενείς υποστηρικτές της Αικατερίνης. Έχουμε λοιπόν για 15 χρόνια την επικυριαρχία των Ενετών στην Κύπρο, οι οποίοι όμως περίμεναν την κατάλληλη στιγμή για ενσωμάτωση της Κύπρου στο κράτος τους.
Τον Ιούνιο του 1486, οι Ενετοί μετάφεραν όλο τον στόλο τους στην Κύπρο γιατί ο Σουλτάνος της Κωνσταντινούπολης έπλευσε με όλο του τον στόλο εναντίον του Μαμελούκου Σουλτάνου της Αιγύπτου. Οι προθέσεις των Τούρκων ήταν πολύ απειλητικές και για την Κύπρο. Έτσι δυνατός στόλος των Ενετών παράμεινε στην Κύπρο σαν αποτρεπτική δύναμη μέχρι τέλους των εχθροπραξιών μεταξύ των δύο Σουλτάνων το 1488. Οι Ενετοί είναι πλέον πεισμένοι ότι για να αποτρέψουν τους Τούρκους αλλά και τους Μαμελούκους από του να καταλάβουν την Κύπρο έπρεπε να τους δείξουν ότι η Κύπρος ανήκει στην Βενετία και ότι η Γαληνοτάτη Δημοκρατία θα αμυνόταν με αποτελεσματικότητα. Για να γίνει αυτό έπρεπε να απομακρυνθεί η Αικατερίνη, η οποία επιπλέον σχεδίαζε μυστικά από τους Ενετούς νέο γάμο, πράγμα που αν γινόταν θα περιέπλεκε πολύ την βελούδινη διαδοχή τους στην Κύπρο. Τον Οκτώβριο του 1488 λήφθηκε από τους Ενετούς η τελική απόφαση την οποία διατάχθηκε να εφαρμόσει ο γενικός καπετάνιος της θάλασσας Φραγκίσκο Πριούλι. Ο Ναύαρχος θα έπρεπε να επιβιβάσει την Βασίλισσα σε μια γαλέρα με προορισμό την Βενετία, ενώ ο στόλος θα έπρεπε να παραμείνει στην Κύπρο έτοιμος για κάθε ενδεχόμενο. Για να αποφευχθούν όμως περιπλοκές στην διαδοχή θα έπρεπε η Αικατερίνη να αποχωρήσει οικειοθελώς και να εκχωρήσει τα δικαιώματα της στον διάδοχο και κηδεμόνα της, δηλαδή την Γαληνοτάτη Δημοκρατία. Τα πράγματα απλοποιήθηκαν επειδή το 1487 είχε αποθάνει και η πρώην Βασίλισσα της Κύπρου Καρλότα, η αδελφή του Ιακώβου Β΄. Για να πεισθεί η Αικατερίνη επιστρατεύθηκαν η μητέρα της αλλά κυρίως ο αδελφός της και τα Ενετικά της αισθήματα. Η οριστική αποχώρηση της Αικατερίνης από την Κύπρο, εν μέσω βαρύτατης ατμόσφαιρας και οδυρμών έγινε τελικά τον Φεβρουάριο του 1489. Διάφορες αποχαιρετιστήριες τελετές έγιναν στην Λευκωσία και την Αμμόχωστο. Οι Αλυκές παρέμεναν όμως ο κατ’ εξοχή τόπος εσόδων και εμπορίου για το κράτος. Αυτή την περίοδο ο Γάλλος επισκέπτης Ζιαν ντε Κισαρμουά μαρτυρεί ότι οι Ενετοί μάζευαν από τις Αλυκές αλάτι το οποίο εξήγαγαν με εκατό πλοία ετησίως με τεράστια αξία σε χρυσάφι. Επίσης οι Αλυκές άρχισαν να συγκεντρώνουν μεγαλύτερο πληθυσμό αφού πολλοί έμποροι μετακινήθηκαν από την Αμμόχωστο προς την Λάρνακα όπου οικοδόμησαν νέα σπίτια και αποθήκες. Η νέα κατάσταση πραγμάτων στις Αλυκές και τον Λάρνακα ενόχλησε τους κατοίκους της Αμμοχώστου, που με επιστολή τους προς το Δόγη πριν περάσουν δύο χρόνια από την προσάρτηση της Κύπρου, ζητούσαν όπως με κάποια κίνητρα προς όφελος της Αμμοχώστου περιορίσει την πάρα πέρα ανάπτυξη του λιμανιού της Λάρνακας. Η απάντηση του Δόγη σύμφωνα με το Αρχείο της Βενετίας που αποκάλυψε πρόσφατα η Νάσα Παταπίου, ήταν αρνητική. Τους λόγους της άρνησης θα τους δούμε στο επόμενο κεφάλαιο.
1460-1474 Ο ΙΑΚΩΒΟΣ Β΄ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΛΟΥΖΙΝΙΑΝ
Ένα από τα πρώτα σημαντικά κέντρα του Βασιλείου που έθεσε άμεσα υπό τον έλεγχο του ο Ιάκωβος με την βοήθεια των μαμελούκων ήταν οι Αλυκές. Λίγο αργότερα έθεσε υπό τον έλεγχο του και την Λευκωσία. Οι ευγενείς και ο λαός διχάσθηκαν. Οι παλιοί ευγενείς και Φεουδάρχες στήριζαν την Καρλότα ενώ μια νέα τάξη φιλόδοξων παλιών και νέων στήριξε τον Ιάκωβο. Η Καρλότα και ο Βασιλιάς σύζυγος της αποφασίζουν να αμυνθούν στην Κερύνεια. Στις αρχές Νοεμβρίου του 1460, ο Διοικητής των Αλυκών Γεώργιος Βουστρώνιος σημειώνει στο Χρονικό του ότι πήρε εντολή από τον Ιάκωβο να στρατολογήσει άνδρες από την περιοχή των Αλυκών και να τους πάρει στην Λευκωσία για την ενίσχυση του στρατεύματος του. Ο Βουστρώνιος συγκέντρωσε συνολικά 225 άνδρες οπλισμένους με τόξα, καθόλου ευκαταφρόνητο αριθμό για το πληθυσμό της Κύπρου αυτής της εποχής. Φαίνεται λοιπόν ότι η ευρύτερη Λάρνακα είχε αυτή την περίοδο σημαντικό πληθυσμό. Ο Βουστρώνιος συνέχισε και αργότερα να στρατολογεί για τον Ιάκωβο άνδρες όχι μόνο από τις Αλυκές αλλά και από τα ευρωπαϊκά καράβια που έδεναν στο λιμάνι. Από τις Αλυκές ναύλωσε ο Ιάκωβος 2 ξένα καράβια, και τους έδωσε χαρτιά για να πάνε στην Τρίπολη και να επιστρέψουν με νέες ενισχύσεις από Μαμελούκους στρατιώτες. Αυτό έγινε κατά τον Γεώργιο Βουστρώνιο τον Μάιο του 1461. Σύντομα η μόνη αντίσταση κατά της εξουσίας του Ιακώβου Β΄ (1460-1473) και η μη αναγνώριση του, προερχόταν μόνο από την Κερύνεια της Καρλότας, την Αμμόχωστο των Γενουατών και το Κολλόσι των Ιωαννιτών Ιπποτών, που αντιτίθεντο προσπαθώντας να κρατήσουν τις ισορροπίες μεταξύ των δύο αδελφών. Όλο το άλλο Βασίλειο βρισκόταν στα χέρια του Ιακώβου και των συμμάχων του.
Τον Ιούνιο του 1461 ο Ιάκωβος ναυμάχησε με μερικά καράβια των Γενουατών που μετέφεραν προμήθειες στην Αμμόχωστο. Αυτά περνούσαν ανοικτά των Αλυκών και ο Ιάκωβος με τα καράβια του που είχε στις Αλυκές τα καταδίωξε και τα αιχμαλώτισε με όλες τους τις προμήθειες. Η Καρλότα έφυγε από την Κερύνεια το ίδιο καλοκαίρι του 1461 για να εξασφαλίσει βοήθεια από την Ευρώπη. Ο Γεώργιος Βουστρώνιος τον Οκτώβρη του ίδιου έτους δέχεται στις Αλυκές την επίσκεψη γαλέρων από την Καταλονία με επικεφαλής τον Τζαν Πέρες. Ο Τζιβιτάνος προσπάθησε να επιστρατεύσει τα πλοία προς όφελος του Βασιλιά Ιακώβου. Για να δοθεί καιρός στον Βασιλιά να απαντήσει, ο Βουστρώνιος φιλοξένησε τον Πέρες στο σπίτι του στον «Λάρνακαν». Εκεί έφαγε κοιμήθηκε και αφού ο Τζιβιτάνος τον κράτησε κοντά του και τον έπεισε ότι από τον Βασιλιά θα μείνει πολύ ευχαριστημένος, ο Πέρες έμεινε τελικά στην Κύπρο και στην υπηρεσία του Ιακώβου. Ο Βασιλιάς ήταν πολύ απλόχερος σ’ όσους τον βοήθησαν να παγιώσει την εξουσία του και διένειμε φέουδα στους περισσότερους απ’ αυτούς ντόπιους και ξένους. Ο σύζυγος της Καρλότας, Λουδοβίκος έφυγε κι αυτός από την Κερύνεια προς αναζήτηση βοήθειας από την οικογένεια του στην Δύση το 1463. Μάταιη όμως απέβη η προσπάθεια και των δύο με αποτέλεσμα η Κερύνεια να καταληφθεί το 1464 από τον Ιάκωβο λίγο μετά την παράδοση της Αμμοχώστου, που παρέμενε κι αυτή χρόνια πολιορκημένη. Μετά από 4 χρόνια εμφύλιου πολέμου ο σφετεριστής Βασιλιάς κατάφερε όχι μόνο να απλώσει την εξουσία του σ’ όλο το Βασίλειο αλλά κατάφερε να επανεντάξει και την Αμμόχωστο μετά από 91 χρόνια Γενουατικής κατοχής.
Το 1468 ο Ιάκωβος νομίζει ότι τελικά παίρνει και την διεθνή αναγνώριση αφού διευθετήθηκε ο γάμος του με την Ενετή αριστοκράτισσα Αικατερίνη Κορνάρο, η οποία τότε ήταν μόλις 14 ετών. Η Αικατερίνη υιοθετήθηκε επίσημα από το κράτος της Βενετίας το 1472, πράγμα που σήμαινε ότι σε περίπτωση μη ύπαρξης απογόνων, το Στέμμα των Λουζινιανών κληρονομιόταν από τον κηδεμόνα, που ήταν η ίδια η Βενετία. Η μεγάλη αστάθεια και ο μεγάλος κίνδυνος που προκάλεσε ο επιπόλαιος χειρισμός του Ιακώβου με την ανάμιξη των εχθρών του Χριστιανισμού και της Δύσης στα θέματα του τελευταίου προπυργίου τους στην Ανατολή, ανάγκαζε τώρα την Δύση υποχθόνια να βρει νέους πιο αξιόπιστους και δυνατούς κυβερνήτες στην Κύπρο. Η Ενετική Δημοκρατία, που ήταν τώρα η κυριότερη δύναμη της Δύσης και ο Δόγης ανάλαβαν βελούδινα αλλά πολύ αποτελεσματικά αυτή την αποστολή. Ο γάμος του Ιακώβου έγινε με την ενηλικίωση της Αικατερίνης, η οποία στην ίδια τελετή στέφθηκε Βασίλισσα της Κύπρου (1472). Ο Ιάκωβος Β΄ όμως αρρωστά και πεθαίνει μυστηριωδώς το επόμενο έτος σε ηλικία 33 ετών. Το ίδιο παθαίνει και ο γιος του που γέννησε η Αικατερίνη λίγο αργότερα. Ο δρόμος για την απόκτηση του Στέμματος των Λουζινιανών από την Βενετία είναι τώρα ορθάνοικτος.
Η εύνοια προς τους Ενετούς ήταν ήδη η επίσημη πολιτική του κυπριακού κράτους από την ημέρα της κατάληξης του συνοικεσίου του Ιακώβου Β΄ με την Ενετή Αριστοκράτισσα. Από πριν αλλά περισσότερο μετά τον θάνατο του Ιακώβου, πολλοί Ενετοί απέκτησαν τώρα γαίες στην Λάρνακα. Η οικογένεια Ποδοκάταρο στο Κίτιν, δηλαδή την Παραλιακή Λάρνακα και ο Φίλιππος τε Νόρες την Αγρίνου, δηλαδή την περιοχή του Αγίου Γεωργίου Μακρή όπου ο Αλευρόμυλος και το πέρασμα του πανάρχαιου υδραγωγείο της πόλης. Αργότερα η οικογένεια των Συγκλητικών αποκτά φέουδο στον Λάρνακαν. Η ίδια η πόλη έχει τώρα ακόμη περισσότερους επισκέπτες, που άφησαν διάφορες ενδιαφέρουσες μαρτυρίες. Καταγράφουμε αυτή του 1470 από τον επισκέπτη Φον Κίρκμπεργκ, που λέι ότι στην παραλία βρισκόταν ένας φτωχός οικισμός κοντά στον Ναό του Αγίου Λαζάρου, που όμως αναγνωρίζει ότι ήταν αξιόλογο οικοδόμημα. Μιλά επίσης και για ένα ακάθαρτο πανδοχείο, κάτι που αναφέρουν κι άλλοι επισκέπτες αυτή την περίοδο. Ο Φον Κίρκμπεργκ σημειώνει επίσης τα ερείπια μιας άλλης εκκλησίας, όπου είδε Έλληνες να τρώνε και να πίνουν. Η ενδιαφέρουσα αυτή μαρτυρία για δεύτερη εκκλησία στην παραλιακή Λάρνακα μας κάνει να υποθέσουμε ότι ο επισκέπτης προφανώς είδε τα ερείπια της εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης κοντά στο κάστρο όπου ξανακτίσθηκε επί Αικατερίνης Κορνάρο και έγινε με την Οθωμανική κατάκτηση το 1570 το πρώτο Τζαμί των Τούρκων στην Κύπρο. Αυτό που είδε ο περιηγητής ήταν πιθανότατα η παλιά προυπάρχουσα εκκλησία, που ήταν ερειπωμένη πριν κτισθεί επί Αικατερίνης το νέο οικοδόμημα που σώζεται μέχρι σήμερα σαν το Κεπίρ Τζαμί δίπλα στο Κάστρο. Ο Φον Κίρκμπεργκ προφανώς δεν είχε πάει στον Λάρνακαν, που ήταν το σπίτι του διοικητή Βουστρώνιου ή «Larnacho», όπως σημειώνουν οι χάρτες της εποχής και που ήταν ο κύριος οικισμός της περιοχής λιγότερο από ένα χιλιόμετρο μακριά από την θάλασσα.
Μετά τον θάνατο του Ιακώβου Β΄ το Βασίλειο της Κύπρου περνά νέα κρίση. Η νεαρή Βασίλισσα γέννησε τον διάδοχο των Λουζινιάν το καλοκαίρι του 1473. Για την καλύτερη ασφάλεια που μπορούσαν να τις προσφέρουν οι Ενετοί με τον στόλο τους, η Αικατερίνη παραμένει στην Αμμόχωστο. Ενόσω ήταν εκεί δολοφονήθηκαν οι Ενετοί οι οποίοι θεωρήθηκαν ένοχοι για την δηλητηρίαση του συζύγου της. Οι Ενετοί δεν ήταν καθόλου δημοφιλής ανάμεσα στην παλιά άρχουσα τάξη η οποία προσπάθησε να πάρει συνωμοτικά την αρχή, χωρίς επιτυχία. Αντίθετα ο λαός της Λευκωσίας με αρχηγό κάποιο Έλληνα, τον Στέφανο Κουδουνά, καταλαμβάνει την πόλη και δηλώνει ότι θα την παραδώσει μόνο στην νεαρή Βασίλισσα. Οι Ενετοί, με την βοήθεια της μεγάλης δημοτικότητας της Αικατερίνης ανάμεσα στον Ελληνικό πληθυσμό γίνονται σύντομα οι απόλυτοι κυρίαρχοι του Βασιλείου. Ο Ιάκωβος Γ΄ σε ηλικία ενός έτους πεθαίνει από υψηλό πυρετό και έτσι η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας γίνεται ο νόμιμος διάδοχος του Βασιλείου της Κύπρου. Οι Λουζινιάν δεν υπάρχουν πια και ήταν πλέον θέμα χρόνου πως οι Ενετοί θα τροχοδρομούσαν την βελούδινη διαδοχή τους στο Βασίλειο της Κύπρου.
Τον Ιούνιο του 1461 ο Ιάκωβος ναυμάχησε με μερικά καράβια των Γενουατών που μετέφεραν προμήθειες στην Αμμόχωστο. Αυτά περνούσαν ανοικτά των Αλυκών και ο Ιάκωβος με τα καράβια του που είχε στις Αλυκές τα καταδίωξε και τα αιχμαλώτισε με όλες τους τις προμήθειες. Η Καρλότα έφυγε από την Κερύνεια το ίδιο καλοκαίρι του 1461 για να εξασφαλίσει βοήθεια από την Ευρώπη. Ο Γεώργιος Βουστρώνιος τον Οκτώβρη του ίδιου έτους δέχεται στις Αλυκές την επίσκεψη γαλέρων από την Καταλονία με επικεφαλής τον Τζαν Πέρες. Ο Τζιβιτάνος προσπάθησε να επιστρατεύσει τα πλοία προς όφελος του Βασιλιά Ιακώβου. Για να δοθεί καιρός στον Βασιλιά να απαντήσει, ο Βουστρώνιος φιλοξένησε τον Πέρες στο σπίτι του στον «Λάρνακαν». Εκεί έφαγε κοιμήθηκε και αφού ο Τζιβιτάνος τον κράτησε κοντά του και τον έπεισε ότι από τον Βασιλιά θα μείνει πολύ ευχαριστημένος, ο Πέρες έμεινε τελικά στην Κύπρο και στην υπηρεσία του Ιακώβου. Ο Βασιλιάς ήταν πολύ απλόχερος σ’ όσους τον βοήθησαν να παγιώσει την εξουσία του και διένειμε φέουδα στους περισσότερους απ’ αυτούς ντόπιους και ξένους. Ο σύζυγος της Καρλότας, Λουδοβίκος έφυγε κι αυτός από την Κερύνεια προς αναζήτηση βοήθειας από την οικογένεια του στην Δύση το 1463. Μάταιη όμως απέβη η προσπάθεια και των δύο με αποτέλεσμα η Κερύνεια να καταληφθεί το 1464 από τον Ιάκωβο λίγο μετά την παράδοση της Αμμοχώστου, που παρέμενε κι αυτή χρόνια πολιορκημένη. Μετά από 4 χρόνια εμφύλιου πολέμου ο σφετεριστής Βασιλιάς κατάφερε όχι μόνο να απλώσει την εξουσία του σ’ όλο το Βασίλειο αλλά κατάφερε να επανεντάξει και την Αμμόχωστο μετά από 91 χρόνια Γενουατικής κατοχής.
Το 1468 ο Ιάκωβος νομίζει ότι τελικά παίρνει και την διεθνή αναγνώριση αφού διευθετήθηκε ο γάμος του με την Ενετή αριστοκράτισσα Αικατερίνη Κορνάρο, η οποία τότε ήταν μόλις 14 ετών. Η Αικατερίνη υιοθετήθηκε επίσημα από το κράτος της Βενετίας το 1472, πράγμα που σήμαινε ότι σε περίπτωση μη ύπαρξης απογόνων, το Στέμμα των Λουζινιανών κληρονομιόταν από τον κηδεμόνα, που ήταν η ίδια η Βενετία. Η μεγάλη αστάθεια και ο μεγάλος κίνδυνος που προκάλεσε ο επιπόλαιος χειρισμός του Ιακώβου με την ανάμιξη των εχθρών του Χριστιανισμού και της Δύσης στα θέματα του τελευταίου προπυργίου τους στην Ανατολή, ανάγκαζε τώρα την Δύση υποχθόνια να βρει νέους πιο αξιόπιστους και δυνατούς κυβερνήτες στην Κύπρο. Η Ενετική Δημοκρατία, που ήταν τώρα η κυριότερη δύναμη της Δύσης και ο Δόγης ανάλαβαν βελούδινα αλλά πολύ αποτελεσματικά αυτή την αποστολή. Ο γάμος του Ιακώβου έγινε με την ενηλικίωση της Αικατερίνης, η οποία στην ίδια τελετή στέφθηκε Βασίλισσα της Κύπρου (1472). Ο Ιάκωβος Β΄ όμως αρρωστά και πεθαίνει μυστηριωδώς το επόμενο έτος σε ηλικία 33 ετών. Το ίδιο παθαίνει και ο γιος του που γέννησε η Αικατερίνη λίγο αργότερα. Ο δρόμος για την απόκτηση του Στέμματος των Λουζινιανών από την Βενετία είναι τώρα ορθάνοικτος.
Η εύνοια προς τους Ενετούς ήταν ήδη η επίσημη πολιτική του κυπριακού κράτους από την ημέρα της κατάληξης του συνοικεσίου του Ιακώβου Β΄ με την Ενετή Αριστοκράτισσα. Από πριν αλλά περισσότερο μετά τον θάνατο του Ιακώβου, πολλοί Ενετοί απέκτησαν τώρα γαίες στην Λάρνακα. Η οικογένεια Ποδοκάταρο στο Κίτιν, δηλαδή την Παραλιακή Λάρνακα και ο Φίλιππος τε Νόρες την Αγρίνου, δηλαδή την περιοχή του Αγίου Γεωργίου Μακρή όπου ο Αλευρόμυλος και το πέρασμα του πανάρχαιου υδραγωγείο της πόλης. Αργότερα η οικογένεια των Συγκλητικών αποκτά φέουδο στον Λάρνακαν. Η ίδια η πόλη έχει τώρα ακόμη περισσότερους επισκέπτες, που άφησαν διάφορες ενδιαφέρουσες μαρτυρίες. Καταγράφουμε αυτή του 1470 από τον επισκέπτη Φον Κίρκμπεργκ, που λέι ότι στην παραλία βρισκόταν ένας φτωχός οικισμός κοντά στον Ναό του Αγίου Λαζάρου, που όμως αναγνωρίζει ότι ήταν αξιόλογο οικοδόμημα. Μιλά επίσης και για ένα ακάθαρτο πανδοχείο, κάτι που αναφέρουν κι άλλοι επισκέπτες αυτή την περίοδο. Ο Φον Κίρκμπεργκ σημειώνει επίσης τα ερείπια μιας άλλης εκκλησίας, όπου είδε Έλληνες να τρώνε και να πίνουν. Η ενδιαφέρουσα αυτή μαρτυρία για δεύτερη εκκλησία στην παραλιακή Λάρνακα μας κάνει να υποθέσουμε ότι ο επισκέπτης προφανώς είδε τα ερείπια της εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης κοντά στο κάστρο όπου ξανακτίσθηκε επί Αικατερίνης Κορνάρο και έγινε με την Οθωμανική κατάκτηση το 1570 το πρώτο Τζαμί των Τούρκων στην Κύπρο. Αυτό που είδε ο περιηγητής ήταν πιθανότατα η παλιά προυπάρχουσα εκκλησία, που ήταν ερειπωμένη πριν κτισθεί επί Αικατερίνης το νέο οικοδόμημα που σώζεται μέχρι σήμερα σαν το Κεπίρ Τζαμί δίπλα στο Κάστρο. Ο Φον Κίρκμπεργκ προφανώς δεν είχε πάει στον Λάρνακαν, που ήταν το σπίτι του διοικητή Βουστρώνιου ή «Larnacho», όπως σημειώνουν οι χάρτες της εποχής και που ήταν ο κύριος οικισμός της περιοχής λιγότερο από ένα χιλιόμετρο μακριά από την θάλασσα.
Μετά τον θάνατο του Ιακώβου Β΄ το Βασίλειο της Κύπρου περνά νέα κρίση. Η νεαρή Βασίλισσα γέννησε τον διάδοχο των Λουζινιάν το καλοκαίρι του 1473. Για την καλύτερη ασφάλεια που μπορούσαν να τις προσφέρουν οι Ενετοί με τον στόλο τους, η Αικατερίνη παραμένει στην Αμμόχωστο. Ενόσω ήταν εκεί δολοφονήθηκαν οι Ενετοί οι οποίοι θεωρήθηκαν ένοχοι για την δηλητηρίαση του συζύγου της. Οι Ενετοί δεν ήταν καθόλου δημοφιλής ανάμεσα στην παλιά άρχουσα τάξη η οποία προσπάθησε να πάρει συνωμοτικά την αρχή, χωρίς επιτυχία. Αντίθετα ο λαός της Λευκωσίας με αρχηγό κάποιο Έλληνα, τον Στέφανο Κουδουνά, καταλαμβάνει την πόλη και δηλώνει ότι θα την παραδώσει μόνο στην νεαρή Βασίλισσα. Οι Ενετοί, με την βοήθεια της μεγάλης δημοτικότητας της Αικατερίνης ανάμεσα στον Ελληνικό πληθυσμό γίνονται σύντομα οι απόλυτοι κυρίαρχοι του Βασιλείου. Ο Ιάκωβος Γ΄ σε ηλικία ενός έτους πεθαίνει από υψηλό πυρετό και έτσι η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας γίνεται ο νόμιμος διάδοχος του Βασιλείου της Κύπρου. Οι Λουζινιάν δεν υπάρχουν πια και ήταν πλέον θέμα χρόνου πως οι Ενετοί θα τροχοδρομούσαν την βελούδινη διαδοχή τους στο Βασίλειο της Κύπρου.
Subscribe to:
Posts (Atom)