Στην 7η Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας (787) ο Μητροπολίτης Κωνσταντίας Κωνσταντίνος μαρτυρεί ότι από το Κίτιο γινόντουσαν τακτικές αναχωρήσεις πλοίων με προορισμό Αραβικά λιμάνια. Μαρτυρίες για τακτικές εμπορικές συναλλαγές Κύπρου Αράβων γίνεται και από πολλές Μουσουλμανικές πηγές της εποχής . Όμως, οι Αραβικές επιδρομές του 7ου – 8ου αιώνα μ.Χ. άλλαξαν το πρόσωπο της πόλης και μείωσαν δραστικά τον πληθυσμό της. Για ασφάλεια από τις επιδρομές ο πληθυσμός μετακινήθηκε 1-2 χιλιόμετρα από την θάλασσα, στον Λάρνακαν, δηλαδή το βαθούλωμα (περιοχή Μητροπόλεως – Χρυσοπολίτισσας – Αγίου Γιάννη), όπου και το κλειστό λιμάνι το οποίο κρίνοντας από απομεινάρια Βυζαντινού οχυρού, που βρέθηκε εκεί, πρέπει να λειτουργούσε ακόμη για μικρά σκάφη. Ο όγκος του πληθυσμού παραμένει στους προαναφερθέντες χώρους μέχρι και τις αρχές του 9ου αιώνα αφού οι εχθροπραξίες μεταξύ Βυζαντινών και Αράβων συνεχίσθηκαν με πολλή ένταση μεταξύ 790-813. Στην επιδρομή επί χαλίφη Ρασίντ το 806 έχουμε 17.000 Κύπριους αιχμαλώτους μαζί με τον Αρχιεπίσκοπο. Ελευθερώθηκαν αφού κατέβαλαν ψηλές αποζημιώσεις. Η επιδρομή αυτή έγινε μετά τις ανεπιτυχείς επιχειρήσεις του Νικηφόρου Α’ (802-811) εναντίον των Αράβων στην Συρία και την Φρυγία.
Στο Κίτιο παρόλο που το λιμάνι συνέχισε να λειτουργεί απρόσκοπτα ο πληθυσμός αρχίζει κατά τον 9ον ή 10ον αιώνα σταδιακά να δημιουργεί οικισμό κοντά στην θάλασσα. Στην περιοχή του σημερινού κάστρου, όπου υπήρχαν συνθήκες ασφαλούς αγκυροβόλησης. Την παρουσία πληθυσμού κοντά στην θάλασσα μαρτυρεί η Βασιλική του Αγίου Λαζάρου, που κτίσθηκε μερικές δεκάδες μέτρα μακριά από την θάλασσα το 890 μ.Χ. Το μεγάλο της μέγεθος για τους μικρούς πληθυσμούς της Κύπρου αυτή την περίοδο, αποτελεί αψευδή μαρτυρία για την επιστροφή σημαντικού πληθυσμού κοντά στο νέο αγκυροβόλιο της πόλης, από όπου γίνεται σοβαρό εμπόριο με τα γειτονικά αραβικά εδάφη αλλά και με τα λιμάνια της βυζαντινής επικράτειας. Οι καλές σχέσεις των Κυπρίων, επί προσωπικού επιπέδου, με τους Άραβες καταγράφονται από ταξιδιώτες-προσκυνητές ήδη από το 725. Μια αξιόπιστη μαρτυρία είναι του Άγγλου Άγιου Γουίληπαλτ, που βρέθηκε τότε στην Κύπρο. Σε επεισόδιο στην Ιερουσαλήμ, ο Γουίληπαλτ μαρτυρεί ότι σώθηκε από τον Κύπριο καπετάνιο του πλοίου που τον μετάφερε γιατί υπήρχε βαθιά ειρήνη και φιλία ανάμεσα στους Έλληνες της Κύπρου και τους Σαρακηνούς.
Την πιο πάνω φιλία, ακόμη και πολιτιστικές ανταλλαγές μεταξύ Κυπρίων και Αράβων μαρτυρεί ο Άραβας ιστορικός Ντάχαπι, που αναφέρει ότι κατά την διάρκεια της αναμορφωτικής προσπάθειας του Χαλίφη Αλ Μαμούν (813-833) διάφορα έργα Ελλήνων φιλοσόφων και άλλων αρχαίων συγγραφέων μεταφέρθηκαν από την Κύπρο στην Βαγδάτη όπου και μεταφράσθηκαν στα αραβικά. Το 843 επί του ανηλίκου αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ’ (842-867) και της επιτρόπου μητέρας του Θεοδώρας έγινε η Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως που έθεσε οριστικό τέρμα στην εικονομαχία η οποία εορτάζεται μέχρι σήμερα με την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Το Βυζάντιο εισέρχεται τώρα απρόσκοπτα από εσωτερικές έριδες σε μια νέα περίοδο δύναμης ενώ οι Άραβες περνούν δικά τους εσωτερικά προβλήματα. Δημιουργός και εκφραστής της νέας Βυζαντινής δύναμης είναι ο Βασίλειος Α’(867-886) ιδρυτής της Μακεδονικής δυναστείας, που κατάφερε να απαλλάξει προσωρινά την Κύπρο από την διπλή καταβολή φόρων και να την εντάξει για λίγο καιρό στην Αυτοκρατορία μεταξύ 874-881 σαν Βυζαντινό Θέμα (επαρχία). Στη θέση του νέου διοικητής του Θέματος της Κύπρου διορίσθηκε τότε από τον Βασίλειο Α΄ ο Αρμενικής καταγωγής, υψηλόβαθμος αξιωματούχος Αλέξιος Μουζέλης και μετά ο Σταυράκιος.
Thursday, April 9, 2009
Subscribe to:
Post Comments (Atom)
0 comments:
Post a Comment