Η συνέχιση των σχέσεων της Αιγύπτου με τις προϊστορικές πόλεις της Λάρνακας αποδεικνύονται με την ανεύρεση στο Χαλά Σουλτάν Τεκέ ενός σκήπτρου από φαγεντιανή του Φαραώ Χορεμχέπ (1348-1320 π.Χ.) με το έμβλημα του, και ένα δοχείο κρασιού με το έμβλημα του Φαραώ Σετί Α΄ (1312-1300 π.Χ.). Σε κόσμημα αυτής της περιόδου που βρέθηκε στο Τεκέ αναγράφεται τ’ όνομα κάποιας γυναίκας που είναι Αιγυπτιακό. Στο λατρευτικό χώρο (Καθαρή) του αρχαίου Κιτίου υπάρχει Αιγυπτιακός ναός και βρέθηκαν ειδώλια Αιγυπτιακών θεοτήτων, που φαίνεται λατρευόντουσαν από του ετεοκυπρίους της εποχή μαζί και με τις δικές τους θεότητες. Όμως, στο τέλος του 14 αιώνα π.Χ. γίνονται αισθητές οι μετακινήσεις νέου πληθυσμού στις δύο προϊστορικές πόλεις της Λάρνακας. Είναι Έλληνες μετανάστες από την Κρήτη ή και την Πελοπόννησο που έφεραν μαζί τους νέες τέχνες, νέες τεχνοτροπίες και εντελώς νέα αισθητική, που καταγράφεται σταδιακά στα αγγεία, την αρχιτεκτονική και την λατρεία στην προϊστορική Λάρνακα. Ο αρχαιολόγος Βάσος Καραγιώργης πιστεύει ότι μετά το έτος 1230 π.Χ. είχαμε την οριστική αριθμητική επικράτηση των Αχαιών και της κουλτούρας των Ελλήνων στο Κίτιο, αφού είχαμε τότε τις μαζικότερες αφίξεις των «ανθρώπων της θάλασσας», όπως ονόμασαν οι Αιγύπτιοι τους Έλληνες μετανάστες της εποχής αυτής. Επιπρόσθετα, αυτή την εποχή έχουμε και το τέλος του Τρωικού πολέμου, όπου πολλοί από τους ήρωες του εγκαθίστανται στην Κύπρο με προεξάρχουσα μορφή τον Τεύκρο τον Τελαμώνιο ιδρυτή της Σαλαμίνας. Την περίοδο αυτή το Κίτιο αποκτά πλινθόκτιστα τείχη και αργότερα Κυκλώπεια τείχη στα ελληνικά πρότυπα των Μυκηναίων της Πελοποννήσου. Το λιμάνι του Χαλά Σουλτάν Τεκέ προσχώνεται και κλείνει περί το 1050 π.Χ. ενώ το λιμάνι στους χώρους του Κιτίου βρίσκεται κατ αρχάς κοντά στο χώρο των Ναών (Καθαρή), όπου διεξάγεται και εντατική μεταλλουργία υπό την προστασία των θεοτήτων. Μετά το 1000 π.Χ. το λιμάνι μεταφέρεται σε μικρή απόσταση δυτικότερα και οχυρώνεται εντός των τειχών πλέον για περισσότερη ασφάλεια και στρατιωτική προστασία. Η πρόσβαση σ’ αυτό γίνεται από προστατευμένο κανάλι, όπως περιγράφει η αρχαιολόγος Μαργκαρίτ Γιόν που το ανακάλυψε στην Παμπούλα το 1989.
Στο Τεκέ, όπως επιβεβαιώθηκε από τον αρχαιολόγο Πωλ Άστρομ, την ίδια περίοδο επικράτησαν επίσης οι Μυκηναίοι Αχαιοί. Βρέθηκε και εκεί προστατευτικό οχυρωματικό έργο και διεξαγόταν εντατική μεταλλουργία χαλκού. Οι συναλλαγές με την Αίγυπτο, την Κρήτη, το Αιγαίο, την Μικρά Ασία και την Φοινίκη ήταν ιδιαίτερα πολλές, όπως και στο Κίτιο. Μια τελευταία μαρτυρία από Αιγυπτιακές πηγές για την Αλάσια είναι αυτή που καταγράφει το ναυάγιο κάποιου Αιγύπτιου αρχιερέα με τ’ όνομα Γουεναμόν. Περί το 1100 π.Χ. ο Γουαναμόν με φοινικικό πλοίο της πόλης Βίβλου ναυάγησε στην Αλάσια. Εκεί αντιμετώπισε την εχθρότητα των κατοίκων, που δεν μιλούσαν ούτε Αιγυπτιακά αλλά ούτε φοινικικά, (μάλλον θα μιλούσαν ελληνικά) κι αυτός γνωρίζοντας την γλώσσα έσωσε το πλήρωμα από τον θάνατο μεσολαβώντας στην βασίλισσα τους την Χετέπ. Μετά από το γεγονός αυτό δεν έχουμε άλλες αναφορές για την Αλάσια. Όμως, η προϊστορική πόλη στο Χαλά Σουλτάν Τεκέ, σύμφωνα με τους υπολογισμούς των αρχαιολόγων, καταστράφηκε περί το 1075 π.Χ. μετά από μια μεγάλη φυσική καταστροφή, το λιμάνι εντός της λεκάνης της κεντρικής αλυκής προσχώθηκε και έτσι οι κάτοικοι της την εγκατέλειψαν μετακομίζοντας στο Κίτιο. Επομένως, ο τερματισμός των αναφορών στην Αλάσια φαίνεται να είναι απόλυτα δικαιολογημένος.
Οι πρώτες γραπτές μαρτυρίες, που υπάρχουν για το ‘Κίτιο’ είναι του 12ου π.Χ. αιώνα από επιγραφές στον Ναό Μετινέτ Χαμπού στην Αίγυπτο στην εποχή του Φαραώ Ραμσή Β΄ (1198-1167 π.Χ.), όπου η ονομασία εμφανίζεται μεταξύ ονομάτων και άλλων Κυπριακών πόλεων. Ο Ραμσή Β΄ κατανίκησε επίσης τους «ανθρώπους της θάλασσας» σε μάχη στην Αίγυπτο, αλλά αυτοί οι Έλληνες οργανωμένοι μετανάστες εγκαταστάθηκαν πλην από την Κύπρο και στην Παλαιστίνη (Φιλισταίοι). Ο μύθος ίδρυσης του Κιτίου διαμορφώθηκε αυτή περίπου την εποχή, όπου το Ελληνικό στοιχείο αναμιγνύεται με το Σημιτικό της Συριακής και Παλαιστινιακής ακτής. Η ίδρυση της πόλης σύμφωνα με τους Εβραίους συγγραφείς της Γένεσης (9ος αιώνας π.Χ.), πρώτου Βιβλίου της Παλαιάς Διαθήκης, αποδίδεται στον Κιττίμ, εγγονό του Νώε, γιο του Ιωνάν, που θεωρείται ο Γενάρχης όλων των Ελλήνων. Άρα η Λάρνακα καταγράφεται μια από τις πρώτες πόλεις που ίδρυσαν Έλληνες μετά τον Κατακλυσμό του Νώε. Η ύπαρξη του Κιτίου πριν από τον Τρωικό πόλεμο (12ος-13ος αιώνας π.Χ.) φαίνεται να είναι και η αιτία που το Κίτιο δεν συνδέεται με κανένα από τους ήρωες του Τρωικού πολέμου.
Thursday, April 9, 2009
Subscribe to:
Post Comments (Atom)
0 comments:
Post a Comment