Thursday, April 9, 2009

1374-1425 Η ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΑΛΥΚΩΝ

Ο Πέτρος Β΄ (1371-1382) πέθανε πριν περάσει τα τριάντα, αλλά 2 φορές προσπάθησε να ανακαταλάβει την Φαμαγκούστα από τους Γενουάτες χωρίς επιτυχία. Η μητέρα του Ελεονώρα πρόλαβε να εκδικηθεί ακόμη περισσότερο την δολοφονία του άνδρα της σκοτώνοντας τον αδελφό του, τον πρώην αντιβασιλέα Ιωάννη Λουζινιάν. Οι συνεχείς δολοπλοκίες της και η κακές της σχέσεις με την νέα Βασίλισσα, σύζυγο του γιου της ανάγκασαν τον Πέτρο Β΄ να την στείλει πίσω στην Αραγωνία. Ο ξαφνικός θάνατος όμως του Βασιλιά έφερε την Υψηλή Αυλή της Κύπρου σε αμηχανία αφού ο Πέτρος Β΄ δεν άφησε απογόνους. Τελικά το Στέμμα δίδεται στον Ιάκωβο Λουζινιάν, τον άλλο ένοχο αδελφό παρόντα στην δολοφονία του Πέτρου Α΄ . Ο Ιάκωβος ήταν ήρωας στον πόλεμο κατά των Γενουατών και αφού συλλήφθηκε στην Ρόδο, γιατί θεωρήθηκε ένας από τους υπεύθυνους του πολέμου, κρατήθηκε στην Γένοβα αιχμάλωτος από το 1374 μέχρι το 1382.

Όταν έγινε γνωστή η επιλογή του Ιακώβου για να γίνει Βασιλιάς της Κύπρου, οι Γενουάτες προθυμοποιήθηκαν να τον μεταφέρουν στην Κύπρο, δεσμεύοντας τον μάλιστα με διάφορους όρους προς όφελος τους. Οι δύο Γενουάτικες γαλέρες, που μετέφεραν τον Ιάκωβο με την σύζυγο και τα παιδιά τους έδεσαν στις Αλυκές και χωρίς να τους ελευθερώσουν ειδοποίησαν τις αρχές στην Λευκωσία για να τους παραλάβουν. Οι ευγενείς όμως δεν δέχθηκαν τους όρους απελευθέρωσης του Ιακώβου και άρχισαν νέο κύκλο επιλογής άλλου διαδόχου. Μετά από παραμονή πολλών ημερών πάνω στα καράβια στις Αλυκές, ο Ιάκωβος μεταφέρεται πίσω στην Γένοβα. Η νέα διαδικασία επανεκλέγει τον Ιάκωβο Α΄, που επιστρέφει, αυτή την φορά από την Κερύνεια και στέφεται επίσημα Βασιλιάς Κύπρου και Ιερουσαλήμ στην Λευκωσία το 1385. Οι Γενουάτες μαλάκωσαν λίγο τις απαιτήσεις τους και κατάφεραν να υπογραφεί συνθήκη με την Κύπρο η οποία μεταξύ άλλων κατοχύρωνε την Αμμόχωστο σαν έδαφος της Γένοβα, και ανάγκαζε τον νέο Βασιλιά να πληρώσει νέες μεγάλες αποζημιώσεις. Μεταξύ των εμπορευμάτων που ακρίβωσαν, λόγω νέων φορολογιών για τον ντόπιο πληθυσμό για να μπορέσει το Βασίλειο να πληρώνει τα χρέη του, ήταν και το αλάτι. Το εξαγωγικό εμπόριο του άλατος αυτή την περίοδο ήταν ήδη στα χέρια των Ενετών.  

 Επί της βασιλείας του Ιάκωβου Α΄ (1382-1398) λόγω της κατοχής της Αμμοχώστου από τους Γενουάτες, δημιουργούνται οι συνθήκες ανάδειξης του λιμανιού των Αλυκών σαν του σημαντικότερου στις νότιες ακτές της Κύπρου, αφού η Κερύνεια εξακολουθούσε να διαδραματίζει τον ίδιο ρόλο στις βόρειες ακτές. Αυτή την περίοδο είναι βέβαιο ότι στην Λάρνακα εγκαταστάθηκαν πολλές μεγάλες οικογένειες ντόπιων και ξένων εμπόρων συμπεριλαμβανομένων και Ενετών, αφού πλην των Γενουατών εκκένωσαν όλοι την Φαμαγκούστα. Μια επιφανής Ενετική οικογένεια που την βρίσκουμε αργότερα να απόκτησε σημαντική περιουσία στο Κίτιν ήταν οι Ποδοκάταρο. Οι Ενετοί αυτοί είχαν περιουσία στο Κίτιν, δηλαδή την παραλιακή Λάρνακα και όχι το χωριό Τζίτι, που αυτή την περίοδο εμφανίζεται στους χάρτες σαν Τίτα ή Τζοίτα (Δηλαδή Κοίτα = Παρατηρητήριο). Στην Τζοίτα ή ορθότερα Τζοίτιν υπήρχε από την εποχή των Λουζινιάν παρατηρητήριο της ναυτικής κίνησης προς το λιμάνι των Αλυκών για έγκαιρη προειδοποίηση των ναυτικών και στρατιωτικών μονάδων που έδρευαν στο απλίκιν του κάστρου των Αλυκών σε περίπτωση που τα πλοία ήταν εχθρικά. Το στρατόπεδο (απλίκιν) του Κάστρου και η ναυτική βάση των πολεμικών γαλέρων του Βασιλείου φρουρούσαν πλέον από την Λάρνακα τις νότιο-ανατολικές ακτές της Κύπρου από τις πειρατικές δραστηριότητες των Μουσουλμάνων. Εξ’ άλλου τις πειρατικές επιδρομές εναντίον των Μουσουλμανικών ακτών στήριζαν και ενθάρρυναν από την πλευρά τους σαν επίσημη πολιτική του κράτους και οι Λουζινιάν. Το λιμάνι των Αλυκών ήταν λοιπόν ένα από επίσημα ορμητήρια των χριστιανών πειρατών. 

Ο Ιάκωβος Α΄, σύμφωνα με τον χρονογράφο Φλώριο Βουστρώνιο, έκανε αναβάθμιση του Κάστρου της Λάρνακας σε οχυρό. Δηλαδή μεγάλωσε τις ήδη υφιστάμενες από την εποχή των Κομνηνών εγκαταστάσεις του Κάστρου, ώστε να φιλοξενούνται εντός του οχυρού μεγαλύτερες δυνάμεις για την καλύτερη προστασία της περιοχής. Αυτό ήταν πολύ αναγκαίο λόγω της εμπόλεμης κατάστασης με τους Μουσουλμάνους που διατηρήθηκε όλα τα χρόνια μετά την Σταυροφορία του 1365. Το 1394, για παράδειγμα, ο επισκέπτης Νικόλαος ντι Μαρτόνι μαρτυρεί ότι είχε δει πολλά χωριά μεταξύ Λάρνακας και Αμμοχώστου καταστρεμμένα από τους Τούρκους και εγκαταλειμμένα, και αναφέρει επίσης το Κάστρο της Λάρνακας. Ένα άλλος επίσημος επισκέπτης των Λουζινιάν επί Βασιλείας του Ιανού γιου του Ιακώβου, ο μαρκήσιος Νικολό ντ’ Εστέ επισκέφθηκε τις Αλυκές το 1412. Εκεί έτυχε υποδοχής από ανώτατους αξιωματούχους του Βασιλείου και εντυπωσιασμένος αναφέρει το ανάκτορο της Αραδίππου. Το περιγράφει σαν «ένα υπέροχο σε ωραιότητα βασιλικό ανάκτορο». Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι το ανάκτορο που έχασαν οι Λουζινιάν στην Φαμαγκούστα, αντικατέστησαν τώρα αναβαθμίζοντας αυτό στην περιοχή Λάρνακας αλλά κι αυτό στην Ποταμιά, στα μέσα του δρόμου από την Λάρνακα στην Λευκωσία.

Ο Ιανός(1398-1432) γεννήθηκε στην Γένοβα όταν ο πατέρας του ήταν εκεί αιχμάλωτος. Κληρονόμησε πλην από το Στέμμα της Κύπρου και Ιερουσαλήμ, και το Στέμμα της Αρμενίας, που περιήλθε στον Ιάκωβο Α΄ λόγω του ότι ο τελευταίος Αρμένης Βασιλιάς της Κιλικίας, πέθανε άτεκνος στην Γαλλία μετά την οριστική της κατάληψη από τους Τούρκους. Θεωρήθηκε λοιπόν ότι οι Λουζινιάν λόγω συγγενικών δεσμών ήταν οι κληρονόμοι ακόμη ενός ανύπαρκτου Βασιλείου. Ο Ιανός παράμεινε κι αυτός αιχμάλωτος στην Γένοβα μέχρι το 1392, οπότε με την καταβολή πρόσθετων λύτρων τα οποία ο πατέρας του συγκέντρωσε από την αναγκαστική πώληση άλατος σ’ όλους τους φεουδάρχες και όλους τους Κύπριους, απελευθερώνεται. Την πληροφορία αυτή δίνει ο Λεόντιος Μαχαιράς. Το 1398 ο Ιανός στέφθηκε επίσημα Βασιλιάς και των τριών Βασιλείων, αλλά η αίγλη και η αξιοπιστία του κράτους των Λουζινιάν άρχισε να φθίνει ραγδαία, ιδιαίτερα στο εξωτερικό. Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του ο Ιανός κατάλαβε μεγάλες προσπάθειες για να ελευθερώσει την Αμμόχωστο, και πάλι χωρίς επιτυχία. Αποτέλεσμα ήταν να αναγκασθεί η Κύπρος να πληρώνει στην Γένοβα μεγαλύτερες δόσεις για τις παλιές και τις νέες αποζημιώσεις, που επιβλήθηκαν. Το 1425 συναντούμε σαν διοικητή (τζιβιτάνο) των Αλυκών τον Ιωάννη Γκαζέλ, ο οποίος στήριζε και ευνοούσε την δραστηριότητα πειρατών, που ορμώμενοι από τις Αλυκές διενεργούσαν επιδρομές στα παράλια της Συρίας – Λιβάνου – Παλαιστίνης. Ο Ιωάννης Γκαζέλ μάλιστα ήταν ο κυριότερος έμπορος των λαφύρων που έφερναν οι πειρατές στις Αλυκές. Την ίδια πολιτική ακολουθούσε και ο Διοικητής της Λεμεσού Φίλιππος Πικίνι. Οι προαναφερθείσες περιοχές ήταν κτίσεις του Μαμελούκου Σουλτάνου της Αιγύπτου, ο οποίος κατ’ επανάληψη προειδοποίησε τον Βασιλιά Ιανό για να θέσει άμεσο τερματισμό σ’ αυτές τις επιδρομές εναντίον των εδαφών του. Η πολιτική της «επίσημης πειρατείας» έφερνε στο κράτος των Λουζινιάν πρόσθετους πόρους για να μπορέσει να ανταποκριθεί στις βαριές οικονομικές υποχρεώσεις που δημιούργησε η πολυετής σύγκρουση με την Γένοβα, επομένως δεν υπήρχε πρόθεση τερματισμού. Σύμφωνα με Αραβικές πηγές που επικαλείται ο Θεόδωρος Παπαδόπουλος στην «Ιστορία της Κύπρου», και επιβεβαιώνονται στο Χρονικό του Μαχαιρά, οι Μαμελούκοι της Αιγύπτου έκανα μιας μικρής κλίμακας προειδοποιητική επιχείρηση στην Λεμεσό το 1424, όπου διαμαρτυρήθηκαν στον Βασιλιά για την επίσημη ανάμιξη του κράτους στην πειρατεία. Στη Λεμεσό βύθισαν μάλιστα 3 κουρσάρικα πλοία, έκαναν λεηλασίες αλλά επέστρεψαν γρήγορα πίσω στην Αίγυπτο για να ετοιμάσουν μεγαλύτερες δυνάμεις .

0 comments: