Thursday, April 9, 2009

1194-1205 Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΚΑΙ Η “L’ ARNICA”

Το έργο του Γκυ (Γουίδου) Λουζινιάν συμπλήρωσε με μεγαλύτερη ακόμη επιτυχία ο αδελφός του Αιμερύ (Αμάλρυχος), που τον διαδέχθηκε (1194-1205) και στέφθηκε πρώτος Βασιλιάς της Κύπρου, με την έγκριση του Βασιλιά της Γερμανίας το 1197. Αργότερα ο Αιμερύ, λόγω του γάμου του στέφεται και Βασιλιάς της Ιερουσαλήμ. Το επίσημο Βυζάντιο διαμαρτυρήθηκε και ζήτησε την επιστροφή της Κύπρου αλλά μάταια, αφού οι δυτικοί, μια δεκαετία αργότερα το 1204, κατά την διάρκεια της 4ης σταυροφορίας καταλαμβάνουν και την ίδια την Κωνσταντινούπολη και στα πρότυπα των Αγίων Τόπων και της Κύπρου δημιουργούν Φραγκικά κράτη στην Ελλάδα, Μικρά Ασία και σχεδόν σ’ όλα τα εδάφη της Αυτοκρατορίας, πλην του Πόντου, της Ηπείρου και της Νίκαιας στην Μικρά Ασία κοντά στην Κωνσταντινούπολη, όπου οι Βυζαντινοί διατήρησαν εδάφη και δημιούργησαν τις ομώνυμες τους «Αυτοκρατορίες». 

 Η συνέχιση της σταυροφοριακής παρουσίας στις ακτές απέναντι από το Κίτιο συνέτεινε ώστε το λιμάνι του Κιτίου να διατηρήσει την σημαντικότητα του σαν ναυτική βάση τώρα των Λουζινιάν, ενώ η Λεμεσός στην αρχή αλλά ιδιαίτερα η Φαμαγκούστα αργότερα αναδύονται επί των Φράγκων σαν σημαντικότερα αστικά κέντρα και εμπορικά λιμάνια. Η Λεμεσός εκμισθώθηκε σε δυτικούς εμπόρους και τα δύο πρώτα χρόνια άφησαν στον βασιλιά Αιμερύ από ρεγάλα (ποσοστά) το μυθικό ποσό των 28.050 αργυρών βυζαντινών. Το συμπέρασμα ότι το Κίτιο και η ευρύτερη του περιοχή διατηρήθηκε για το κράτος και δεν διανεμήθηκε στους ευγενείς, συνάγεται από το γεγονός ότι στην Αραδίππου μαρτυρείται η ύπαρξη βασιλικού παλατιού και στρατόπεδο βασιλικής φρουράς (απλίκιν δεσποτικόν), στις Αλυκές στρατόπεδον (απλίκιν του πύργου των αλυκών), και στο Κίτιoν Πύργος, που ήταν όπως ήδη είδαμε πάνω στην θάλασσα και βοηθούσε στην προστασία του βασιλικού ναυτικού. Στο Κίτιον (Le Quid) μαρτυρείται επίσης ύπαρξη βασιλικής οικίας και κτήματος προφανώς πάνω στην θάλασσα. Αυτό το τελευταίο αποκλείεται να ήταν στο χωριό Κίτι αλλά ήταν με κάθε βεβαιότητα στην Λάρνακαν, για τους λόγους που θα εξηγήσουμε πιο κάτω. Τις αναφορές αυτές για την Λάρνακα σημειώνουν στα κείμενα τους οι μεσαιωνικοί χρονογράφοι της Κύπρου, όπως ο προαναφερθείς Λεόντιος Μαχαιράς, ο Φλώριος και Γεώργιος Βουστρώνιος καθώς και δυτικοί επισκέπτες ή συγγραφείς. 

Η διατήρηση της περιοχής Λάρνακας στην δικαιοδοσία του κράτους με την παρουσία στρατού ενισχύεται και από το γεγονός ότι η Λάρνακα είχε μεγάλα έσοδα από την εξόρυξη του άλατος τα οποία έπρεπε να διαφυλαχθούν για το στέμμα. Η μέχρι τις ημέρες μας συλλογή του άλατος από εργάτες από την Αραδίππου είναι πιθανόν να ανάγεται στα χρόνια αυτά, όπου οι Λουζινιάν μπορεί να παραχώρησαν αυτό το δικαίωμα στους έμπιστους ανθρώπους τους που εγκατάστησαν γύρο από το καλοκαιρινό τους παλάτι και βασιλικό στρατόπεδο για να έχουν οι Λουζινιανοί καλύτερο έλεγχο και να αποφεύγονται οι κλοπές ενός είδους πανάκριβου για την εποχή αυτή. Το ότι το Κίτιο λειτουργούσε σαν ναυτική βάση του βασιλικού ναυτικού, συνάγουμε από τις πολλές αναφορές για την διακίνηση των βασιλικών γαλέρων, των επιβατών τους, των απεσταλμένων ξένων αποστολών και του ίδιου του βασιλιά και του στρατού από την Λάρνακα ακόμη και τα χρόνια όπου η Αμμόχωστος ήταν το κυριότερο λιμάνι. 

Η οικονομική σημασία του άλατος είναι τέτοια που οι νεοφερμένοι γαλλόφωνοι Φράγκοι ονομάζουν πλέον το Κίτιον σύμφωνα με το πιο αναγνωρίσιμο του σημείο. Ονομάζουν λοιπόν την πόλη Αλυκές ή χρησιμοποιούν το Φραγκικό συνώνυμο «Σαλίνες». Η παραλιακή συνοικία της πόλης με το κάστρο και το Ναό του Αγίου Λαζάρου βρίσκονται εξ’ άλλου μόνο σε 400 μέτρα απόσταση από τις αλυκές. Το μέρος αυτό της πόλης ο χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς το καταγράφει στην γλώσσα του λαού ως «Κίτιν». Η ονομασία αυτή δεν έχει σχέση με το χωριό Κίτι, γιατί πάντα δίνεται σε αναφορές με δραστηριότητα σχετική με την θάλασσα, ενώ το χωριό Κίτι βρίσκεται σε απόσταση 7 χιλιομέτρων από την θάλασσα και η κοντινότερη του ακτή είναι εκτός του κόλπου Λάρνακας, που την καθιστά επικίνδυνη για προσάραξη πλοίων, σε αντίθεση με το οργανωμένο αγκυροβόλιο που λειτουργούσε μεταξύ του κάστρου Λάρνακας και αλυκών και δεχόταν εκατοντάδες πλοία τον χρόνο ιδιαίτερα την περίοδο της εξαγωγής του άλατος. Η ονομασία του χωριού Τζίτιν προέρχεται από το τοπωνύμιο Τζοίτα = Κοίτα, δηλαδή παρατηρητήριο, που λειτουργούσε εκεί κοντά για την έγκαιρη προειδοποίηση του λιμένος Λάρνακας σε περίπτωση πειρατών η επιδρομών από την εποχή του Βυζαντίου. Εξ’ άλλου σε κανένα Μεσαιωνικό χάρτη δεν φαίνεται η ονομασία Κίτιν, αλλά η ονομασία Άρπερα, που ήταν ο αρχαίος οικισμός στην σημερινή θέση που είναι το Τζοίτιν – Κίτιν.  

Σε απόσταση λιγότερο από 1 χιλιόμετρο από τις αλυκές βρίσκεται και η άλλη συνοικία της πόλης, αυτή που ο Γεώργιος Βουστρώνιος ονομάζει στα ελληνικά «τον Λάρνακαν», όπως δηλαδή στο αρσενικό ονομάζεται μέχρι σήμερα ή περιοχή Χρυσοπολίτισσας – Αγίου Ιωάννη – Μητρόπολης. Ο Λάρνακας επί Λουζινιάν παρέμεινε η περισσότερο κατοικημένη συνοικία της πόλης γιατί οι ληστρικές επιθέσεις από τα γύρω Μουσουλμανικά εδάφη έγιναν ξανά την περίοδο αυτή πολύ συχνές, έτσι ο πληθυσμός έμενε σε μικρή απόσταση για προστασία αφού η πόλη δεν ήταν οχυρωμένη.  

Οι νεοφερμένοι Φράγκοι, που μιλούσαν βέβαια Γαλλικά, άρχισαν επίσης να ονομάζουν τώρα το Κίτιο “Arnica” και στους χάρτες να σημειώνουν τ’ όνομα και να προσθέτουν το άρθρο και να ακούγεται “L’Arnica”, δηλαδή Λάρνακα. Στα γαλλικά όμως ARNICA σημαίνει «αναθρίκα». Μέχρι τις μέρες μας το φυτό που επικρατούσε γύρο από τις αλυκές και στις άλλες συνοικίες της πόλης ήταν πράγματι η αναθρίκα. Έτσι από παρανόηση νόμιζαν ότι η ονομασία Λάρνακα είχε σχέση με το χαρακτηριστικό φυτό της περιοχής. Η ονομασία Λάρνακα όπως είπαμε και στα πρώτα κεφάλαια είναι πανάρχαια και υπήρχε περιγράφοντας μια περιοχή της πόλης από τα αρχαϊκά χρόνια, όπου συναντούμε σε επιγραφή τον «Λαρνάκιο Δία». Οι γλωσσολόγοι εξ’ άλλου σημειώνουν ότι Κίτιον και Λάρνακα είναι συνώνυμα και σημαίνουν «Κιβωτός», επομένως στα ελληνικά είναι απόλυτα δικαιολογημένη η ύπαρξη και των δύο ονομάτων για τις δύο διαφορικές συνοικίες της πόλης και η διατήρηση τους μέχρι σήμερα, ενώ οι νεόφερτοι γάλλοι φαίνεται ότι τα έμπλεξαν, όπως με την Αμμόχωστο που την ονόμαζαν «Φαμαγκούστα», την Λευκωσία που την ονόμαζαν «Νικοζί» και την Λάρνακα που την έλεγαν «Έρνικα», «Άρνικα» «Όρνικα» ή και «Σαλίνες».

0 comments: