Το σημαντικότερο γεγονός στην ιστορία της Λάρνακας είναι η πρόσφατη συμπλήρωση τεσσάρων χιλιάδων ετών συνεχούς ζωής εντός των σημερινών δημοτικών ορίων της πόλης. Τάφοι στην περιοχή Αγίου Προδρόμου, Καθαρής, Παμπούλας και Βυζατζιάς (Χαλά Σουλτάν Τεκέ), που ανασκάφηκαν κατά καιρούς υπό την καθοδήγηση των αρχαιολόγων Βάσου Καραγιώργη, Μαργαρίτ Γιόν και Πωλ Άστρομ χρονολογήθηκαν στις αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ. Σήμερα, στις αρχές της 3ης Χιλιετίας μ.Χ. μπορούμε μετά βεβαιότητας να συμπεράνουμε ότι η κατοίκηση στους χώρους της σημερινής πόλης συμπληρώνει 4000 χρόνια ζωής.
Στις αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ. η Κύπρος είχε ανάγκη από λιμάνια για να ικανοποιήσει τις αυξανόμενες ναυτικές ανάγκες, τις εμπορικές ανταλλαγές του τότε γνωστού κόσμου και ιδιαίτερα την ολοένα διογκούμενη εξαγωγή χαλκού από την Κύπρο προς όλους τους τότε γνωστούς πολιτισμούς. Η Λάρνακα, βρισκόμενη σε γεωγραφικά εξαιρετική θέση για ευκολότερες επαφές με την Συροπαλαιστινιακή ακτή, την Φοινίκη, το Αιγαίο αλλά και την Αίγυπτο, και ευλογημένη από την φύση με ευνοϊκούς ανέμους για ευκολότερη πλεύση και φυσικά λιμάνια, που πρόσφεραν ασφάλεια στους πρώιμους θαλασσοπόρους, γεννήθηκε αυτή την περίοδο γιατί μπορούσε να ανταποκριθεί στα δεδομένα της τότε εποχής σαν μια πόλη λιμάνι.
Σχεδόν ταυτόχρονα, την αρχή της 2ης χιλιετίας π.Χ., αναπτύχθηκαν εντός των σημερινών δημοτικών ορίων δύο μεγάλοι προϊστορικοί οικισμοί. Ο ένας στην Βυζατζιά κοντά στο σημερινό Χαλά Σουλτάν Τεκέ, νοτίως της κεντρικής αλυκής, που ήταν τότε ανοικτή προς την θάλασσα και λειτουργούσε σαν λιμάνι, και ο δεύτερος βορείως της αλυκής στην πλευρά της σημερινής εκκλησίας της Φανερωμένης, όπου και αργότερα η Πύλη των τειχών του αρχαίου Κιτίου. Αυτός ο δεύτερος οικισμός εκτεινόταν μέχρι και τους λόφους όπου σήμερα η εκκλησία της Χρυσοπολίτισσας, και είναι αυτός που ανοικοδομείται ξανά και ξανά δια μέσου των αιώνων στο ίδιο γεωγραφικό σημείο για 4000 συνεχή έτη. Ο πρώτος στο Τεκέ εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους του γύρω στο 1075 π.Χ. μετά από μια μεγάλη φυσική καταστροφή αλλά και λόγω των προσχώσεων της θάλασσας που έκλεισαν οριστικά το φυσικό λιμάνι και το μεταμόρφωσαν σε λίμνη, την αλυκή, όπως την ξέρουμε σήμερα.
Λιμάνι στον δεύτερο οικισμό, όπου αναπτύχθηκε αργότερα το Κίτιο, λειτούργησε στην Καθαρή (συνοικία Αγ.Προδρόμου), στον σημερινό χώρο «Αρχαίο Κίτιο» από τις αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ. Αργότερα το λιμάνι μεταφέρθηκε στον σημερινό αρχαιολογικό χώρο «Παμπούλα» (μεταξύ των οδών Κίμωνος και Κιλκίς), και ήταν εντός των Κυκλώπειων τειχών της πόλης από τις αρχές της 1ης χιλιετίας π.Χ.μέχρι και τον 4ον-5ον αιώνες μ.Χ., όπου επίσης εγκαταλείφθηκε λόγω των προσχώσεων της θάλασσας. Κατά την εποχή του Βυζαντίου το λιμάνι λειτουργούσε κοντά στο σημερινό Κάστρο της πόλης, όπου κατά τα τελευταία χρόνια των Λουζινιάν, τα χρόνια των Ενετών και Οθωμανών γίνεται και πάλι το σημαντικότερο λιμάνι της Κύπρου από πλευράς εμπορικής κίνησης. Μετά την δημιουργία από τους Άγγλους την δεκαετία του 1920 του τεχνικού λιμένα Αμμοχώστου, το αγκυροβόλιο της Λάρνακας έφθινε μέχρι και το 1974, που κατασκευάστηκε το σύγχρονο λιμάνι της πόλης.
Οι προϊστορικές πόλεις της Λάρνακας κατά την διάρκεια της 2ης χιλιετίας π.Χ., πιστεύεται σήμερα από πολλούς μελετητές και αρχαιολόγους ότι ήταν πιθανότατα η προϊστορική πρωτεύουσα της Κύπρου «Αλάσια», η πόλη του Άλατος?, που αναφέρουν οι Αιγυπτιακές πηγές και τα γραπτά των Χετταίων της Βόρειας Μικράς Ασίας. Σήμερα υπάρχουν πολλά νέα αρχαιολογικά ευρήματα και άλλα στοιχεία που μπορούν να στηρίξουν πειστικά αυτή την θεωρία. Η ονομασία Κίτιον επικράτησε προς το τέλος της 2ης Χιλιετίας π.Χ. Οι πρώτες γραπτές μαρτυρίες, που υπάρχουν για το ‘Κίτιο’ είναι του 12ου π.Χ. αιώνα από επιγραφές στον Ναό Μετινέτ Χαμπού στην Αίγυπτο στην εποχή του Φαραώ Ραμσή Β΄ (1198-1167 π.Χ.). Η ονομασία Κίτιο διατηρείται διαμέσου των Βυζαντινών χρόνων (330-1191 μ.Χ.) μέχρι και την Φραγκοκρατία (1191 – 1571 μ.Χ.), όπου αρχίζει να εμφανίζεται η ονομασία Λάρνακα. Η πρώτη γραπτή αναφορά στα Ελληνικά «...στον Λάρνακαν» προέρχεται από τον Κύπριο Χρονογράφο Γεώργιο Βουστρώνιο, που έγραψε τον 15ο αιώνα μ.Χ. «Ο Λάρνακας» είναι μέχρι σήμερα η περιοχή της πόλης βορείως της σημερινής Λεωφ. Γρηγόρη Αυξεντίου. Κατά την Φραγκοκρατία και Ενετοκρατία (1191-1571μ.Χ) η πόλη ονομάζεται και Σαλίνες ή Αλυκές λόγω της μεγάλης οικονομικής σημασίας που είχε η εκμετάλλευση και η εξαγωγή του άλατος, αλλά σε διάφορους χάρτες και κείμενα της εποχής σημειώνεται και σαν Έρνικα, Λάρνακο, Άρνακο, Λ΄Αρνικα. Την ονομασία Τούζλα (Αλυκές) υιοθέτησαν και οι Οθωμανοί. Η μεγάλη ανάπτυξη του λιμανιού Λάρνακας κατά την Τουρκοκρατία και το γεγονός ότι ήταν το επίνειο της Πρωτεύουσας (Χώρας), καθόρισε την ονομασία Σκάλα, που σημαίνει λιμάνι – επίνειο, όνομα που διατηρεί μέχρι σήμερα για την περιοχή της κοντά στη θάλασσα, νοτίως της Λεωφ. Γρηγόρη Αυξεντίου.
Για τους σκοπούς των εορτασμών της πόλης για τα 4000 χρόνια ιστορίας της και για καλύτερη κατανόηση της συνεχούς και μακρόβιας ζωής της Λάρνακας, γίνεται στην έκδοση αυτή προσπάθεια παράθεσης μιας σύντομης σύνοψης της ιστορίας των 4000 ετών της πόλης. Αυτή η προσπάθεια διαχωρίζει τις Ιστορικές Περιόδους της πόλης λαμβάνοντας σοβαρά υπ’ όψη τις τοπικές ιστορικές συνθήκες της Λάρνακας αλλά και της Κύπρου γενικότερα. Για ευκολότερη ανάγνωση των κειμένων δεν γίνονται παραπομπές στις πηγές των πληροφοριών αλλά αναφέρονται μέσα στο ίδιο το κείμενο οι σημαντικές πηγές των αναφορών. Στο τέλος του παρόντος κειμένου παρατίθεται εκτενής βιβλιογραφία για την Λάρνακα με υλικό που βρίσκεται στην κυπρολογική βιβλιοθήκη του δήμου για πληρέστερη πληροφόρηση ή και περαιτέρω έρευνα.
Thursday, April 9, 2009
Subscribe to:
Post Comments (Atom)
0 comments:
Post a Comment