Εισαγωγική Ομιλία Αντιδημάρχου Αλέξη Μιχαηλίδη στην συναυλία Κορκολή-Φραγκούλη στο Υδραγωγείο των Καμάρων στις 25/07/07. Πρώτη στην σειρά εκδηλώσεων του Δήμου με τον γενικό τίτλο ΛΑΡΝΑΚΑ: 4000 ΧΡΟΝΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ
....Κυρίες και Κύριοι,
Σας καλωσορίζω σ΄ αυτή την ωραία συναυλία, που σκοπό έχει να πρωτοτυπήσει για να υπογραμμίσει έτσι το μεγάλο γεγονός της συμπλήρωσης 4000 ετών ζωής της πόλης μας. Η επιλογή του χώρου αυτού έγινε γιατί το υδραγωγείο Λάρνακας δίκαια θεωρείται σήμερα ο ζωοδότης της μακρόχρονης μας ιστορίας.
Το σημαντικότερο λοιπόν γεγονός στην ιστορία της Λάρνακας είναι η πρόσφατη συμπλήρωση τεσσάρων χιλιάδων ετών συνεχούς ζωής εντός των σημερινών δημοτικών ορίων της πόλης. Τάφοι στην περιοχή Αγίου Προδρόμου, Καθαρής, Παμπούλας και Βυζατζιάς (Χαλά Σουλτάν Τεκέ), που ανασκάφηκαν κατά καιρούς, χρονολογήθηκαν στις αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ. Σήμερα, στις αρχές της 3ης Χιλιετίας μ.Χ. μπορούμε μετά βεβαιότητας να συμπεράνουμε ότι η κατοίκηση στους χώρους της σημερινής πόλης συμπληρώνει 4000 χρόνια ζωής.
Στις αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ. η Κύπρος είχε ανάγκη από λιμάνια για να ικανοποιήσει τις αυξανόμενες ναυτικές ανάγκες, τις εμπορικές ανταλλαγές του τότε γνωστού κόσμου και ιδιαίτερα την ολοένα διογκούμενη εξαγωγή χαλκού από την Κύπρο προς όλους τους τότε γνωστούς πολιτισμούς. Η Λάρνακα, βρισκόμενη σε γεωγραφικά εξαιρετική θέση για ευκολότερες επαφές με την Συροπαλαιστινιακή ακτή, την Φοινίκη, το Αιγαίο αλλά και την Αίγυπτο, και ευλογημένη από την φύση με ευνοϊκούς ανέμους, φυσικά λιμάνια και μεγάλους απάνεμους ξέβαθους κολπίσκους γεννήθηκε πριν 4000 χρόνια γιατί μπορούσε να ανταποκριθεί στα δεδομένα της τότε εποχής σαν μια πόλη λιμάνι.
Ήταν σχεδόν ταυτόχρονα, που άρχισαν να αναπτύσσονται σταδιακά εντός των σημερινών δημοτικών ορίων δύο μεγάλοι οικισμοί ή «προϊστορικές πόλεις». Η μια στην Βυζατζιά κοντά στο σημερινό Χαλά Σουλτάν Τεκέ νοτίως της κεντρικής αλυκής, που ήταν τότε ανοικτή προς την θάλασσα και λειτουργούσε σαν λιμάνι, και η δεύτερη βορείως της αλυκής στην πλευρά της σημερινής εκκλησίας της Φανερωμένης, όπου και αργότερα η Πύλη των τειχών του αρχαίου Κιτίου, και που εκτεινόταν μέχρι και τους λόφους όπου σήμερα είναι η εκκλησία της Χρυσοπολίτισσας. Αυτή η δεύτερη, γνωστή σαν Κιτιον, ανοικοδομείται ξανά και ξανά δια μέσου των αιώνων στο ίδιο γεωγραφικό σημείο για 4000 συνεχή έτη. Η πρώτη στο Τεκέ εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους της γύρω στο 1075 π.Χ. μετά από μια μεγάλη φυσική καταστροφή αλλά και λόγω των προσχώσεων της θάλασσας που έκλεισαν οριστικά το φυσικό λιμάνι και την μεταμόρφωσαν πια σε λίμνη, την αλυκή, όπως την ξέρουμε σήμερα. Οι κάτοικοι μετακόμισαν στο Κίτιο και από τότε έγινε μια σημαντική πόλη – λιμάνι στην Ανατολική Μεσόγειο.
Λιμάνια στο Κίτιο, μετά το κλείσιμο του μεγάλου φυσικού λιμένα της κεντρικής αλυκής, λειτούργησαν στην τοποθεσία «Αρχαίο Κίτιο», όπου θα γίνει η δεύτερη μας συναυλία στα πλαίσια των εορτασμών ΛΑΡΝΑΚΑ: 4000 ΧΡΟΝΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ στις 30/07, μεθαύριο Παρασκευή. Αυτό το καλά οργανωμένο λιμάνι του Κιτίου ήταν ακριβώς δίπλα στο λατρευτικό χώρο και διατηρήθηκε για 1000 περίπου χρόνια. Ακολούθως προσχώνεται και ένα νέο δημιουργείται στις παρυφές του λόφου της Παμπούλας, όπου οι κάτοικοι το προστατεύουν εντός των Κυκλώπειων τειχών. Λειτούργησε για άλλα περίπου 1000 χρόνια. Είναι αυτό που ανακάλυψε η αρχαιολόγος Μαργκαρίτ Γιόν το 1989. Κατά την εποχή του Βυζαντίου το λιμάνι μεταφέρεται κοντά στο σημερινό Κάστρο της πόλης, όπου κατά τα τελευταία χρόνια των Λουζινιάν, τα χρόνια των Ενετών και Οθωμανών γίνεται και πάλι το σημαντικότερο λιμάνι της Κύπρου από πλευράς εμπορικής κίνησης. Στο ίδιο σημείο παράμεινε το αγκυροβόλιο - λιμάνι μέχρι το 1973, οπου κατασκευάστηκε το σύγχρονο λιμάνι της πόλης.
Οι προϊστορικές πόλεις γύρω από τον τότε φυσικό λιμένα της κεντρικής αλυκής κατά την διάρκεια της 2ης χιλιετίας π.Χ., πιστεύεται σήμερα από πολλούς μελετητές και αρχαιολόγους ότι ήταν πιθανότατα η προϊστορική πρωτεύουσα της Κύπρου «Αλάσια», η πόλη του Άλατος?, που αναφέρουν οι Αιγυπτιακές πηγές και τα γραπτά των Χετταίων της Βόρειας Μικράς Ασίας. Η ονομασία Κίτιον επικρατεί την εποχή που συντελείται επίσης η πλήρης επικράτηση των Ελλήνων και της κουλτούρας τους στην Κύπρο. Οι πρώτες γραπτές μαρτυρίες, που υπάρχουν για το ‘Κίτιο’ είναι του 12ου π.Χ. αιώνα από επιγραφές στον Ναό Μετινέτ Χαμπού στην Αίγυπτο στην εποχή του Φαραώ Ραμσή Β΄, και συνεχίζει μέχρι και την Φραγκοκρατία, όπου αρχίζει να εμφανίζεται η ονομασία Λάρνακα. Η πρώτη γραπτή αναφορά στα Ελληνικά «...στον Λάρνακαν» προέρχεται από τον Κύπριο Χρονογράφο Γεώργιο Βουστρώνιο που έγραψε τον15ο αιώνα μ.Χ. «Ο Λάρνακας» είναι μέχρι σήμερα η περιοχή της πόλης βορείως της σημερινής Λεωφ. Γρηγόρη Αυξεντίου και σημαίνει το βαθούλωμα. Είναι η μόνη περιοχή της πόλης που δεν φαίνεται από την θάλασσα και εκεί ζήτησαν προστασία οι κάτοικοι κατά τις Αραβικές επιδρομές (649-968 μ.Χ.). Κατά την Φραγκοκρατία και Ενετοκρατία (1200-1571μ.Χ) η πόλη ονομάζεται και Σαλίνες η Αλυκές, λόγω βέβαια της μεγάλης οικονομικής σημασίας που είχε η εκμετάλλευση και η εξαγωγή του άλατος. Την ονομασία Τούζλα (Αλυκές) υιοθέτησαν και οι Οθωμανοί στην Τουρκική γλώσσα. Η μεγάλη ανάπτυξη του λιμανιού Λάρνακας κατά την Τουρκοκρατία και το γεγονός ότι ήταν το επίνειο της Πρωτεύουσας (Χώρας), καθόρισε την ονομασία Σκάλα, που σημαίνει λιμάνι – επίνειο, όνομα που διατηρεί μέχρι σήμερα για την περιοχή της κοντά στη θάλασσα, νοτίως της Λεωφ. Γρηγόρη Αυξεντίου.
Αν λοιπόν, υπάρχει κάποιος ζωοδότης από τον οποίο η πόλη μας αντλούσε την τόσο μεγάλη μακροζωία της, αυτός δεν είναι άλλος από τα οργανωμένα και πανάρχαια της υδραγωγεία. Βρισκόμαστε λοιπόν στις μεγάλες καμάρες του υδραγωγείου που έχει κτίσει ή ανακαινίσει ριζικά μεταξύ 1746-1748 ένας από τους λίγους φωτισμένους πασάδες της Λάρνακας επί Τουρκοκρατίας, ο Αμπού Μπεκίρ πασάς. Ο Ελχάζ Απού Βεκίρ Πασιά Ιμπραχήμ διορίσθηκε πρώτα διοικητής Λάρνακας και μετά ένα χρόνο γενικός διοικητής Κύπρου. Σαν διοικητής Λάρνακας, με αποκλειστικά δικά του λεφτά και όχι με τα λεφτά του Τουρκικού Κράτους χρηματοδότησε το μοναδικό έργο κοινής ωφελείας που έγινε στην Λάρνακα κατά τα 300 χρόνια της Τουρκοκρατίας στην Κύπρο. Η Λάρνακα ήταν τότε η μεγαλύτερη πόλη της Κύπρου από πλευράς πληθυσμού, το σημαντικότερο λιμάνι και το οικονομικό και εμπορικό κέντρο του νησιού. Σπάνιος προοδευτικός μέσα στην καταχνιά των Οθωμανικών χρόνων, ο Αμπού Ιμπραχίμ Μπεκίρ Πασάς, αναγνώρισε ότι η πρόοδος της Κύπρου και η αύξηση των εσόδων του κράτους θα ευνοούνταν αν η Λάρνακα εκσυγχρονιζόταν. Ως κυριότερη έλλειψη, ο Πασάς εντόπισε την απουσία καλής ποιότητας και ικανοποιητικής ποσότητας νερού, πράγμα που δυσχέραινε την ομαλή λειτουργία του σημαντικότερου λιμένα της Κύπρου, αφού τα καράβια προμηθεύονταν νερό από παρακείμενους ακατάλληλους λάκκους. Η δωρεά του υδραγωγείου αυτού στην Λάρνακα δεν αποκλείεται να ήταν μια από τις συκοφαντίες που ανάγκασαν τον Σουλτάνο να τον απολύσει από την θέση του Κυβερνήτη της Κύπρου το 1748 πριν ακόμη λειτουργήσει το υδραγωγείο και πριν ο ίδιος συμπληρώσει 2 χρόνια παραμονής στην Κύπρο.
Σήμερα επικρατεί η πεποίθηση, η οποία αρχίζει να αποδεικνύεται πλέον και επιστημονικά, ότι το υδραγωγείου του Μπεκίρ Πασά δεν ήταν παρά μια μεγάλη και εκ βάθρων ανακαίνιση ενός από τα πανάρχαια υδραγωγεία της πόλης. Η ύπαρξη μεγάλων δικτύων διανομής νερού μέσα στους αρχαιολογικούς χώρους αλλά και σ΄ όλη την έκταση της αρχαίας πόλης του Κιτίου εξετάσθηκαν και χρονολογήθηκαν αξιόπιστα από τον Αρχαιολόγο Κυριάκο Νικολάου ότι ανήκουν στην Ελληνιστική και Ρωμαϊκή Εποχή. Η διασύνδεση των δικτύων διανομής και των υδραγωγείων αυτών με την εξουσία της πόλης αποδεικνύεται από επιτύμβια στήλη του 4ου αιώνα π.Χ. Ο νεκρός του εν λόγο τάφου περιγράφεται σαν αξιωματούχος ή υπουργός του βασιλιά υπεύθυνος για την παροχή νερού στην πόλη. Η ίδια επιτύμβια στήλη καταγράφει ότι και οι πρόγονοι του νεκρού κατείχαν το ίδιο αξίωμα επί έξη συνεχείς γενεές προηγουμένως.
Η τεχνολογία με την οποία κτίσθηκε το υδραγωγείο του Μπεκίρ Πασά, δηλαδή υπόγεια λαγούμια που φέρνουν νερό από κάποιο πλούσιο υδροφόρο υπόστρωμα προς κάποια πόλη, είναι ανακάλυψη των Περσών από το 1000 π.Χ. Η τεχνολογία αυτή διαδόθηκε στην αχανή αυτοκρατορία τους της οποίας μέρος ήταν και η Κύπρος, πρωτεύουσα τους και σημαντικότερος τους πολεμικός ναύσταθμος το Κίτιον, από το 546-335 π.Χ. Πρώτη γραπτή αναφορά για την ύπαρξη υδραγωγείου στην Λάρνακα έχουμε από τις Απόκρυφες Πράξεις του Αποστόλου Βαρνάβα, που περιγράφει το πέρασμα των Αποστόλων από Κίτιο το 49 μ.Χ. Λέει λοιπόν ότι οι συνοδεία τους στην διαδρομή από την Πάφο στην Σαλαμίνα σταμάτησαν στο Κίτιο, όπου γινόταν πολύς θόρυβος, ο οποίος όπως έμαθαν προερχόταν από τον ιππόδρομο. Κανείς δεν τους υποδέχθηκε παρόλο που δροσίστηκαν κοντά στο υδραγωγείο της πόλης για περισσότερο από μία ώρα. Ακολούθως επιβιβάσθηκαν σε πλοίο από το λιμάνι του Κιτίου και φθάσανε στην Σαλαμίνα. Ο χώρος του υδραγωγείου που ανένηψαν οι Απόστολοι δεν αποκλείεται να ήταν κάπου εδώ αφού και οι καμάρες αυτές είναι σύμφωνα με την αρχιτεκτονική των Ρωμαϊκών υδραγωγείων της εποχής του Αποστόλου Βαρνάβα. Την χρονολόγηση των αψίδων αυτών ανάλαβε πρόσφατα το Τμήμα Αρχαιοτήτων, που θα γίνει σύντομα με δοκιμαστική αρχαιολογική εσκαφή στα θεμέλια. Από πλευράς του ο Δήμος Λάρνακας στα πλαίσια της συνεργασίας του με το Πανεπιστήμιο της Πάδοβα έχει προσκαλέσει επίσημα ειδικό καθηγητή στην ιστορία της αρχιτεκτονικής για να διαπιστώσει αν στις αψίδες υπάρχει Ενετική η άλλη Φραγκική επέμβαση, αφού έχουμε μαρτυρίες επί τούτου.
Τώρα να σας ευχηθούμε καλή ακρόαση, ανανεώνοντας βέβαια το ραντεβού μας την Παρασκευη 27/07/07 την ίδια ώρα στον ιερό χώρο των ναών του Κιτίου για ακόμη μια σύντομη αναφορά στην Λάρνακα των 4000 χιλιάδων ετών.
Showing newest 15 of 59 posts from April 2009. Show older posts
Showing newest 15 of 59 posts from April 2009. Show older posts
Friday, April 10, 2009
ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟ ΤΗΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΡΙΑΣ ΣΟΦΗ ΓΚΑΜΠΟΝ
Το μαντεμένο και σεμνό κομψοτέχνημα - μνημείο της αδελφής Σόφη Γκαμπόν που κοσμεί το πλακόστρωτο έξω από το Μοναστήρι των Καλογραιών του Αγίου Ιωσήφ στην Λάρνακα είναι σήμερα το μοναδικό μνημείο αφιερωμένο σε νοσηλευτή όχι μόνο στην Κύπρο αλλά και σ΄ ολόκληρο τον Ελληνικό χώρο.
Η σπάνια αυτή τιμή που αποδόθηκε στην αδελφή – καλογριά και νοσοκόμα Σόφη Γκαμπόν από τους Λαρνακείς του τέλους του 19ου αιώνα, αποτελεί μια λαμπρή και ξεχωριστή διάκριση. Η σπάνια αυτή εκδήλωση αγάπης και αναγνώρισης είναι απόλυτα δικαιολογημένη γιατί ο βίος και η πολιτεία της Σόφη Γκαμπόν σαν νοσηλεύτριας επί 24 ώρου βάσεως για 23 ολόκληρα χρόνια, μεταξύ 1871 και 1894, αποτελεί φωτεινό παράδειγμα μίμησης για όλους όσους έχουν επιλέξει να υπηρετήσουν τον πάσχοντα συνάνθρωπο. Πηγή δύναμης και πίστης για όλους τούς σημερινούς νοσηλευτές μας.
Με κίνδυνο της ίδιας της, της ζωής η ακούραστη αδελφή με άρτιες για την εποχή νοσοκομειακές γνώσεις ονομαζόταν από τους ντόπιους κολακευτικά η Αγία της αγνότητας και της φανατικής αφοσίωσης στον πάσχοντα συνάνθρωπο. Η «αγία και αγαθή» νοσηλεύτρια της Λάρνακας περιέθαλπε η ίδια πέρα από 30 ασθενείς την ημέρα, αφού την εποχή που υπηρέτησε δεν υπήρχε μόνιμός γιατρός στο Νοσοκομείο των Καλογραιών, αφού ήδη από το 1864 αποβίωσε ο Γάλλος γιατρός του Νοσοκομείου Ιωσήφ Ειρηναίος Φοπλάντ που υπηρέτησε και αυτός την Λάρνακα για 25 συνεχή χρόνια από το 1839 μέχρι το 1864.
Ο ηρωισμός η αφοσίωση και γενικά η συνολική προσφορά της Νοσηλεύτριας Σόφη Γκαμπόν μπορεί να εκτιμηθεί ικανοποιητικά μόνο αν αναλογισθούμε τις υγειονομικές και νοσηλευτικές συνθήκες της εποχής τις οποίες περιγράφει ο Νεοκλής Κυριαζής στην έκδοση του με τίτλο «Η Κοινωνική Δράσις της Πόλεως Σκάλα – Λάρνακα», που εκτυπώθηκε στη Λάρνακα το 1947. Στο κεφάλαιο «Πανώλης και Χολέρα» στις σελίδες 18 μέχρι 25 οι περιγραφές και οι πληροφορίες για τον τύφο, τις δυσεντερίες , την οφθαλμία, τον ελώδη πυρετό και γενικά όλες τις παθήσεις είναι αρκετά ενδιαφέρουσες. Οι απώλειες σε ζωές ήταν μεγάλες και στην Λάρνακα αλλά και στην Κύπρο ολόκληρη. Το 1835 η Οθωμανική Κυβέρνηση και η πρωτοβουλία του Γάλλου προξένου καθιστούν την λειτουργία λοιμοκαθαρτηρίου δυνατή στην Λάρνακα με τον γιατρό Παύλο Βαλσαμάκη να αναλαμβάνει καθήκοντα. Την έλλειψη όμως νοσοκομείου στην Κύπρο εντόπισαν οι Γάλλοι πρόξενοι, που για να μεγαλώσουν την επιρροή τους στην Κύπρο αποφασίζουν την ίδρυση σχολείου και νοσοκομείου. Για τον σκοπό αυτό απέστειλαν το 1844 τις πρώτες 4 μοναχές στην Λάρνακα.
Το πρώτο Γαλλικό Νοσοκομείο και Σχολείο λειτούργησε στην Λάρνακα στο σπίτι των Γάλλων ευπατριδών Μπρουόλι εμπόρων με έδρα την Λάρνακα. Η οικία αυτή βρίσκεται επί της οδού Χρυσοπολιτίσσης. Είναι η διατηρητέα και ιστορική οικία του Ιερονύμου Βαρλάμ. Το 1846 τέθηκε ο θεμέλιος λίθος για το μοναστήρι των Καλογραιών του Τάγματος του Αγίου Ιωσήφ με πρόνοια να λειτουργήσει σαν σχολείο και νοσοκομείο.
Από το 1845 μέχρι το 1864 παρείχετο στο Γαλλικό Νοσοκομείο των Καλογραιών δωρεάν ιατρική εξέταση και δωρεάν φάρμακα από τον ιατρό Φοπλάντ. Μετά τον θάνατο του Φοπλάντ οι εξετάσεις εγίνοντο από τις αδελφές που είχαν νοσοκομειακές γνώσεις. Το Γαλλικό νοσοκομείο λειτούργησε στην Λάρνακα μέχρι το 1922. Σ αυτό έδωσαν υπηρεσίες και αφιέρωσαν τον εαυτό τους στους πάσχοντες Κυπρίους πολλές Γαλλίδες μοναχές. Προεξάρχουσα όμως μορφή υπήρξε αναμφισβήτητα η αδελφή Σόφη Γκαμπόν η οποία υπολογίσθηκε από τον Νεοκλή Κυριαζή ότι νοσήλευσε περί των 200.000 ασθενών από το 1871 μέχρι το 1894. Ο αριθμός αυτός αγγίζει τα όρια του συνολικού πληθυσμού της Κύπρου αυτή την εποχή και δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι αυτό που μπορούσε η αδελφή Σόφη να προσφέρει προς τους ασθενείς της, αναλογιζόμενοι και τα πενιχρά μέσα και οικονομικές δυνατότητες που είχε τότε στην διάθεση της δεν ήταν παρά μόνο λίγο νερό και ο ίδιος της ο εαυτός. Αυτό ακριβώς ήταν που καθόρισε και τον ωραίο συμβολισμό της παράστασης του σιδερένιου μνημείου της Σόφη Γκαμπόν. Μια βρύση και ένας πελεκάνος αφού το πουλί αυτό όταν δεν βρίσκει τροφή για να ταΐσει τα νεογνά του, τους δίνει να πίνουν από το αίμα του με κίνδυνο να χάσει ο το ίδιο την ζωή του.
Η καθόλα εξουθενωτική για την ίδια προσφορά επί καθημερινής βάσης γινόταν από την Σόφη Γκαμπόν με ιδιαίτερη φροντίδα για τον κάθε ασθενή χωρίς διάκριση φύλου. Στο πρόσωπο κάθε αρρώστου έβλεπε τον ίδιο τον Χριστό και μεριμνούσε με πάθος για να του απαλύνει τον πόνο ή να τον αναπαύσει με κάθε δυνατό τρόπο με τις νοσηλευτικές η τις πνευματικές της γνώσεις και πίστη. Αγαπήθηκε και εκτιμήθηκε το ίδιο δυνατά και από του Ορθόδοξους και από τους Μουσουλμάνους του νησιού παρόλο που η ίδια ήταν Καθολική καλογριά. Στην Λάρνακα ετύγχανε ιδιαίτερου σεβασμού γι αυτό σε μια εποχή που δεν ήταν σύνηθες να τοποθετούνται μνημεία, οι αρχές της πόλης αποφάσισαν να την τιμήσουν ανταποδίδοντας στο ελάχιστο την ανεκτίμητη της προσφορά προς την πόλη αλλά και την ανθρωπότητα.
Το μνημείο της τοποθετήθηκε το 1895 στην πιο κεντρική πλατεία της Λάρνακας, στις Λουλουδιές, που σήμερα είναι γνωστή σαν η πλατεία του Παλλάς. Εκεί ήταν και μια από τις κρήνες του υδραγωγείου του Πεκίρ Πασά και έτσι ήταν δυνατή και η λειτουργία της βρύσης του μνημείου επί 24 ώρου βάσεως. Τα εγκαίνια έγιναν από τον τότε δήμαρχο Νικόλαο Ρώσσο και το κόστος το ανάλαβαν η Ρωμαιοκαθολική αποστολή οι αρχές της πόλης και η Αγγλική αποικιοκρατική Κυβέρνηση. Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε τον καλλιτέχνη που έκανε το έργο αλλά είναι βέβαιο ότι το μνημείο παραγγέλθηκε στο εξωτερικό και πιθανότατα ανήκει σε Γάλλο γλύπτη. Η καλλιτεχνική σύνθεση παρουσιάζει ένα πελεκάνο πάνω από το στόμιο βρύσης, στην μέση τεσσάρων κιόνων που στηρίζουν ημισφαιρικό καλλιτεχνημένο στέγαστρο. Η βρύση και ο πελεκάνος βρίσκονται μέσα σε κολυμβήθρα που στηρίζεται σε πόδι και η οποία συγκρατεί μικρή ποσότητα νερού όπου ο περαστικός μπορεί να ξεπλυθεί, δίνοντας έτσι ακόμη ένα συμβολισμό στο μνημείο.
Όταν την δεκαετία του 1930 οι κρήνες του υδραγωγείου της πόλης κατεδαφίσθηκαν για να γίνει δυνατή η πιο εύκολη μετακίνηση των τροχοφόρων που όλο και αυξάνονταν στην πόλη, μετακινήθηκε και το μνημείο της Σοφή Γκαμπόν έξω από το Μοναστήρι των Καλογριών όπου τοποθετήθηκε και λειτούργησε ξανά στο κέντρο της πλατείας όπου η Μονή διατηρούσε μέχρι τα πρώτα χρόνια του 1960 μικρό κήπο. Με την διαμόρφωση της πλατείας για να φιλοξενήσει το άγαλμα του Παρίδη το μνημείο μετακινήθηκε ξανά κοντά στο μοναστήρι έξω από τον ναό. Το 2003 ο Δήμος Λάρνακας αναμόρφωσε την Πλατεία και έδωσε στο μνημείο την σημερινή κεντρική του θέση στην Πλατεία, που είναι στο επίκεντρο της προσοχής του περαστικού και έτσι είναι αντάξια της μεγάλης προσφοράς της Αδελφής Σόφη Γκαμπόν της μοναδικής αδελφής νοσοκόμας που τιμήθηκε ποτέ στον ελληνικό χώρο.
Η επιλογή των Νοσηλευτών Χειρουργείου της Κύπρου να τιμήσουν την Σόφη Γκαμπόν στο χώρο του μνημείου της κατά την Ευρωπαϊκή μέρα «Περιεγχειρητικού
Νοσηλευτή» στις 15 Φεβρουαρίου τιμά πάνω απ όλα τους ίδιους και τον επαγγελματισμό τους γιατί όπως αναφέρθηκε πιο πάνω η αγία αγνή νοσηλεύτρια της Λάρνακας αποτελεί φωτεινό παράδειγμα μίμησης και πηγή δύναμης και πίστης για όσους έχουν επιλέξει να υπηρετούν το συνάνθρωπο τους από το λειτούργημα του νοσηλευτή.
Η σπάνια αυτή τιμή που αποδόθηκε στην αδελφή – καλογριά και νοσοκόμα Σόφη Γκαμπόν από τους Λαρνακείς του τέλους του 19ου αιώνα, αποτελεί μια λαμπρή και ξεχωριστή διάκριση. Η σπάνια αυτή εκδήλωση αγάπης και αναγνώρισης είναι απόλυτα δικαιολογημένη γιατί ο βίος και η πολιτεία της Σόφη Γκαμπόν σαν νοσηλεύτριας επί 24 ώρου βάσεως για 23 ολόκληρα χρόνια, μεταξύ 1871 και 1894, αποτελεί φωτεινό παράδειγμα μίμησης για όλους όσους έχουν επιλέξει να υπηρετήσουν τον πάσχοντα συνάνθρωπο. Πηγή δύναμης και πίστης για όλους τούς σημερινούς νοσηλευτές μας.
Με κίνδυνο της ίδιας της, της ζωής η ακούραστη αδελφή με άρτιες για την εποχή νοσοκομειακές γνώσεις ονομαζόταν από τους ντόπιους κολακευτικά η Αγία της αγνότητας και της φανατικής αφοσίωσης στον πάσχοντα συνάνθρωπο. Η «αγία και αγαθή» νοσηλεύτρια της Λάρνακας περιέθαλπε η ίδια πέρα από 30 ασθενείς την ημέρα, αφού την εποχή που υπηρέτησε δεν υπήρχε μόνιμός γιατρός στο Νοσοκομείο των Καλογραιών, αφού ήδη από το 1864 αποβίωσε ο Γάλλος γιατρός του Νοσοκομείου Ιωσήφ Ειρηναίος Φοπλάντ που υπηρέτησε και αυτός την Λάρνακα για 25 συνεχή χρόνια από το 1839 μέχρι το 1864.
Ο ηρωισμός η αφοσίωση και γενικά η συνολική προσφορά της Νοσηλεύτριας Σόφη Γκαμπόν μπορεί να εκτιμηθεί ικανοποιητικά μόνο αν αναλογισθούμε τις υγειονομικές και νοσηλευτικές συνθήκες της εποχής τις οποίες περιγράφει ο Νεοκλής Κυριαζής στην έκδοση του με τίτλο «Η Κοινωνική Δράσις της Πόλεως Σκάλα – Λάρνακα», που εκτυπώθηκε στη Λάρνακα το 1947. Στο κεφάλαιο «Πανώλης και Χολέρα» στις σελίδες 18 μέχρι 25 οι περιγραφές και οι πληροφορίες για τον τύφο, τις δυσεντερίες , την οφθαλμία, τον ελώδη πυρετό και γενικά όλες τις παθήσεις είναι αρκετά ενδιαφέρουσες. Οι απώλειες σε ζωές ήταν μεγάλες και στην Λάρνακα αλλά και στην Κύπρο ολόκληρη. Το 1835 η Οθωμανική Κυβέρνηση και η πρωτοβουλία του Γάλλου προξένου καθιστούν την λειτουργία λοιμοκαθαρτηρίου δυνατή στην Λάρνακα με τον γιατρό Παύλο Βαλσαμάκη να αναλαμβάνει καθήκοντα. Την έλλειψη όμως νοσοκομείου στην Κύπρο εντόπισαν οι Γάλλοι πρόξενοι, που για να μεγαλώσουν την επιρροή τους στην Κύπρο αποφασίζουν την ίδρυση σχολείου και νοσοκομείου. Για τον σκοπό αυτό απέστειλαν το 1844 τις πρώτες 4 μοναχές στην Λάρνακα.
Το πρώτο Γαλλικό Νοσοκομείο και Σχολείο λειτούργησε στην Λάρνακα στο σπίτι των Γάλλων ευπατριδών Μπρουόλι εμπόρων με έδρα την Λάρνακα. Η οικία αυτή βρίσκεται επί της οδού Χρυσοπολιτίσσης. Είναι η διατηρητέα και ιστορική οικία του Ιερονύμου Βαρλάμ. Το 1846 τέθηκε ο θεμέλιος λίθος για το μοναστήρι των Καλογραιών του Τάγματος του Αγίου Ιωσήφ με πρόνοια να λειτουργήσει σαν σχολείο και νοσοκομείο.
Από το 1845 μέχρι το 1864 παρείχετο στο Γαλλικό Νοσοκομείο των Καλογραιών δωρεάν ιατρική εξέταση και δωρεάν φάρμακα από τον ιατρό Φοπλάντ. Μετά τον θάνατο του Φοπλάντ οι εξετάσεις εγίνοντο από τις αδελφές που είχαν νοσοκομειακές γνώσεις. Το Γαλλικό νοσοκομείο λειτούργησε στην Λάρνακα μέχρι το 1922. Σ αυτό έδωσαν υπηρεσίες και αφιέρωσαν τον εαυτό τους στους πάσχοντες Κυπρίους πολλές Γαλλίδες μοναχές. Προεξάρχουσα όμως μορφή υπήρξε αναμφισβήτητα η αδελφή Σόφη Γκαμπόν η οποία υπολογίσθηκε από τον Νεοκλή Κυριαζή ότι νοσήλευσε περί των 200.000 ασθενών από το 1871 μέχρι το 1894. Ο αριθμός αυτός αγγίζει τα όρια του συνολικού πληθυσμού της Κύπρου αυτή την εποχή και δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι αυτό που μπορούσε η αδελφή Σόφη να προσφέρει προς τους ασθενείς της, αναλογιζόμενοι και τα πενιχρά μέσα και οικονομικές δυνατότητες που είχε τότε στην διάθεση της δεν ήταν παρά μόνο λίγο νερό και ο ίδιος της ο εαυτός. Αυτό ακριβώς ήταν που καθόρισε και τον ωραίο συμβολισμό της παράστασης του σιδερένιου μνημείου της Σόφη Γκαμπόν. Μια βρύση και ένας πελεκάνος αφού το πουλί αυτό όταν δεν βρίσκει τροφή για να ταΐσει τα νεογνά του, τους δίνει να πίνουν από το αίμα του με κίνδυνο να χάσει ο το ίδιο την ζωή του.
Η καθόλα εξουθενωτική για την ίδια προσφορά επί καθημερινής βάσης γινόταν από την Σόφη Γκαμπόν με ιδιαίτερη φροντίδα για τον κάθε ασθενή χωρίς διάκριση φύλου. Στο πρόσωπο κάθε αρρώστου έβλεπε τον ίδιο τον Χριστό και μεριμνούσε με πάθος για να του απαλύνει τον πόνο ή να τον αναπαύσει με κάθε δυνατό τρόπο με τις νοσηλευτικές η τις πνευματικές της γνώσεις και πίστη. Αγαπήθηκε και εκτιμήθηκε το ίδιο δυνατά και από του Ορθόδοξους και από τους Μουσουλμάνους του νησιού παρόλο που η ίδια ήταν Καθολική καλογριά. Στην Λάρνακα ετύγχανε ιδιαίτερου σεβασμού γι αυτό σε μια εποχή που δεν ήταν σύνηθες να τοποθετούνται μνημεία, οι αρχές της πόλης αποφάσισαν να την τιμήσουν ανταποδίδοντας στο ελάχιστο την ανεκτίμητη της προσφορά προς την πόλη αλλά και την ανθρωπότητα.
Το μνημείο της τοποθετήθηκε το 1895 στην πιο κεντρική πλατεία της Λάρνακας, στις Λουλουδιές, που σήμερα είναι γνωστή σαν η πλατεία του Παλλάς. Εκεί ήταν και μια από τις κρήνες του υδραγωγείου του Πεκίρ Πασά και έτσι ήταν δυνατή και η λειτουργία της βρύσης του μνημείου επί 24 ώρου βάσεως. Τα εγκαίνια έγιναν από τον τότε δήμαρχο Νικόλαο Ρώσσο και το κόστος το ανάλαβαν η Ρωμαιοκαθολική αποστολή οι αρχές της πόλης και η Αγγλική αποικιοκρατική Κυβέρνηση. Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε τον καλλιτέχνη που έκανε το έργο αλλά είναι βέβαιο ότι το μνημείο παραγγέλθηκε στο εξωτερικό και πιθανότατα ανήκει σε Γάλλο γλύπτη. Η καλλιτεχνική σύνθεση παρουσιάζει ένα πελεκάνο πάνω από το στόμιο βρύσης, στην μέση τεσσάρων κιόνων που στηρίζουν ημισφαιρικό καλλιτεχνημένο στέγαστρο. Η βρύση και ο πελεκάνος βρίσκονται μέσα σε κολυμβήθρα που στηρίζεται σε πόδι και η οποία συγκρατεί μικρή ποσότητα νερού όπου ο περαστικός μπορεί να ξεπλυθεί, δίνοντας έτσι ακόμη ένα συμβολισμό στο μνημείο.
Όταν την δεκαετία του 1930 οι κρήνες του υδραγωγείου της πόλης κατεδαφίσθηκαν για να γίνει δυνατή η πιο εύκολη μετακίνηση των τροχοφόρων που όλο και αυξάνονταν στην πόλη, μετακινήθηκε και το μνημείο της Σοφή Γκαμπόν έξω από το Μοναστήρι των Καλογριών όπου τοποθετήθηκε και λειτούργησε ξανά στο κέντρο της πλατείας όπου η Μονή διατηρούσε μέχρι τα πρώτα χρόνια του 1960 μικρό κήπο. Με την διαμόρφωση της πλατείας για να φιλοξενήσει το άγαλμα του Παρίδη το μνημείο μετακινήθηκε ξανά κοντά στο μοναστήρι έξω από τον ναό. Το 2003 ο Δήμος Λάρνακας αναμόρφωσε την Πλατεία και έδωσε στο μνημείο την σημερινή κεντρική του θέση στην Πλατεία, που είναι στο επίκεντρο της προσοχής του περαστικού και έτσι είναι αντάξια της μεγάλης προσφοράς της Αδελφής Σόφη Γκαμπόν της μοναδικής αδελφής νοσοκόμας που τιμήθηκε ποτέ στον ελληνικό χώρο.
Η επιλογή των Νοσηλευτών Χειρουργείου της Κύπρου να τιμήσουν την Σόφη Γκαμπόν στο χώρο του μνημείου της κατά την Ευρωπαϊκή μέρα «Περιεγχειρητικού
Νοσηλευτή» στις 15 Φεβρουαρίου τιμά πάνω απ όλα τους ίδιους και τον επαγγελματισμό τους γιατί όπως αναφέρθηκε πιο πάνω η αγία αγνή νοσηλεύτρια της Λάρνακας αποτελεί φωτεινό παράδειγμα μίμησης και πηγή δύναμης και πίστης για όσους έχουν επιλέξει να υπηρετούν το συνάνθρωπο τους από το λειτούργημα του νοσηλευτή.
Thursday, April 9, 2009
1960 – Σήμερα ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Η ιστορία της Λάρνακας κατά τις πιο πάνω περιόδους είναι γνωστή αφού η πόλη ήταν η σημαντικότερη της Κύπρου, και οι πηγές είναι πάρα πολλές, ώστε ο ενδιαφερόμενος να μπορεί εύκολα να πληροφορηθεί οδηγούμενος από την βιβλιογραφία που ακολουθεί.
1570-1571 ΟΙ ΟΘΩΜΑΝΟΙ ΑΠΟΒΙΒΑΖΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΑΛΥΚΕΣ
Η διαμάχη των Οθωμανών με τους Μαμελούκους της Αιγύπτου κατέληξε σε τελική νίκη των Τούρκων το 1512 και η Ανατολική Μεσόγειος έγινε από τότε μια Οθωμανική Θάλασσα. Πολλοί ιστορικοί θεώρησαν την διατήρηση της Ενετικής κυριαρχίας στην Κύπρο για περισσότερο από μισό αιώνα μετά σαν ένα θαύμα, αφού οι Οθωμανοί βρισκόντουσαν τώρα στο απόγειο της δύναμης τους. Φαίνεται όμως ότι είχαν προτεραιότητα την καρδιά της Ευρώπης και όχι την Κύπρο. Κατέλαβαν την Ουγγαρία και την μισή Αυστρία πριν οι Αυστριακοί σταματήσουν την προέλαση τους στην Βιέννη. Οι Ενετοί συζητούσαν θεωρητικά το θέμα της άμυνας της Κύπρου ήδη από την δεκαετία του 1530 αλλά για οικονομικούς τελικά λόγους δεν ενίσχυσαν τις οχυρώσεις στις παράλιες πόλεις όπου με την ναυτική τους δύναμη θα μπορούσαν να στηρίξουν και έτσι να έχουν καλύτερες πιθανότητες εναντίον των Τούρκων. Το πρόβλημα φαίνεται ότι ήταν και η ανικανότητα να επανδρωθούν πολλές οχυρώσεις. Έτσι λοιπόν η Λάρνακα, το κυριότερο τους εμπορικό λιμάνι και ο σημαντικότερος οικονομικός τους πνεύμονας αφήνεται εντελώς ανοχύρωτη. Το υφιστάμενο φρούριο ήταν ακατάλληλο για τις τότε σύγχρονες πολεμικές τέχνες. Το 1532 οι Βενετοί Αξιωματούχοι Μαρκαντόνιο Τρεβιζάνο και Στέφανο Τιέπολο επίσημα και καταγραμμένα εισηγήθηκαν την ανέγερση νέου σύγχρονου ισχυρού φρουρίου στην Λάρνακα στα πρότυπα αυτού της Κερύνειας, αλλά παρά την πρόβλεψη τους ότι η Οθωμανική επίθεση θα επιχειρείτο από την Λάρνακα, δεν εισακούσθηκαν και δυστυχώς επαληθεύθηκαν.
Η από πολλού αναμενόμενη Τουρκική επίθεση εκδηλώθηκε στις αρχές Ιουλίου του 1570. Μετά από μικρής έκτασης παραπλανητικές αποβάσεις στον κόλπο της Λάρας και Λεμεσό, ο κύριος όγκος του στόλου και του στρατού κατευθύνθηκαν στην Λάρνακα. Οι Ενετικές αρχές προληπτικά αναγκάσθηκαν να ανατινάξουν όλα τα κάστρα και οχυρώσεις πλην της Λευκωσίας, Αμμοχώστου και Κερύνειας. Το κάστρο της Λάρνακας αχρηστεύθηκε έγκαιρα ώστε να μη χρησιμοποιηθεί από τους Τούρκους. Ο χρονογράφος Φλώριος Βουστρώνιος αναφέρει ότι τα έξοδα αχρήστευσης όλων των οχυρών θέσεων της Κύπρου ήταν περισσότερα από όσα απαιτούντο για την ενίσχυση και επάνδρωση τους. Ο Ιωάννης Σωζόμενος ο οποίος πολέμησε κατά των Τούρκων αλλά τελικά διέφυγε μετά την πτώση του νησιού λέγει στο έργο του για την πολιορκία και άλωση της Λευκωσίας, ότι ο στόλος των Οθωμανών έφθασε στις Αλυκές στις 2 Ιουλίου του 1570, όπου την ίδια μέρα αποβίβασαν το ιππικό και το πεζικό χωρίς καμιά αντίσταση. Το ίδιο λέγει και ο μοναχός Άνζελο Καλέπιο στην δική του αφήγηση όπου αναφέρει σαν μέρα απόβασης τις 3 Ιουλίου και σημειώνει την άνεση που ο εχθρός αποβίβασε τον στρατό, το ιππικό, το πυροβολικό, τα πυρομαχικά, τις προμήθειες και τακτοποίησε και οχύρωσε το στρατόπεδο του. Μια άλλη μαρτυρία από το βιβλίο της Νάσας Παταπίου «Το Προξενείο της Επτανήσου Πολιτείας στην Κύπρο» λέει ότι ο Τουρκικός στρατός αποβιβάσθηκε στις Αλυκές κοντά στις αποθήκες και μαγαζιά (magazeni) των εμπόρων της πόλης. Την στιγμή εκείνη οι μοναδικές Ενετικές δυνάμεις στις Αλυκές ήταν αυτές του Γενικού Λογιστή του κράτους Κόμητα ντε Ρούχας, που ήταν τοπικός ευγενής Ελληνικής καταγωγής και φεουδάρχης της Λάρνακας γνωστός σαν Ευγένιος Συγκλητικός.
Ο Άντζελο Γκάττο, που επιβίωσε της πολιορκίας της Αμμοχώστου στη «Διήγηση για τον Πόλεμο της Κύπρου» αναφέρει ότι ο Ευγένιος Συγκλητικός με 300 άνδρες ενεπλάκη τις πρώτες ώρες τις αποβίβασης αλλά αναγκάσθηκε να υποχωρήσει προς την Αμμόχωστο. Στα μισά του δρόμου συνάντησε τον Γενικό Διοικητή της Κύπρου με έδρα την Αμμόχωστο Αστόρρε Βαγλιόνε, που ερχόταν με όλο το ιππικό σώμα των Αλβανών προς τις Αλυκές. Εκεί ο Συγκλητικός πληροφόρησε τον Βαγλιόνε ότι οι Τούρκοι αποβίβασαν ένα μεγάλο πλήθος στις Αλυκές, και ότι ο ίδιος αψιμάχησε μαζί τους αλλά λόγω του πολύ μεγάλου αριθμού τους, αναγκάσθηκε να υποχωρήσει. Τότε οι δύο αυτοί αξιωματούχοι αποφάσισαν να υποχωρήσουν, ο Ευγένιος Συγκλητικός ή Κόμητας ντε Ρούχας για να ηγηθεί στην Άμυνα της Λευκωσίας και ο Αστόρρε Βαγλιόνε για να ηγηθεί στην Αμμόχωστο, όπως ήταν το αρχικό σχέδιο άμυνας. Το μέλλον της Κύπρου είχε ήδη κριθεί γιατί οι Τούρκοι δεν είχαν αποβιβάσει εκείνη την στιγμή παρά μέρος μόνο των εκ 20.000 στρατιωτών του πρώτου κύματος, ενώ όλες τους τις δυνάμεις περίπου 100.000 άνδρες συγκέντρωσαν στην Κύπρο 19 μέρες αργότερα. Όλες οι σκέψεις για αντεπίθεση στις Αλυκές εγκαταλείφθηκαν παρόλο που στις αρχές οι Τούρκοι ήταν φοβισμένοι και ανέμεναν παγίδες και αντεπιθέσεις, που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Οι Ενετοί προτίμησαν την ασφάλεια των τειχών παρά το ρίσκο της νίκης.
Τα τριακόσια πενήντα περίπου καράβια των Τούρκων που αποβίβασαν το πρώτο κύμα στρατού με επικεφαλής τον Λαλά Μουσταφά πασά, επέστρεψαν αμέσως στην Καραμανιά για να φέρουν κι άλλα στρατεύματα. Στις 21 Ιουλίου ο κόλπος Λάρνακας ξαναγέμισε με τα κατάρτια του Τουρκικού στόλου. Το στράτευμα διπλασιάσθηκε, οι Αλυκές μετατράπηκαν σε Τουρκικό ναύσταθμο και η παγίωση της Οθωμανικής κατάκτησης ήταν στην αντίστροφη μέτρηση. Επικεφαλής του ναυτικού ήταν ο Πιαλέ πασάς, ο οποίος διαφώνησε με τον Λαλά Μουσταφά αν θα έπρεπε να επιτεθούν πρώτα στην Αμμόχωστο ή την Λευκωσία. Επικράτησε η άποψη του επικεφαλής της εκστρατείας Λαλά Μουσταφά και οι Τούρκοι βάδισαν στις 25 Ιουλίου πρώτα κατά της Λευκωσίας. Στην πολιορκία συμμετείχαν και τα πληρώματα των τουρκικών πλοίων δημιουργώντας έτσι ακόμη μια ευκαιρία για τον Ευρωπαϊκό στόλο να αντεπιτεθεί με επιτυχία. Παρόλο του ότι στις 13 Αυγούστου ο Χριστιανικός στόλος βρισκόταν στα νερά της Κρήτης καθυστερούσε αδικαιολόγητα να πλεύσει προς την Κύπρο. Οι πολιορκημένοι ενθαρρύνονται από τις διαδόσεις ότι ο Χριστιανικός στόλος έσπευσε σε βοήθεια και διενεργούν αντεπιθέσεις, αλλά και οι Τούρκοι βιάζονται. Στις 7 Σεπτεμβρίου ο Λαλά Μουσταφά ρισκάρει και παίρνει ξανά ενισχύσεις από τον στόλο και διενεργεί 2 μέρες αργότερα γενική επίθεση, που ήταν και η τελευταία. Η Λευκωσία καταλαμβάνεται και οι 25.000 άνδρες των πληρωμάτων του στόλου που ναυλοχούσε στις Αλυκές επιστρέφουν στα πλοία τους. Στις 11 Σεπτεμβρίου στόλος και στρατός μετακινούνται και πολιορκούν την Αμμόχωστο. Εκεί οι Τούρκοι φορτώνουν και τους αιχμαλώτους από την άλωση της Λευκωσίας. Ανάμεσα τους και η πανέμορφη Μαρία Συγκλητική γόνος της Ελληνικής Φεουδαρχικής οικογένειας της Λάρνακας, που αγόρασε από τους Ενετούς τον τίτλο του κόμητα ντε Ρούχας. Ο κόμης λοιπόν Ευγένιος Συγκλητικός πρέπει να ήταν θείος ή πατέρας της. Στις 6 Οκτωβρίου κι ενώ τα πλοία με τους αιχμαλώτους ήταν ακόμη στο λιμάνι Αμμοχώστου η Μαρία Συγκλητική αυτοκτονεί πυρπολώντας την πυριταποθήκη του πλοίου βυθίζοντας 3 συνολικά τουρκικά πλοία με ωραίες γυναίκες αιχμάλωτες για τα Τουρκιά χαρέμια, ελευθερώνοντας όλες με τον θάνατο από την στυγνή Τουρκική δουλεία.
Μετά την άλωση της Λευκωσίας ο Χριστιανικός στόλος που βρισκόταν στο Καστελόριζο αποθαρρύνεται και με την αποχώρηση του ισχυρού ναυτικού των Ισπανών διαλύεται και δεν εμφανίζεται ποτέ στην Κύπρο. Οι εξελίξεις αυτές αποθάρρυναν τους υπερασπιστές της Κερύνειας η οποία παραδίδεται αμαχητί στον Λαλά Μουσταφά στις 14 Σεπτεμβρίου, παρά τις προς το αντίθετο παραινέσεις των αρχηγών της άμυνας που βρίσκονταν στην Αμμόχωστο. Οι 2 επικεφαλής της άμυνας της Κερύνειας που αφέθηκαν ελεύθεροι από τους Τούρκους καταδικάστηκαν και φυλακίσθηκαν στην Βενετία. Η Αμμόχωστος αντιστέκεται σθεναρά για 11 μήνες και παραδόθηκε μόνο μετά την πλήρη εξάντληση και μετά από δόλιες Τουρκικές υποσχέσεις στις αρχές Αυγούστου του 1571. Οι καταστροφές που υπέστη ο πληθυσμός και η πόλη της Αμμοχώστου ήταν τέτοιες ώστε οι Αλυκές να παραμείνουν καθ όλη την Τουρκοκρατία η σημαντικότερη και πλουσιότερη πόλη της Κύπρου.
Η από πολλού αναμενόμενη Τουρκική επίθεση εκδηλώθηκε στις αρχές Ιουλίου του 1570. Μετά από μικρής έκτασης παραπλανητικές αποβάσεις στον κόλπο της Λάρας και Λεμεσό, ο κύριος όγκος του στόλου και του στρατού κατευθύνθηκαν στην Λάρνακα. Οι Ενετικές αρχές προληπτικά αναγκάσθηκαν να ανατινάξουν όλα τα κάστρα και οχυρώσεις πλην της Λευκωσίας, Αμμοχώστου και Κερύνειας. Το κάστρο της Λάρνακας αχρηστεύθηκε έγκαιρα ώστε να μη χρησιμοποιηθεί από τους Τούρκους. Ο χρονογράφος Φλώριος Βουστρώνιος αναφέρει ότι τα έξοδα αχρήστευσης όλων των οχυρών θέσεων της Κύπρου ήταν περισσότερα από όσα απαιτούντο για την ενίσχυση και επάνδρωση τους. Ο Ιωάννης Σωζόμενος ο οποίος πολέμησε κατά των Τούρκων αλλά τελικά διέφυγε μετά την πτώση του νησιού λέγει στο έργο του για την πολιορκία και άλωση της Λευκωσίας, ότι ο στόλος των Οθωμανών έφθασε στις Αλυκές στις 2 Ιουλίου του 1570, όπου την ίδια μέρα αποβίβασαν το ιππικό και το πεζικό χωρίς καμιά αντίσταση. Το ίδιο λέγει και ο μοναχός Άνζελο Καλέπιο στην δική του αφήγηση όπου αναφέρει σαν μέρα απόβασης τις 3 Ιουλίου και σημειώνει την άνεση που ο εχθρός αποβίβασε τον στρατό, το ιππικό, το πυροβολικό, τα πυρομαχικά, τις προμήθειες και τακτοποίησε και οχύρωσε το στρατόπεδο του. Μια άλλη μαρτυρία από το βιβλίο της Νάσας Παταπίου «Το Προξενείο της Επτανήσου Πολιτείας στην Κύπρο» λέει ότι ο Τουρκικός στρατός αποβιβάσθηκε στις Αλυκές κοντά στις αποθήκες και μαγαζιά (magazeni) των εμπόρων της πόλης. Την στιγμή εκείνη οι μοναδικές Ενετικές δυνάμεις στις Αλυκές ήταν αυτές του Γενικού Λογιστή του κράτους Κόμητα ντε Ρούχας, που ήταν τοπικός ευγενής Ελληνικής καταγωγής και φεουδάρχης της Λάρνακας γνωστός σαν Ευγένιος Συγκλητικός.
Ο Άντζελο Γκάττο, που επιβίωσε της πολιορκίας της Αμμοχώστου στη «Διήγηση για τον Πόλεμο της Κύπρου» αναφέρει ότι ο Ευγένιος Συγκλητικός με 300 άνδρες ενεπλάκη τις πρώτες ώρες τις αποβίβασης αλλά αναγκάσθηκε να υποχωρήσει προς την Αμμόχωστο. Στα μισά του δρόμου συνάντησε τον Γενικό Διοικητή της Κύπρου με έδρα την Αμμόχωστο Αστόρρε Βαγλιόνε, που ερχόταν με όλο το ιππικό σώμα των Αλβανών προς τις Αλυκές. Εκεί ο Συγκλητικός πληροφόρησε τον Βαγλιόνε ότι οι Τούρκοι αποβίβασαν ένα μεγάλο πλήθος στις Αλυκές, και ότι ο ίδιος αψιμάχησε μαζί τους αλλά λόγω του πολύ μεγάλου αριθμού τους, αναγκάσθηκε να υποχωρήσει. Τότε οι δύο αυτοί αξιωματούχοι αποφάσισαν να υποχωρήσουν, ο Ευγένιος Συγκλητικός ή Κόμητας ντε Ρούχας για να ηγηθεί στην Άμυνα της Λευκωσίας και ο Αστόρρε Βαγλιόνε για να ηγηθεί στην Αμμόχωστο, όπως ήταν το αρχικό σχέδιο άμυνας. Το μέλλον της Κύπρου είχε ήδη κριθεί γιατί οι Τούρκοι δεν είχαν αποβιβάσει εκείνη την στιγμή παρά μέρος μόνο των εκ 20.000 στρατιωτών του πρώτου κύματος, ενώ όλες τους τις δυνάμεις περίπου 100.000 άνδρες συγκέντρωσαν στην Κύπρο 19 μέρες αργότερα. Όλες οι σκέψεις για αντεπίθεση στις Αλυκές εγκαταλείφθηκαν παρόλο που στις αρχές οι Τούρκοι ήταν φοβισμένοι και ανέμεναν παγίδες και αντεπιθέσεις, που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Οι Ενετοί προτίμησαν την ασφάλεια των τειχών παρά το ρίσκο της νίκης.
Τα τριακόσια πενήντα περίπου καράβια των Τούρκων που αποβίβασαν το πρώτο κύμα στρατού με επικεφαλής τον Λαλά Μουσταφά πασά, επέστρεψαν αμέσως στην Καραμανιά για να φέρουν κι άλλα στρατεύματα. Στις 21 Ιουλίου ο κόλπος Λάρνακας ξαναγέμισε με τα κατάρτια του Τουρκικού στόλου. Το στράτευμα διπλασιάσθηκε, οι Αλυκές μετατράπηκαν σε Τουρκικό ναύσταθμο και η παγίωση της Οθωμανικής κατάκτησης ήταν στην αντίστροφη μέτρηση. Επικεφαλής του ναυτικού ήταν ο Πιαλέ πασάς, ο οποίος διαφώνησε με τον Λαλά Μουσταφά αν θα έπρεπε να επιτεθούν πρώτα στην Αμμόχωστο ή την Λευκωσία. Επικράτησε η άποψη του επικεφαλής της εκστρατείας Λαλά Μουσταφά και οι Τούρκοι βάδισαν στις 25 Ιουλίου πρώτα κατά της Λευκωσίας. Στην πολιορκία συμμετείχαν και τα πληρώματα των τουρκικών πλοίων δημιουργώντας έτσι ακόμη μια ευκαιρία για τον Ευρωπαϊκό στόλο να αντεπιτεθεί με επιτυχία. Παρόλο του ότι στις 13 Αυγούστου ο Χριστιανικός στόλος βρισκόταν στα νερά της Κρήτης καθυστερούσε αδικαιολόγητα να πλεύσει προς την Κύπρο. Οι πολιορκημένοι ενθαρρύνονται από τις διαδόσεις ότι ο Χριστιανικός στόλος έσπευσε σε βοήθεια και διενεργούν αντεπιθέσεις, αλλά και οι Τούρκοι βιάζονται. Στις 7 Σεπτεμβρίου ο Λαλά Μουσταφά ρισκάρει και παίρνει ξανά ενισχύσεις από τον στόλο και διενεργεί 2 μέρες αργότερα γενική επίθεση, που ήταν και η τελευταία. Η Λευκωσία καταλαμβάνεται και οι 25.000 άνδρες των πληρωμάτων του στόλου που ναυλοχούσε στις Αλυκές επιστρέφουν στα πλοία τους. Στις 11 Σεπτεμβρίου στόλος και στρατός μετακινούνται και πολιορκούν την Αμμόχωστο. Εκεί οι Τούρκοι φορτώνουν και τους αιχμαλώτους από την άλωση της Λευκωσίας. Ανάμεσα τους και η πανέμορφη Μαρία Συγκλητική γόνος της Ελληνικής Φεουδαρχικής οικογένειας της Λάρνακας, που αγόρασε από τους Ενετούς τον τίτλο του κόμητα ντε Ρούχας. Ο κόμης λοιπόν Ευγένιος Συγκλητικός πρέπει να ήταν θείος ή πατέρας της. Στις 6 Οκτωβρίου κι ενώ τα πλοία με τους αιχμαλώτους ήταν ακόμη στο λιμάνι Αμμοχώστου η Μαρία Συγκλητική αυτοκτονεί πυρπολώντας την πυριταποθήκη του πλοίου βυθίζοντας 3 συνολικά τουρκικά πλοία με ωραίες γυναίκες αιχμάλωτες για τα Τουρκιά χαρέμια, ελευθερώνοντας όλες με τον θάνατο από την στυγνή Τουρκική δουλεία.
Μετά την άλωση της Λευκωσίας ο Χριστιανικός στόλος που βρισκόταν στο Καστελόριζο αποθαρρύνεται και με την αποχώρηση του ισχυρού ναυτικού των Ισπανών διαλύεται και δεν εμφανίζεται ποτέ στην Κύπρο. Οι εξελίξεις αυτές αποθάρρυναν τους υπερασπιστές της Κερύνειας η οποία παραδίδεται αμαχητί στον Λαλά Μουσταφά στις 14 Σεπτεμβρίου, παρά τις προς το αντίθετο παραινέσεις των αρχηγών της άμυνας που βρίσκονταν στην Αμμόχωστο. Οι 2 επικεφαλής της άμυνας της Κερύνειας που αφέθηκαν ελεύθεροι από τους Τούρκους καταδικάστηκαν και φυλακίσθηκαν στην Βενετία. Η Αμμόχωστος αντιστέκεται σθεναρά για 11 μήνες και παραδόθηκε μόνο μετά την πλήρη εξάντληση και μετά από δόλιες Τουρκικές υποσχέσεις στις αρχές Αυγούστου του 1571. Οι καταστροφές που υπέστη ο πληθυσμός και η πόλη της Αμμοχώστου ήταν τέτοιες ώστε οι Αλυκές να παραμείνουν καθ όλη την Τουρκοκρατία η σημαντικότερη και πλουσιότερη πόλη της Κύπρου.
1489-1570 Η ΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΑΛΙΝΕΣ
Το κρατικό μονοπώλιο άλατος των Λουζινιάν έγινε τώρα περιουσία της Βενετίας, η οποία με επιτυχία εφάρμοσε τα επόμενα χρόνια τρόπους αύξησης της παραγωγής. Η ερευνήτρια Νάσα Παταπίου ανακάλυψε στα Ενετικά αρχεία όλες τις λεπτομέρειες της κατασκευής από τους Ενετούς του περιμετρικού προχώματος γύρω από τις Αλυκές, που έγινε για να εκτρέπει προς την θάλασσα όλους τους μικρούς χειμάρους που εκβάλαν στην Αλυκή και σε εποχές πολυομβρίας καθιστούσαν την αποξήρανση των αλυκών αδύνατη σε μεγάλη ζημιά του κρατικού ταμείου. Η διευθέτηση αυτή έκαμε τις Αλυκές ακόμη πιο πολύτιμες για τους Ενετούς αφού αύξησε κατακόρυφα την παραγωγή. Οι νέοι αφέντες έδωσαν μεγάλη σημασία στην Λάρνακα και πέραν της ακτοφυλακής και των γαλέρων, που έδρευαν στο κάστρο, έκτισαν νέο μεγάλο στρατόπεδο, πιθανότατα εντός του σημερινού πάρκου που βρίσκεται το Παττίχειο αμφιθέατρο αφού εκεί σώζεται μέρος του πλακόστρωτου του στρατωνισμού αυτού. Στο νέο σύγχρονο στρατόπεδο εγκατάστησαν σημαντικό αριθμό μισθοφόρων ιππέων στρατιωτών, Ελλήνων από την βόρεια Ήπειρο (Αρβανίτες) για την καλύτερη φύλαξη του άλατος και των ακτών. Οι Ενετοί έβλεπαν τώρα την Κύπρο σαν αποικία από την οποία έπρεπε να έχουν έσοδα, γι αυτό η εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών της πόρων γινόταν πλέον συστηματικότερα. Το αλάτι της Λάρνακας, σύμφωνα με όλα τα στοιχεία, ήταν ξανά ο κυριότερος θησαυρός του νησιού με συμμετοχή περί του 15% - 20% στο σύνολο των κρατικών εσόδων, αφού πέραν από την αξία των εξαγωγών διατηρήθηκε και η φορολογία του άλατος για κάθε πολίτη της Κύπρου. Οι Αλυκές ήταν ήδη πολυάνθρωπες το 1509. Το 1543 είχαν εξακόσιους κατοίκους ενώ λίγο αργότερα ο πληθυσμός τους αποτελείτο από χίλιες ψυχές. Ανάλογος πρέπει να ήταν και ο πληθυσμός του Λάρνακα (Ernica – Larnacho), όπου ήταν και το διοικητικό κέντρο των Ενετών, απέναντι από τον Ναό του Τιμίου Σταυρού, σήμερα το Τζαμί Τούζλα κοντά στην Μητρόπολη. Στο Διοικητικό αυτό κέντρο της Λάρνακας υπήρχε μεγάλη πλατεία με δημόσια κρήνη πάνω στην οποία υπήρχε μηχανικό Βενετσιάνικο γιγαντιαίο ρολόι, που σώζονται μέχρι σήμερα (πλην του μηχανισμού του ρολογιού), και γρανιτένια ψηλή στήλη με το λιοντάρι - έμβλημα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας στην κορυφή, καθώς και επιβλητικό δημόσιο οικοδόμημα, που δεν σώζονται αλλά μαρτυρούνται από περιηγητές. Η σημασία που απέδιδαν οι Ενετοί στην Λάρνακα φαίνεται και από το γεγονός ότι τις Αλυκές - Έρνικα διοικούσε Ενετός Καπετάνιος, όπως την Λευκωσία, την Αμμόχωστο και την Κερύνεια, ενώ όλες οι άλλες περιοχές διοικούντο από Κύπριους ευγενείς, επιλεγμένους από τους Ενετούς.
Η εξήγηση στο γιατί οι Αλυκές απέκτησαν μεγαλύτερη εμπορική κίνηση από την Αμμόχωστο επί Ενετοκρατίας μας δίνεται έμμεσα από τον Τζών Λόκ, που επισκέφθηκε την Κύπρο και τις Αλυκές το 1553. Λέγει ο Άγγλος αυτός περιηγητής ότι «όλα τα βενετσιάνικα πλοία που φθάνουν στην Κύπρο είναι υποχρεωμένα να δέσουν στις Αλυκές, να πετάξουν τα έρμα τους (δηλαδή το βάρος για να κρατούν την ισορροπία και σταθερότητα στην θάλασσα) και να φορτώσουν αλάτι για την Βενετία». Επομένως τα Ενετικά εμπορικά πλοία όχι μόνο ήταν υποχρεωμένα να καταπλεύσουν στην Λάρνακα αλλά δεν είχαν κανένα λόγο να επισκεφθούν πλέον την Αμμόχωστο. Ξεφόρτωναν τα εμπορεύματα τους στην Λάρνακα και αμέσως φόρτωναν αλάτι και ότι άλλο εμπόρευμα είχαν στο πρόγραμμα τους από την Λάρνακα. Άρα, οι έμποροι που χρησιμοποιούσαν ενετικά καράβια για τις εισαγωγές ή εξαγωγές τους ήταν πλέον υποχρεωμένοι να έχουν τις αποθήκες και τα σπίτια τους στην Λάρνακα για να έχουν αμεσότητα με τις ευκαιρίες παραλαβής και εξαγωγής των εμπορευμάτων τους. Οι έντονες διαμαρτυρίες των κατοίκων της Αμμοχώστου για εξεύρεση τρόπων αλλαγής αυτής κατάστασης δεν βρήκε καμιά ανταπόκριση από τον Δόγη. Αντίθετα οι Ενετοί έδωσαν πρόσθετα κίνητρα που ωφέλησαν ακόμη περισσότερο την Λάρνακα. Ο Θεόδωρος Παπαδόπουλος στην Ιστορία της Κύπρου σημειώνει την πληροφορία ότι οι Ενετοί στο πρόγραμμα παροχής διευκολύνσεων για την ναυπήγηση νέων Ενετικών πλοίων, δέχονταν όπως αυτά αποστέλλονταν αμέσως μετά την καθέλκυση τους να φορτώνουν αλάτι από την Λάρνακα, να μην πληρώνουν στην Κύπρο την αξία του, αλλά στην Βενετία μετά που θα το πωλούσαν με κέρδος σε κάποια ευρωπαϊκή αγορά. Σε περίπτωση που το αλάτι θα αποθηκευόταν για λογαριασμό της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας, τα φορτωτικά για την μεταφορά του άλατος στην Βενετία πληρωνόταν στο ναυπηγείο από την Δημοκρατία έναντι της κατασκευής του πλοίου. Τα Ενετικά αυτά κίνητρα και διευκολύνσεις καθιέρωσαν σταδιακά την Λάρνακα σαν το κυριότερο εμπορικό λιμάνι της Κύπρου, πράγμα που συνεχίσθηκε και επί Τουρκοκρατίας. Όταν οι Τούρκοι έφθασαν το 1570 στην Λάρνακα με τον στόλο τους για να καταλάβουν την Κύπρο, μαρτυρείται ότι αποβίβασαν τον στρατό στις Αλυκές κοντά στις αποθήκες και τα σπίτια όλων αυτών των μεγάλο-εμπόρων της Λάρνακας.
Όταν ο φημισμένος Οθωμανός ναύαρχος, γεωγράφος και χαρτογράφος Μουχαντίν Πιρί Ρέις επισκέφθηκε την Λάρνακα το 1546 για να προετοιμάσει την Τουρκική εισβολή, κατέγραψε στο βιβλίο ναυσιπλοΐας του δύο λιμάνια στην Λάρνακα. Ένα στις Αλυκές, όπου γίνεται το φόρτωμα του άλατος και το άλλο απέναντι από την Εκκλησία του Αγίου Λαζάρου, προφανώς κοντά στο κάστρο. Την επίσκεψη του Πιρί Ρέις στην Λάρνακα κατέγραψε ο Τσέχος επισκέπτης Όλτριχ Πρέφατ, ο οποίος ήταν αυτόπτης μάρτυρας στην καταδίωξη του από τις Ενετικές Γαλέρες. «... Μόλις ακούστηκε στην πόλη ότι είχαν επισημανθεί μερικές γαλέρες στα ανοικτά, αμέσως 50 ένοπλοι επιβιβάσθηκαν στα δύο καράβια που με πολύ ευνοϊκό άνεμο έπλευσαν εναντίον των πειρατών. Και φαίνεται ότι ο αρχηγός των πειρατών κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει δύο καλά εξοπλισμένες βενετσιάνικες γαλέρες και έπλευσε προς την Μικρά Ασία. Τότε οι δύο γαλέρες επέστρεψαν στο λιμάνι και οι Αλβανοί που είχαν παραταχθεί στην ακτή αποσύρθηκαν. Όπως μας είπαν ο Τούρκος αρχηγός των πειρατών ήταν ο Πιρί Ρέις. Η κατάσταση γενικού συναγερμού στο λιμάνι των αλυκών εξακολούθησε και την επομένη. Οι σάλπιγγες είχαν προειδοποιήσει ότι είχε φανεί στην θάλασσα μια γαλέρα. Παρατάχθηκαν πάλι στην ακτή περί των 40 Αλβανών. Εμείς βγήκαμε από τον ξενώνα μας και πήγαμε στην πόλη για να μάθουμε τι συνέβαινε. Η γαλέρα έριξε κανονιά για να δείξει ότι ήταν φιλική». Για την καλύτερη έγκαιρη προειδοποίηση εχθρικών κινήσεων στην θάλασσα και καλύτερη άμυνα των αγκυροβολίων της Λάρνακας το 1560 οικοδομήθηκε από τους Ενετούς ο Πύργος – παρατηρητήριο στο χωριό Τζίτιν. Στην συγκεκριμένη θέση προϋπήρχε παλαιότερο οικοδόμημα γιατί η όλη περιοχή καταγράφεται και σε παλαιότερους χάρτες σαν «Κοίτα» ή «Τζοίτα» δηλαδή παρατηρητήριο, όπου και η ονομασία «Τζίτιν» δια το πολύ γεωργικό χωριό μερικά χιλιόμετρα στο εσωτερικό. Ανάλογα παρατηρητήρια έγκαιρης προειδοποίησης υπήρχαν και στην άλλη άκρη του κόλπου Λάρνακας. Ένα στο χωριό Πύλα, που σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση κι ένα παραθαλάσσια του χωριού Ξυλοφάγου. Ο πύργος της Αλαμινού ήταν κι αυτός ενταγμένος στο ίδιο σύστημα.
Το 1546 ο Τσέχος Ολτριχτ Πρέφατ δίνει επίσης την πληροφορία ότι στον Ναό του Αγίου Λαζάρου λειτουργούσε νεκροταφείο όπου έθαψαν ένα από τους συντρόφους του που πέθανε στην διάρκεια του ταξιδιού. Πολλοί από τους τάφους ταξιδιωτών που θάφτηκαν στον Άγιο Λάζαρο σώζονται μέχρι σήμερα. Το 1557 ο Ενετός Προνοητής και Σύνδικος της Κύπρου Σεπάστιαν Βερνιέρ μερίμνησε για την επιδιόρθωση του Ναού του Αγίου Λαζάρου, που για χρόνια χρειαζόταν σοβαρές συντηρήσεις, όπως είχαμε δει προηγουμένως σε μαρτυρίες διάφορων επισκεπτών. Φαίνεται ότι πέραν από τις επιδιορθώσεις, ο Σεπάστιαν Βερνιέρ, ο οποίος ήταν ο θριαμβευτής αργότερα της ναυμαχίας της Ναυπάκτου (1572), έκανε την προσθήκη της νότιας στοάς του Ναού η οποία είναι σε καθαρά Γοτθικού ρυθμού. Ο Άγιος Λάζαρος, ήδη από την εποχή της Ελένης Παλαιολογίνας (1450-1458) έχει Καθολικές αλλά και ορθόδοξες λειτουργίες, πράγμα που επίσης μαρτυρείται από επισκέπτες της εποχής. Το 1565 η Βενετική Σύγκλητος δίνει εντολές για την αποπεράτωση των οικιών στο στρατόπεδο του ελαφρού ιππικού στις αλυκές, εν μέσω διαφωνιών ως προς το πια θα ήταν η ορθότερη στρατηγική για την αντιμετώπιση της Τουρκικής απειλής. Μια σοβαρή άποψη ήταν ότι η άμυνα έπρεπε να γίνει στις παραθαλάσσιες πόλεις όπου ο στόλος θα μπορούσε να βοηθήσει αποτελεσματικά στην υπεράσπιση τους, και επομένως θα έπρεπε να αναβαθμισθούν οι οχυρώσεις της Λάρνακας, Λεμεσού και Πάφου, πέραν αυτών της Αμμοχώστου και Κερύνειας. Η άποψη που τελικά επικράτησε ήταν ότι η άμυνα θα γινόταν μόνο στην Λευκωσία, Αμμόχωστο και Κερύνεια, όπου η αναβάθμιση των τειχών τους άρχισε το 1565. Ο Βισκούντης Λευκωσίας Πιέτρο Βαλτέριο ανάφερε ότι το 1567 μετά από μια μεγάλη τρικυμία καταποντίσθηκαν στο λιμάνι των Αλυκών 20 καράβια φορτωμένα εμπορεύματα. Μια απίστευτη μαρτυρία για την σημαντικότητα της Λάρνακας στο τέλος της Ενετοκρατίας.
Η εξήγηση στο γιατί οι Αλυκές απέκτησαν μεγαλύτερη εμπορική κίνηση από την Αμμόχωστο επί Ενετοκρατίας μας δίνεται έμμεσα από τον Τζών Λόκ, που επισκέφθηκε την Κύπρο και τις Αλυκές το 1553. Λέγει ο Άγγλος αυτός περιηγητής ότι «όλα τα βενετσιάνικα πλοία που φθάνουν στην Κύπρο είναι υποχρεωμένα να δέσουν στις Αλυκές, να πετάξουν τα έρμα τους (δηλαδή το βάρος για να κρατούν την ισορροπία και σταθερότητα στην θάλασσα) και να φορτώσουν αλάτι για την Βενετία». Επομένως τα Ενετικά εμπορικά πλοία όχι μόνο ήταν υποχρεωμένα να καταπλεύσουν στην Λάρνακα αλλά δεν είχαν κανένα λόγο να επισκεφθούν πλέον την Αμμόχωστο. Ξεφόρτωναν τα εμπορεύματα τους στην Λάρνακα και αμέσως φόρτωναν αλάτι και ότι άλλο εμπόρευμα είχαν στο πρόγραμμα τους από την Λάρνακα. Άρα, οι έμποροι που χρησιμοποιούσαν ενετικά καράβια για τις εισαγωγές ή εξαγωγές τους ήταν πλέον υποχρεωμένοι να έχουν τις αποθήκες και τα σπίτια τους στην Λάρνακα για να έχουν αμεσότητα με τις ευκαιρίες παραλαβής και εξαγωγής των εμπορευμάτων τους. Οι έντονες διαμαρτυρίες των κατοίκων της Αμμοχώστου για εξεύρεση τρόπων αλλαγής αυτής κατάστασης δεν βρήκε καμιά ανταπόκριση από τον Δόγη. Αντίθετα οι Ενετοί έδωσαν πρόσθετα κίνητρα που ωφέλησαν ακόμη περισσότερο την Λάρνακα. Ο Θεόδωρος Παπαδόπουλος στην Ιστορία της Κύπρου σημειώνει την πληροφορία ότι οι Ενετοί στο πρόγραμμα παροχής διευκολύνσεων για την ναυπήγηση νέων Ενετικών πλοίων, δέχονταν όπως αυτά αποστέλλονταν αμέσως μετά την καθέλκυση τους να φορτώνουν αλάτι από την Λάρνακα, να μην πληρώνουν στην Κύπρο την αξία του, αλλά στην Βενετία μετά που θα το πωλούσαν με κέρδος σε κάποια ευρωπαϊκή αγορά. Σε περίπτωση που το αλάτι θα αποθηκευόταν για λογαριασμό της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας, τα φορτωτικά για την μεταφορά του άλατος στην Βενετία πληρωνόταν στο ναυπηγείο από την Δημοκρατία έναντι της κατασκευής του πλοίου. Τα Ενετικά αυτά κίνητρα και διευκολύνσεις καθιέρωσαν σταδιακά την Λάρνακα σαν το κυριότερο εμπορικό λιμάνι της Κύπρου, πράγμα που συνεχίσθηκε και επί Τουρκοκρατίας. Όταν οι Τούρκοι έφθασαν το 1570 στην Λάρνακα με τον στόλο τους για να καταλάβουν την Κύπρο, μαρτυρείται ότι αποβίβασαν τον στρατό στις Αλυκές κοντά στις αποθήκες και τα σπίτια όλων αυτών των μεγάλο-εμπόρων της Λάρνακας.
Όταν ο φημισμένος Οθωμανός ναύαρχος, γεωγράφος και χαρτογράφος Μουχαντίν Πιρί Ρέις επισκέφθηκε την Λάρνακα το 1546 για να προετοιμάσει την Τουρκική εισβολή, κατέγραψε στο βιβλίο ναυσιπλοΐας του δύο λιμάνια στην Λάρνακα. Ένα στις Αλυκές, όπου γίνεται το φόρτωμα του άλατος και το άλλο απέναντι από την Εκκλησία του Αγίου Λαζάρου, προφανώς κοντά στο κάστρο. Την επίσκεψη του Πιρί Ρέις στην Λάρνακα κατέγραψε ο Τσέχος επισκέπτης Όλτριχ Πρέφατ, ο οποίος ήταν αυτόπτης μάρτυρας στην καταδίωξη του από τις Ενετικές Γαλέρες. «... Μόλις ακούστηκε στην πόλη ότι είχαν επισημανθεί μερικές γαλέρες στα ανοικτά, αμέσως 50 ένοπλοι επιβιβάσθηκαν στα δύο καράβια που με πολύ ευνοϊκό άνεμο έπλευσαν εναντίον των πειρατών. Και φαίνεται ότι ο αρχηγός των πειρατών κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει δύο καλά εξοπλισμένες βενετσιάνικες γαλέρες και έπλευσε προς την Μικρά Ασία. Τότε οι δύο γαλέρες επέστρεψαν στο λιμάνι και οι Αλβανοί που είχαν παραταχθεί στην ακτή αποσύρθηκαν. Όπως μας είπαν ο Τούρκος αρχηγός των πειρατών ήταν ο Πιρί Ρέις. Η κατάσταση γενικού συναγερμού στο λιμάνι των αλυκών εξακολούθησε και την επομένη. Οι σάλπιγγες είχαν προειδοποιήσει ότι είχε φανεί στην θάλασσα μια γαλέρα. Παρατάχθηκαν πάλι στην ακτή περί των 40 Αλβανών. Εμείς βγήκαμε από τον ξενώνα μας και πήγαμε στην πόλη για να μάθουμε τι συνέβαινε. Η γαλέρα έριξε κανονιά για να δείξει ότι ήταν φιλική». Για την καλύτερη έγκαιρη προειδοποίηση εχθρικών κινήσεων στην θάλασσα και καλύτερη άμυνα των αγκυροβολίων της Λάρνακας το 1560 οικοδομήθηκε από τους Ενετούς ο Πύργος – παρατηρητήριο στο χωριό Τζίτιν. Στην συγκεκριμένη θέση προϋπήρχε παλαιότερο οικοδόμημα γιατί η όλη περιοχή καταγράφεται και σε παλαιότερους χάρτες σαν «Κοίτα» ή «Τζοίτα» δηλαδή παρατηρητήριο, όπου και η ονομασία «Τζίτιν» δια το πολύ γεωργικό χωριό μερικά χιλιόμετρα στο εσωτερικό. Ανάλογα παρατηρητήρια έγκαιρης προειδοποίησης υπήρχαν και στην άλλη άκρη του κόλπου Λάρνακας. Ένα στο χωριό Πύλα, που σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση κι ένα παραθαλάσσια του χωριού Ξυλοφάγου. Ο πύργος της Αλαμινού ήταν κι αυτός ενταγμένος στο ίδιο σύστημα.
Το 1546 ο Τσέχος Ολτριχτ Πρέφατ δίνει επίσης την πληροφορία ότι στον Ναό του Αγίου Λαζάρου λειτουργούσε νεκροταφείο όπου έθαψαν ένα από τους συντρόφους του που πέθανε στην διάρκεια του ταξιδιού. Πολλοί από τους τάφους ταξιδιωτών που θάφτηκαν στον Άγιο Λάζαρο σώζονται μέχρι σήμερα. Το 1557 ο Ενετός Προνοητής και Σύνδικος της Κύπρου Σεπάστιαν Βερνιέρ μερίμνησε για την επιδιόρθωση του Ναού του Αγίου Λαζάρου, που για χρόνια χρειαζόταν σοβαρές συντηρήσεις, όπως είχαμε δει προηγουμένως σε μαρτυρίες διάφορων επισκεπτών. Φαίνεται ότι πέραν από τις επιδιορθώσεις, ο Σεπάστιαν Βερνιέρ, ο οποίος ήταν ο θριαμβευτής αργότερα της ναυμαχίας της Ναυπάκτου (1572), έκανε την προσθήκη της νότιας στοάς του Ναού η οποία είναι σε καθαρά Γοτθικού ρυθμού. Ο Άγιος Λάζαρος, ήδη από την εποχή της Ελένης Παλαιολογίνας (1450-1458) έχει Καθολικές αλλά και ορθόδοξες λειτουργίες, πράγμα που επίσης μαρτυρείται από επισκέπτες της εποχής. Το 1565 η Βενετική Σύγκλητος δίνει εντολές για την αποπεράτωση των οικιών στο στρατόπεδο του ελαφρού ιππικού στις αλυκές, εν μέσω διαφωνιών ως προς το πια θα ήταν η ορθότερη στρατηγική για την αντιμετώπιση της Τουρκικής απειλής. Μια σοβαρή άποψη ήταν ότι η άμυνα έπρεπε να γίνει στις παραθαλάσσιες πόλεις όπου ο στόλος θα μπορούσε να βοηθήσει αποτελεσματικά στην υπεράσπιση τους, και επομένως θα έπρεπε να αναβαθμισθούν οι οχυρώσεις της Λάρνακας, Λεμεσού και Πάφου, πέραν αυτών της Αμμοχώστου και Κερύνειας. Η άποψη που τελικά επικράτησε ήταν ότι η άμυνα θα γινόταν μόνο στην Λευκωσία, Αμμόχωστο και Κερύνεια, όπου η αναβάθμιση των τειχών τους άρχισε το 1565. Ο Βισκούντης Λευκωσίας Πιέτρο Βαλτέριο ανάφερε ότι το 1567 μετά από μια μεγάλη τρικυμία καταποντίσθηκαν στο λιμάνι των Αλυκών 20 καράβια φορτωμένα εμπορεύματα. Μια απίστευτη μαρτυρία για την σημαντικότητα της Λάρνακας στο τέλος της Ενετοκρατίας.
1474-1489 Η ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΚΟΡΝΑΡΟ
Το 1474 πέρασε από την Λάρνακα ο Αλεσσάντρο Ρινουτσίνι που λέει επί λέξη «... Περί το ένα τέταρτο του μιλιού από το λιμάνι των Αλυκών (ήταν περίπου εκεί που είναι σήμερα το ψαρολίμανο) στην παραλία, υπάρχουν διάφορα ίχνη που μαρτυρούν ότι σ΄ αυτό το μέρος βρισκόταν κάποτε μια θαυμαστή αρχαία πόλη. Από τα κτίσματα της απέμεινε τώρα μόνο ένας πύργος (το κάστρο της Λάρνακας), που ορθώνεται εκεί ακέραιος. Υπήρχε επίσης μια αρχαία εκκλησία η οποία αν και στέκει ακόμη, ωστόσο οι τοίχοι της είναι σε πολλά μέρη κατεστραμμένοι. Επίσης της απέμειναν οι τρεις τρούλοι καθώς και οι αψίδες και οι κολόνες. Λέγεται ότι η εκκλησία είναι αφιερωμένη στον Άγιο Λάζαρο. Αλλά οι άπιστοι (εννοεί οι ορθόδοξοι) κάτοικοι αυτής της χώρας έχουν εκεί ζωοπάζαρο με γαϊδούρια και χοίρους. Σε πολλά μέρη της πόλης διακρίνονται τα κατάλοιπα διαφόρων κτιρίων και ανακτόρων ευγενών και σωροί από μεγάλους ογκόλιθους....». Ο Ρινουτσίνη δεν αναγνώρισε ανάμεσα στα κατάλοιπα διαφόρων κτηρίων άλλη εκκλησία εκτός αυτή του Αγίου Λαζάρου. Από τις πιο πάνω αναφορές μαθαίνουμε λοιπόν ότι ο Άγιος Λάζαρος χρειαζόταν ριζική συντήρηση, πράγμα που έκαναν μερικές δεκαετίες αργότερα οι Ενετοί, όπως φαίνεται από την σχετική αλληλογραφία που ανακάλυψε πρόσφατα η Κύπρια ερευνήτρια Νάσα Παταπίου στα αρχεία της Βενετίας. Οι 3 τρούλοι της εκκλησίας μαρτυρείται ότι υπήρχαν καθ όλη την Φραγκοκρατία. Είναι λοιπόν πιθανότερο ότι κατεδαφίσθηκαν από τους Τούρκους μετά το 1571. Το κάστρο διατηρείτο επίσης σε αρκετά καλή κατάσταση. Μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε από τις πιο πάνω αναφορές ότι υπήρχαν ακόμη πολλά ίχνη της μεγάλης καταστροφής στην παραλιακή πόλη, που έγινε κατά την διάρκεια της εισβολής των μαμελούκων το 1425-26 και του εμφυλίου πολέμου του 1460-64. Τέλος σημειώνουμε την παράδοση να λειτουργούν ζωοπάζαρα κοντά στις εκκλησίες της πόλης. Αυτή η πολύ χρήσιμη εμπορική παράδοση σώθηκε μέχρι τις μέρες μας στο πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου όπου στην είσοδο της πόλης στο δασάκι απέναντι από το νεκροταφείο οργανωνόταν ζωοπάζαρο. Αυτό γινόταν εκεί μέχρι το 1970, όπου ζωοπάζαρο πέραν από την γιορτή του Αγίου Γεωργίου, διοργανωνόταν και κατά την διάρκεια του Κατακλυσμού στον ίδιο ακριβώς χώρο.
Μια άλλη αναφορά της εποχής από τον γερμανό ιππότη Κόνραντ Γκρούνεμπεργκ, που πέρασε από την Λάρνακα το 1486 λέει «... Κατά το ταξίδι της επιστροφής μας από τους Άγιους Τόπους παρασυρθήκαμε από δυνατή καταιγίδα στο λιμάνι των Αλυκών. Στο λιμάνι είδαμε 3 μεγάλες φορτηγίδες που φόρτωναν αλάτι και ξυλεία στα καράβια. Πιο πέρα από τις Αλυκές, στους πρόποδες ενός λόφου κοντά στη θάλασσα, βρίσκεται ένα κτήριο. Μπροστά απ’ αυτό υπάρχει ένας φούρνος και μια συστάδα δένδρων που προσφέρει σκιά. Εκεί μαζεύτηκαν οι Κύπριοι έμποροι όταν έφθασαν τα 4 καράβια μας. Το ίδιο έκανα και οι έμποροι από τα καράβια που έφθασαν. Εκεί άπλωσαν όλοι τα εμπορεύματα τους. Οι Κύπριοι διαθέταν διάφορα λινά, μεταξωτά και βαμβακερά υφάσματα και διάφορα κεραμικά αντικείμενα. Οι έμποροι από τα καράβια εξέθεσαν εμπορεύματα από την Βενετία, και την Γερμανία, τα οποία όμως πωλούσαν σε ψηλές τιμές». Το παζάρι λοιπό ανταλλαγής ή πώλησης εμπορευμάτων κοντά στην παραλία της Λάρνακας ήταν ευκαιριακό όταν υπήρχε άφιξη επισκεπτών. Είναι πολύ πιθανόν ότι κατά τις υπόλοιπες μέρες να λειτουργούσε για τους ντόπιους σε διαφορετικό σημείο της πόλης, πιθανότερο στον Λάρνακα όπου ήταν συγκεντρωμένος ο όγκος του πληθυσμού της πόλης. Ο όγκος όμως του εξαγωγικού εμπορίου γινόταν από τις Αλυκές. Το λιμάνι των Αλυκών ήταν ένα καλό αγκυροβόλιο αφού τα καράβια φόρτωναν με την βοήθεια φορτηγίδων. Η τροφοδοσία των πλοίων, όπως μαρτυρεί ο Ιππότης Κόνραντ, διευκολυνόταν με την ύπαρξη φούρνου κοντά στο λιμάνι, αφού τα παξιμάδια και οι γαλέτες ήταν το κυριότερο είδος ζήτησης από τα καράβια γιατί διατηρούνται μεγάλα χρονικά διαστήματα. Πολλών ειδών υφάσματα και κεραμικά καθημερινής χρήσης παραγόντουσαν στην Κύπρο και είχαν ζήτηση από τους επισκέπτες. Τέλος μπορούμε να συμπεράνουμε ότι τα εισαγόμενα είδη ήταν σπάνια και ακριβά αυτή την περίοδο.
Οι Ενετοί σταδιακά αλλά αποφασιστικά εδραιώνουν την εξουσία τους στην Κύπρο. Με την δικαιολογία της στήριξης και προστασίας της Βασίλισσας Αικατερίνης Κορνάρο, εξουδετέρωσαν σταδιακά όλες τις άλλες πολιτικές δυνάμεις στο νησί και ανάλαβαν στην πραγματικότητα οι ίδιοι την διακυβέρνηση. Παραμέρισαν σε μεγάλο βαθμό και την ίδια την Βασίλισσα η οποία είχε τον ρόλο απλώς της επικύρωσης και νομιμοποίησης των Ενετικών αποφάσεων. Για καλό και για κακό οι Ενετοί απομάκρυναν από την Κύπρο όλους τους ζώντες συγγενείς του τελευταίου Λουζινιάν. Σε ηλικία 12 ετών πέθανε στο Φρούριο της Πάδοβα η νόθη κόρη του Ιακώβου Β΄ Κάρλα, ενώ στην Βενετία και υπό τον έλεγχο των αρχών, έζησαν οι δυο νόθοι γιοι του Ιακώβου Β΄ . Σταδιακά απομακρύνθηκαν από την Κύπρο και οι Κύπριοι λαϊκοί ηγέτες των Ορθοδόξων Ελλήνων που υποστήριζαν την Βασίλισσα, όπως ο Στέφανος Κουδουνάς και Ιωάννης Μαύρος, καθώς και πολλοί ευγενείς υποστηρικτές της Αικατερίνης. Έχουμε λοιπόν για 15 χρόνια την επικυριαρχία των Ενετών στην Κύπρο, οι οποίοι όμως περίμεναν την κατάλληλη στιγμή για ενσωμάτωση της Κύπρου στο κράτος τους.
Τον Ιούνιο του 1486, οι Ενετοί μετάφεραν όλο τον στόλο τους στην Κύπρο γιατί ο Σουλτάνος της Κωνσταντινούπολης έπλευσε με όλο του τον στόλο εναντίον του Μαμελούκου Σουλτάνου της Αιγύπτου. Οι προθέσεις των Τούρκων ήταν πολύ απειλητικές και για την Κύπρο. Έτσι δυνατός στόλος των Ενετών παράμεινε στην Κύπρο σαν αποτρεπτική δύναμη μέχρι τέλους των εχθροπραξιών μεταξύ των δύο Σουλτάνων το 1488. Οι Ενετοί είναι πλέον πεισμένοι ότι για να αποτρέψουν τους Τούρκους αλλά και τους Μαμελούκους από του να καταλάβουν την Κύπρο έπρεπε να τους δείξουν ότι η Κύπρος ανήκει στην Βενετία και ότι η Γαληνοτάτη Δημοκρατία θα αμυνόταν με αποτελεσματικότητα. Για να γίνει αυτό έπρεπε να απομακρυνθεί η Αικατερίνη, η οποία επιπλέον σχεδίαζε μυστικά από τους Ενετούς νέο γάμο, πράγμα που αν γινόταν θα περιέπλεκε πολύ την βελούδινη διαδοχή τους στην Κύπρο. Τον Οκτώβριο του 1488 λήφθηκε από τους Ενετούς η τελική απόφαση την οποία διατάχθηκε να εφαρμόσει ο γενικός καπετάνιος της θάλασσας Φραγκίσκο Πριούλι. Ο Ναύαρχος θα έπρεπε να επιβιβάσει την Βασίλισσα σε μια γαλέρα με προορισμό την Βενετία, ενώ ο στόλος θα έπρεπε να παραμείνει στην Κύπρο έτοιμος για κάθε ενδεχόμενο. Για να αποφευχθούν όμως περιπλοκές στην διαδοχή θα έπρεπε η Αικατερίνη να αποχωρήσει οικειοθελώς και να εκχωρήσει τα δικαιώματα της στον διάδοχο και κηδεμόνα της, δηλαδή την Γαληνοτάτη Δημοκρατία. Τα πράγματα απλοποιήθηκαν επειδή το 1487 είχε αποθάνει και η πρώην Βασίλισσα της Κύπρου Καρλότα, η αδελφή του Ιακώβου Β΄. Για να πεισθεί η Αικατερίνη επιστρατεύθηκαν η μητέρα της αλλά κυρίως ο αδελφός της και τα Ενετικά της αισθήματα. Η οριστική αποχώρηση της Αικατερίνης από την Κύπρο, εν μέσω βαρύτατης ατμόσφαιρας και οδυρμών έγινε τελικά τον Φεβρουάριο του 1489. Διάφορες αποχαιρετιστήριες τελετές έγιναν στην Λευκωσία και την Αμμόχωστο. Οι Αλυκές παρέμεναν όμως ο κατ’ εξοχή τόπος εσόδων και εμπορίου για το κράτος. Αυτή την περίοδο ο Γάλλος επισκέπτης Ζιαν ντε Κισαρμουά μαρτυρεί ότι οι Ενετοί μάζευαν από τις Αλυκές αλάτι το οποίο εξήγαγαν με εκατό πλοία ετησίως με τεράστια αξία σε χρυσάφι. Επίσης οι Αλυκές άρχισαν να συγκεντρώνουν μεγαλύτερο πληθυσμό αφού πολλοί έμποροι μετακινήθηκαν από την Αμμόχωστο προς την Λάρνακα όπου οικοδόμησαν νέα σπίτια και αποθήκες. Η νέα κατάσταση πραγμάτων στις Αλυκές και τον Λάρνακα ενόχλησε τους κατοίκους της Αμμοχώστου, που με επιστολή τους προς το Δόγη πριν περάσουν δύο χρόνια από την προσάρτηση της Κύπρου, ζητούσαν όπως με κάποια κίνητρα προς όφελος της Αμμοχώστου περιορίσει την πάρα πέρα ανάπτυξη του λιμανιού της Λάρνακας. Η απάντηση του Δόγη σύμφωνα με το Αρχείο της Βενετίας που αποκάλυψε πρόσφατα η Νάσα Παταπίου, ήταν αρνητική. Τους λόγους της άρνησης θα τους δούμε στο επόμενο κεφάλαιο.
Μια άλλη αναφορά της εποχής από τον γερμανό ιππότη Κόνραντ Γκρούνεμπεργκ, που πέρασε από την Λάρνακα το 1486 λέει «... Κατά το ταξίδι της επιστροφής μας από τους Άγιους Τόπους παρασυρθήκαμε από δυνατή καταιγίδα στο λιμάνι των Αλυκών. Στο λιμάνι είδαμε 3 μεγάλες φορτηγίδες που φόρτωναν αλάτι και ξυλεία στα καράβια. Πιο πέρα από τις Αλυκές, στους πρόποδες ενός λόφου κοντά στη θάλασσα, βρίσκεται ένα κτήριο. Μπροστά απ’ αυτό υπάρχει ένας φούρνος και μια συστάδα δένδρων που προσφέρει σκιά. Εκεί μαζεύτηκαν οι Κύπριοι έμποροι όταν έφθασαν τα 4 καράβια μας. Το ίδιο έκανα και οι έμποροι από τα καράβια που έφθασαν. Εκεί άπλωσαν όλοι τα εμπορεύματα τους. Οι Κύπριοι διαθέταν διάφορα λινά, μεταξωτά και βαμβακερά υφάσματα και διάφορα κεραμικά αντικείμενα. Οι έμποροι από τα καράβια εξέθεσαν εμπορεύματα από την Βενετία, και την Γερμανία, τα οποία όμως πωλούσαν σε ψηλές τιμές». Το παζάρι λοιπό ανταλλαγής ή πώλησης εμπορευμάτων κοντά στην παραλία της Λάρνακας ήταν ευκαιριακό όταν υπήρχε άφιξη επισκεπτών. Είναι πολύ πιθανόν ότι κατά τις υπόλοιπες μέρες να λειτουργούσε για τους ντόπιους σε διαφορετικό σημείο της πόλης, πιθανότερο στον Λάρνακα όπου ήταν συγκεντρωμένος ο όγκος του πληθυσμού της πόλης. Ο όγκος όμως του εξαγωγικού εμπορίου γινόταν από τις Αλυκές. Το λιμάνι των Αλυκών ήταν ένα καλό αγκυροβόλιο αφού τα καράβια φόρτωναν με την βοήθεια φορτηγίδων. Η τροφοδοσία των πλοίων, όπως μαρτυρεί ο Ιππότης Κόνραντ, διευκολυνόταν με την ύπαρξη φούρνου κοντά στο λιμάνι, αφού τα παξιμάδια και οι γαλέτες ήταν το κυριότερο είδος ζήτησης από τα καράβια γιατί διατηρούνται μεγάλα χρονικά διαστήματα. Πολλών ειδών υφάσματα και κεραμικά καθημερινής χρήσης παραγόντουσαν στην Κύπρο και είχαν ζήτηση από τους επισκέπτες. Τέλος μπορούμε να συμπεράνουμε ότι τα εισαγόμενα είδη ήταν σπάνια και ακριβά αυτή την περίοδο.
Οι Ενετοί σταδιακά αλλά αποφασιστικά εδραιώνουν την εξουσία τους στην Κύπρο. Με την δικαιολογία της στήριξης και προστασίας της Βασίλισσας Αικατερίνης Κορνάρο, εξουδετέρωσαν σταδιακά όλες τις άλλες πολιτικές δυνάμεις στο νησί και ανάλαβαν στην πραγματικότητα οι ίδιοι την διακυβέρνηση. Παραμέρισαν σε μεγάλο βαθμό και την ίδια την Βασίλισσα η οποία είχε τον ρόλο απλώς της επικύρωσης και νομιμοποίησης των Ενετικών αποφάσεων. Για καλό και για κακό οι Ενετοί απομάκρυναν από την Κύπρο όλους τους ζώντες συγγενείς του τελευταίου Λουζινιάν. Σε ηλικία 12 ετών πέθανε στο Φρούριο της Πάδοβα η νόθη κόρη του Ιακώβου Β΄ Κάρλα, ενώ στην Βενετία και υπό τον έλεγχο των αρχών, έζησαν οι δυο νόθοι γιοι του Ιακώβου Β΄ . Σταδιακά απομακρύνθηκαν από την Κύπρο και οι Κύπριοι λαϊκοί ηγέτες των Ορθοδόξων Ελλήνων που υποστήριζαν την Βασίλισσα, όπως ο Στέφανος Κουδουνάς και Ιωάννης Μαύρος, καθώς και πολλοί ευγενείς υποστηρικτές της Αικατερίνης. Έχουμε λοιπόν για 15 χρόνια την επικυριαρχία των Ενετών στην Κύπρο, οι οποίοι όμως περίμεναν την κατάλληλη στιγμή για ενσωμάτωση της Κύπρου στο κράτος τους.
Τον Ιούνιο του 1486, οι Ενετοί μετάφεραν όλο τον στόλο τους στην Κύπρο γιατί ο Σουλτάνος της Κωνσταντινούπολης έπλευσε με όλο του τον στόλο εναντίον του Μαμελούκου Σουλτάνου της Αιγύπτου. Οι προθέσεις των Τούρκων ήταν πολύ απειλητικές και για την Κύπρο. Έτσι δυνατός στόλος των Ενετών παράμεινε στην Κύπρο σαν αποτρεπτική δύναμη μέχρι τέλους των εχθροπραξιών μεταξύ των δύο Σουλτάνων το 1488. Οι Ενετοί είναι πλέον πεισμένοι ότι για να αποτρέψουν τους Τούρκους αλλά και τους Μαμελούκους από του να καταλάβουν την Κύπρο έπρεπε να τους δείξουν ότι η Κύπρος ανήκει στην Βενετία και ότι η Γαληνοτάτη Δημοκρατία θα αμυνόταν με αποτελεσματικότητα. Για να γίνει αυτό έπρεπε να απομακρυνθεί η Αικατερίνη, η οποία επιπλέον σχεδίαζε μυστικά από τους Ενετούς νέο γάμο, πράγμα που αν γινόταν θα περιέπλεκε πολύ την βελούδινη διαδοχή τους στην Κύπρο. Τον Οκτώβριο του 1488 λήφθηκε από τους Ενετούς η τελική απόφαση την οποία διατάχθηκε να εφαρμόσει ο γενικός καπετάνιος της θάλασσας Φραγκίσκο Πριούλι. Ο Ναύαρχος θα έπρεπε να επιβιβάσει την Βασίλισσα σε μια γαλέρα με προορισμό την Βενετία, ενώ ο στόλος θα έπρεπε να παραμείνει στην Κύπρο έτοιμος για κάθε ενδεχόμενο. Για να αποφευχθούν όμως περιπλοκές στην διαδοχή θα έπρεπε η Αικατερίνη να αποχωρήσει οικειοθελώς και να εκχωρήσει τα δικαιώματα της στον διάδοχο και κηδεμόνα της, δηλαδή την Γαληνοτάτη Δημοκρατία. Τα πράγματα απλοποιήθηκαν επειδή το 1487 είχε αποθάνει και η πρώην Βασίλισσα της Κύπρου Καρλότα, η αδελφή του Ιακώβου Β΄. Για να πεισθεί η Αικατερίνη επιστρατεύθηκαν η μητέρα της αλλά κυρίως ο αδελφός της και τα Ενετικά της αισθήματα. Η οριστική αποχώρηση της Αικατερίνης από την Κύπρο, εν μέσω βαρύτατης ατμόσφαιρας και οδυρμών έγινε τελικά τον Φεβρουάριο του 1489. Διάφορες αποχαιρετιστήριες τελετές έγιναν στην Λευκωσία και την Αμμόχωστο. Οι Αλυκές παρέμεναν όμως ο κατ’ εξοχή τόπος εσόδων και εμπορίου για το κράτος. Αυτή την περίοδο ο Γάλλος επισκέπτης Ζιαν ντε Κισαρμουά μαρτυρεί ότι οι Ενετοί μάζευαν από τις Αλυκές αλάτι το οποίο εξήγαγαν με εκατό πλοία ετησίως με τεράστια αξία σε χρυσάφι. Επίσης οι Αλυκές άρχισαν να συγκεντρώνουν μεγαλύτερο πληθυσμό αφού πολλοί έμποροι μετακινήθηκαν από την Αμμόχωστο προς την Λάρνακα όπου οικοδόμησαν νέα σπίτια και αποθήκες. Η νέα κατάσταση πραγμάτων στις Αλυκές και τον Λάρνακα ενόχλησε τους κατοίκους της Αμμοχώστου, που με επιστολή τους προς το Δόγη πριν περάσουν δύο χρόνια από την προσάρτηση της Κύπρου, ζητούσαν όπως με κάποια κίνητρα προς όφελος της Αμμοχώστου περιορίσει την πάρα πέρα ανάπτυξη του λιμανιού της Λάρνακας. Η απάντηση του Δόγη σύμφωνα με το Αρχείο της Βενετίας που αποκάλυψε πρόσφατα η Νάσα Παταπίου, ήταν αρνητική. Τους λόγους της άρνησης θα τους δούμε στο επόμενο κεφάλαιο.
1460-1474 Ο ΙΑΚΩΒΟΣ Β΄ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΛΟΥΖΙΝΙΑΝ
Ένα από τα πρώτα σημαντικά κέντρα του Βασιλείου που έθεσε άμεσα υπό τον έλεγχο του ο Ιάκωβος με την βοήθεια των μαμελούκων ήταν οι Αλυκές. Λίγο αργότερα έθεσε υπό τον έλεγχο του και την Λευκωσία. Οι ευγενείς και ο λαός διχάσθηκαν. Οι παλιοί ευγενείς και Φεουδάρχες στήριζαν την Καρλότα ενώ μια νέα τάξη φιλόδοξων παλιών και νέων στήριξε τον Ιάκωβο. Η Καρλότα και ο Βασιλιάς σύζυγος της αποφασίζουν να αμυνθούν στην Κερύνεια. Στις αρχές Νοεμβρίου του 1460, ο Διοικητής των Αλυκών Γεώργιος Βουστρώνιος σημειώνει στο Χρονικό του ότι πήρε εντολή από τον Ιάκωβο να στρατολογήσει άνδρες από την περιοχή των Αλυκών και να τους πάρει στην Λευκωσία για την ενίσχυση του στρατεύματος του. Ο Βουστρώνιος συγκέντρωσε συνολικά 225 άνδρες οπλισμένους με τόξα, καθόλου ευκαταφρόνητο αριθμό για το πληθυσμό της Κύπρου αυτής της εποχής. Φαίνεται λοιπόν ότι η ευρύτερη Λάρνακα είχε αυτή την περίοδο σημαντικό πληθυσμό. Ο Βουστρώνιος συνέχισε και αργότερα να στρατολογεί για τον Ιάκωβο άνδρες όχι μόνο από τις Αλυκές αλλά και από τα ευρωπαϊκά καράβια που έδεναν στο λιμάνι. Από τις Αλυκές ναύλωσε ο Ιάκωβος 2 ξένα καράβια, και τους έδωσε χαρτιά για να πάνε στην Τρίπολη και να επιστρέψουν με νέες ενισχύσεις από Μαμελούκους στρατιώτες. Αυτό έγινε κατά τον Γεώργιο Βουστρώνιο τον Μάιο του 1461. Σύντομα η μόνη αντίσταση κατά της εξουσίας του Ιακώβου Β΄ (1460-1473) και η μη αναγνώριση του, προερχόταν μόνο από την Κερύνεια της Καρλότας, την Αμμόχωστο των Γενουατών και το Κολλόσι των Ιωαννιτών Ιπποτών, που αντιτίθεντο προσπαθώντας να κρατήσουν τις ισορροπίες μεταξύ των δύο αδελφών. Όλο το άλλο Βασίλειο βρισκόταν στα χέρια του Ιακώβου και των συμμάχων του.
Τον Ιούνιο του 1461 ο Ιάκωβος ναυμάχησε με μερικά καράβια των Γενουατών που μετέφεραν προμήθειες στην Αμμόχωστο. Αυτά περνούσαν ανοικτά των Αλυκών και ο Ιάκωβος με τα καράβια του που είχε στις Αλυκές τα καταδίωξε και τα αιχμαλώτισε με όλες τους τις προμήθειες. Η Καρλότα έφυγε από την Κερύνεια το ίδιο καλοκαίρι του 1461 για να εξασφαλίσει βοήθεια από την Ευρώπη. Ο Γεώργιος Βουστρώνιος τον Οκτώβρη του ίδιου έτους δέχεται στις Αλυκές την επίσκεψη γαλέρων από την Καταλονία με επικεφαλής τον Τζαν Πέρες. Ο Τζιβιτάνος προσπάθησε να επιστρατεύσει τα πλοία προς όφελος του Βασιλιά Ιακώβου. Για να δοθεί καιρός στον Βασιλιά να απαντήσει, ο Βουστρώνιος φιλοξένησε τον Πέρες στο σπίτι του στον «Λάρνακαν». Εκεί έφαγε κοιμήθηκε και αφού ο Τζιβιτάνος τον κράτησε κοντά του και τον έπεισε ότι από τον Βασιλιά θα μείνει πολύ ευχαριστημένος, ο Πέρες έμεινε τελικά στην Κύπρο και στην υπηρεσία του Ιακώβου. Ο Βασιλιάς ήταν πολύ απλόχερος σ’ όσους τον βοήθησαν να παγιώσει την εξουσία του και διένειμε φέουδα στους περισσότερους απ’ αυτούς ντόπιους και ξένους. Ο σύζυγος της Καρλότας, Λουδοβίκος έφυγε κι αυτός από την Κερύνεια προς αναζήτηση βοήθειας από την οικογένεια του στην Δύση το 1463. Μάταιη όμως απέβη η προσπάθεια και των δύο με αποτέλεσμα η Κερύνεια να καταληφθεί το 1464 από τον Ιάκωβο λίγο μετά την παράδοση της Αμμοχώστου, που παρέμενε κι αυτή χρόνια πολιορκημένη. Μετά από 4 χρόνια εμφύλιου πολέμου ο σφετεριστής Βασιλιάς κατάφερε όχι μόνο να απλώσει την εξουσία του σ’ όλο το Βασίλειο αλλά κατάφερε να επανεντάξει και την Αμμόχωστο μετά από 91 χρόνια Γενουατικής κατοχής.
Το 1468 ο Ιάκωβος νομίζει ότι τελικά παίρνει και την διεθνή αναγνώριση αφού διευθετήθηκε ο γάμος του με την Ενετή αριστοκράτισσα Αικατερίνη Κορνάρο, η οποία τότε ήταν μόλις 14 ετών. Η Αικατερίνη υιοθετήθηκε επίσημα από το κράτος της Βενετίας το 1472, πράγμα που σήμαινε ότι σε περίπτωση μη ύπαρξης απογόνων, το Στέμμα των Λουζινιανών κληρονομιόταν από τον κηδεμόνα, που ήταν η ίδια η Βενετία. Η μεγάλη αστάθεια και ο μεγάλος κίνδυνος που προκάλεσε ο επιπόλαιος χειρισμός του Ιακώβου με την ανάμιξη των εχθρών του Χριστιανισμού και της Δύσης στα θέματα του τελευταίου προπυργίου τους στην Ανατολή, ανάγκαζε τώρα την Δύση υποχθόνια να βρει νέους πιο αξιόπιστους και δυνατούς κυβερνήτες στην Κύπρο. Η Ενετική Δημοκρατία, που ήταν τώρα η κυριότερη δύναμη της Δύσης και ο Δόγης ανάλαβαν βελούδινα αλλά πολύ αποτελεσματικά αυτή την αποστολή. Ο γάμος του Ιακώβου έγινε με την ενηλικίωση της Αικατερίνης, η οποία στην ίδια τελετή στέφθηκε Βασίλισσα της Κύπρου (1472). Ο Ιάκωβος Β΄ όμως αρρωστά και πεθαίνει μυστηριωδώς το επόμενο έτος σε ηλικία 33 ετών. Το ίδιο παθαίνει και ο γιος του που γέννησε η Αικατερίνη λίγο αργότερα. Ο δρόμος για την απόκτηση του Στέμματος των Λουζινιανών από την Βενετία είναι τώρα ορθάνοικτος.
Η εύνοια προς τους Ενετούς ήταν ήδη η επίσημη πολιτική του κυπριακού κράτους από την ημέρα της κατάληξης του συνοικεσίου του Ιακώβου Β΄ με την Ενετή Αριστοκράτισσα. Από πριν αλλά περισσότερο μετά τον θάνατο του Ιακώβου, πολλοί Ενετοί απέκτησαν τώρα γαίες στην Λάρνακα. Η οικογένεια Ποδοκάταρο στο Κίτιν, δηλαδή την Παραλιακή Λάρνακα και ο Φίλιππος τε Νόρες την Αγρίνου, δηλαδή την περιοχή του Αγίου Γεωργίου Μακρή όπου ο Αλευρόμυλος και το πέρασμα του πανάρχαιου υδραγωγείο της πόλης. Αργότερα η οικογένεια των Συγκλητικών αποκτά φέουδο στον Λάρνακαν. Η ίδια η πόλη έχει τώρα ακόμη περισσότερους επισκέπτες, που άφησαν διάφορες ενδιαφέρουσες μαρτυρίες. Καταγράφουμε αυτή του 1470 από τον επισκέπτη Φον Κίρκμπεργκ, που λέι ότι στην παραλία βρισκόταν ένας φτωχός οικισμός κοντά στον Ναό του Αγίου Λαζάρου, που όμως αναγνωρίζει ότι ήταν αξιόλογο οικοδόμημα. Μιλά επίσης και για ένα ακάθαρτο πανδοχείο, κάτι που αναφέρουν κι άλλοι επισκέπτες αυτή την περίοδο. Ο Φον Κίρκμπεργκ σημειώνει επίσης τα ερείπια μιας άλλης εκκλησίας, όπου είδε Έλληνες να τρώνε και να πίνουν. Η ενδιαφέρουσα αυτή μαρτυρία για δεύτερη εκκλησία στην παραλιακή Λάρνακα μας κάνει να υποθέσουμε ότι ο επισκέπτης προφανώς είδε τα ερείπια της εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης κοντά στο κάστρο όπου ξανακτίσθηκε επί Αικατερίνης Κορνάρο και έγινε με την Οθωμανική κατάκτηση το 1570 το πρώτο Τζαμί των Τούρκων στην Κύπρο. Αυτό που είδε ο περιηγητής ήταν πιθανότατα η παλιά προυπάρχουσα εκκλησία, που ήταν ερειπωμένη πριν κτισθεί επί Αικατερίνης το νέο οικοδόμημα που σώζεται μέχρι σήμερα σαν το Κεπίρ Τζαμί δίπλα στο Κάστρο. Ο Φον Κίρκμπεργκ προφανώς δεν είχε πάει στον Λάρνακαν, που ήταν το σπίτι του διοικητή Βουστρώνιου ή «Larnacho», όπως σημειώνουν οι χάρτες της εποχής και που ήταν ο κύριος οικισμός της περιοχής λιγότερο από ένα χιλιόμετρο μακριά από την θάλασσα.
Μετά τον θάνατο του Ιακώβου Β΄ το Βασίλειο της Κύπρου περνά νέα κρίση. Η νεαρή Βασίλισσα γέννησε τον διάδοχο των Λουζινιάν το καλοκαίρι του 1473. Για την καλύτερη ασφάλεια που μπορούσαν να τις προσφέρουν οι Ενετοί με τον στόλο τους, η Αικατερίνη παραμένει στην Αμμόχωστο. Ενόσω ήταν εκεί δολοφονήθηκαν οι Ενετοί οι οποίοι θεωρήθηκαν ένοχοι για την δηλητηρίαση του συζύγου της. Οι Ενετοί δεν ήταν καθόλου δημοφιλής ανάμεσα στην παλιά άρχουσα τάξη η οποία προσπάθησε να πάρει συνωμοτικά την αρχή, χωρίς επιτυχία. Αντίθετα ο λαός της Λευκωσίας με αρχηγό κάποιο Έλληνα, τον Στέφανο Κουδουνά, καταλαμβάνει την πόλη και δηλώνει ότι θα την παραδώσει μόνο στην νεαρή Βασίλισσα. Οι Ενετοί, με την βοήθεια της μεγάλης δημοτικότητας της Αικατερίνης ανάμεσα στον Ελληνικό πληθυσμό γίνονται σύντομα οι απόλυτοι κυρίαρχοι του Βασιλείου. Ο Ιάκωβος Γ΄ σε ηλικία ενός έτους πεθαίνει από υψηλό πυρετό και έτσι η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας γίνεται ο νόμιμος διάδοχος του Βασιλείου της Κύπρου. Οι Λουζινιάν δεν υπάρχουν πια και ήταν πλέον θέμα χρόνου πως οι Ενετοί θα τροχοδρομούσαν την βελούδινη διαδοχή τους στο Βασίλειο της Κύπρου.
Τον Ιούνιο του 1461 ο Ιάκωβος ναυμάχησε με μερικά καράβια των Γενουατών που μετέφεραν προμήθειες στην Αμμόχωστο. Αυτά περνούσαν ανοικτά των Αλυκών και ο Ιάκωβος με τα καράβια του που είχε στις Αλυκές τα καταδίωξε και τα αιχμαλώτισε με όλες τους τις προμήθειες. Η Καρλότα έφυγε από την Κερύνεια το ίδιο καλοκαίρι του 1461 για να εξασφαλίσει βοήθεια από την Ευρώπη. Ο Γεώργιος Βουστρώνιος τον Οκτώβρη του ίδιου έτους δέχεται στις Αλυκές την επίσκεψη γαλέρων από την Καταλονία με επικεφαλής τον Τζαν Πέρες. Ο Τζιβιτάνος προσπάθησε να επιστρατεύσει τα πλοία προς όφελος του Βασιλιά Ιακώβου. Για να δοθεί καιρός στον Βασιλιά να απαντήσει, ο Βουστρώνιος φιλοξένησε τον Πέρες στο σπίτι του στον «Λάρνακαν». Εκεί έφαγε κοιμήθηκε και αφού ο Τζιβιτάνος τον κράτησε κοντά του και τον έπεισε ότι από τον Βασιλιά θα μείνει πολύ ευχαριστημένος, ο Πέρες έμεινε τελικά στην Κύπρο και στην υπηρεσία του Ιακώβου. Ο Βασιλιάς ήταν πολύ απλόχερος σ’ όσους τον βοήθησαν να παγιώσει την εξουσία του και διένειμε φέουδα στους περισσότερους απ’ αυτούς ντόπιους και ξένους. Ο σύζυγος της Καρλότας, Λουδοβίκος έφυγε κι αυτός από την Κερύνεια προς αναζήτηση βοήθειας από την οικογένεια του στην Δύση το 1463. Μάταιη όμως απέβη η προσπάθεια και των δύο με αποτέλεσμα η Κερύνεια να καταληφθεί το 1464 από τον Ιάκωβο λίγο μετά την παράδοση της Αμμοχώστου, που παρέμενε κι αυτή χρόνια πολιορκημένη. Μετά από 4 χρόνια εμφύλιου πολέμου ο σφετεριστής Βασιλιάς κατάφερε όχι μόνο να απλώσει την εξουσία του σ’ όλο το Βασίλειο αλλά κατάφερε να επανεντάξει και την Αμμόχωστο μετά από 91 χρόνια Γενουατικής κατοχής.
Το 1468 ο Ιάκωβος νομίζει ότι τελικά παίρνει και την διεθνή αναγνώριση αφού διευθετήθηκε ο γάμος του με την Ενετή αριστοκράτισσα Αικατερίνη Κορνάρο, η οποία τότε ήταν μόλις 14 ετών. Η Αικατερίνη υιοθετήθηκε επίσημα από το κράτος της Βενετίας το 1472, πράγμα που σήμαινε ότι σε περίπτωση μη ύπαρξης απογόνων, το Στέμμα των Λουζινιανών κληρονομιόταν από τον κηδεμόνα, που ήταν η ίδια η Βενετία. Η μεγάλη αστάθεια και ο μεγάλος κίνδυνος που προκάλεσε ο επιπόλαιος χειρισμός του Ιακώβου με την ανάμιξη των εχθρών του Χριστιανισμού και της Δύσης στα θέματα του τελευταίου προπυργίου τους στην Ανατολή, ανάγκαζε τώρα την Δύση υποχθόνια να βρει νέους πιο αξιόπιστους και δυνατούς κυβερνήτες στην Κύπρο. Η Ενετική Δημοκρατία, που ήταν τώρα η κυριότερη δύναμη της Δύσης και ο Δόγης ανάλαβαν βελούδινα αλλά πολύ αποτελεσματικά αυτή την αποστολή. Ο γάμος του Ιακώβου έγινε με την ενηλικίωση της Αικατερίνης, η οποία στην ίδια τελετή στέφθηκε Βασίλισσα της Κύπρου (1472). Ο Ιάκωβος Β΄ όμως αρρωστά και πεθαίνει μυστηριωδώς το επόμενο έτος σε ηλικία 33 ετών. Το ίδιο παθαίνει και ο γιος του που γέννησε η Αικατερίνη λίγο αργότερα. Ο δρόμος για την απόκτηση του Στέμματος των Λουζινιανών από την Βενετία είναι τώρα ορθάνοικτος.
Η εύνοια προς τους Ενετούς ήταν ήδη η επίσημη πολιτική του κυπριακού κράτους από την ημέρα της κατάληξης του συνοικεσίου του Ιακώβου Β΄ με την Ενετή Αριστοκράτισσα. Από πριν αλλά περισσότερο μετά τον θάνατο του Ιακώβου, πολλοί Ενετοί απέκτησαν τώρα γαίες στην Λάρνακα. Η οικογένεια Ποδοκάταρο στο Κίτιν, δηλαδή την Παραλιακή Λάρνακα και ο Φίλιππος τε Νόρες την Αγρίνου, δηλαδή την περιοχή του Αγίου Γεωργίου Μακρή όπου ο Αλευρόμυλος και το πέρασμα του πανάρχαιου υδραγωγείο της πόλης. Αργότερα η οικογένεια των Συγκλητικών αποκτά φέουδο στον Λάρνακαν. Η ίδια η πόλη έχει τώρα ακόμη περισσότερους επισκέπτες, που άφησαν διάφορες ενδιαφέρουσες μαρτυρίες. Καταγράφουμε αυτή του 1470 από τον επισκέπτη Φον Κίρκμπεργκ, που λέι ότι στην παραλία βρισκόταν ένας φτωχός οικισμός κοντά στον Ναό του Αγίου Λαζάρου, που όμως αναγνωρίζει ότι ήταν αξιόλογο οικοδόμημα. Μιλά επίσης και για ένα ακάθαρτο πανδοχείο, κάτι που αναφέρουν κι άλλοι επισκέπτες αυτή την περίοδο. Ο Φον Κίρκμπεργκ σημειώνει επίσης τα ερείπια μιας άλλης εκκλησίας, όπου είδε Έλληνες να τρώνε και να πίνουν. Η ενδιαφέρουσα αυτή μαρτυρία για δεύτερη εκκλησία στην παραλιακή Λάρνακα μας κάνει να υποθέσουμε ότι ο επισκέπτης προφανώς είδε τα ερείπια της εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης κοντά στο κάστρο όπου ξανακτίσθηκε επί Αικατερίνης Κορνάρο και έγινε με την Οθωμανική κατάκτηση το 1570 το πρώτο Τζαμί των Τούρκων στην Κύπρο. Αυτό που είδε ο περιηγητής ήταν πιθανότατα η παλιά προυπάρχουσα εκκλησία, που ήταν ερειπωμένη πριν κτισθεί επί Αικατερίνης το νέο οικοδόμημα που σώζεται μέχρι σήμερα σαν το Κεπίρ Τζαμί δίπλα στο Κάστρο. Ο Φον Κίρκμπεργκ προφανώς δεν είχε πάει στον Λάρνακαν, που ήταν το σπίτι του διοικητή Βουστρώνιου ή «Larnacho», όπως σημειώνουν οι χάρτες της εποχής και που ήταν ο κύριος οικισμός της περιοχής λιγότερο από ένα χιλιόμετρο μακριά από την θάλασσα.
Μετά τον θάνατο του Ιακώβου Β΄ το Βασίλειο της Κύπρου περνά νέα κρίση. Η νεαρή Βασίλισσα γέννησε τον διάδοχο των Λουζινιάν το καλοκαίρι του 1473. Για την καλύτερη ασφάλεια που μπορούσαν να τις προσφέρουν οι Ενετοί με τον στόλο τους, η Αικατερίνη παραμένει στην Αμμόχωστο. Ενόσω ήταν εκεί δολοφονήθηκαν οι Ενετοί οι οποίοι θεωρήθηκαν ένοχοι για την δηλητηρίαση του συζύγου της. Οι Ενετοί δεν ήταν καθόλου δημοφιλής ανάμεσα στην παλιά άρχουσα τάξη η οποία προσπάθησε να πάρει συνωμοτικά την αρχή, χωρίς επιτυχία. Αντίθετα ο λαός της Λευκωσίας με αρχηγό κάποιο Έλληνα, τον Στέφανο Κουδουνά, καταλαμβάνει την πόλη και δηλώνει ότι θα την παραδώσει μόνο στην νεαρή Βασίλισσα. Οι Ενετοί, με την βοήθεια της μεγάλης δημοτικότητας της Αικατερίνης ανάμεσα στον Ελληνικό πληθυσμό γίνονται σύντομα οι απόλυτοι κυρίαρχοι του Βασιλείου. Ο Ιάκωβος Γ΄ σε ηλικία ενός έτους πεθαίνει από υψηλό πυρετό και έτσι η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας γίνεται ο νόμιμος διάδοχος του Βασιλείου της Κύπρου. Οι Λουζινιάν δεν υπάρχουν πια και ήταν πλέον θέμα χρόνου πως οι Ενετοί θα τροχοδρομούσαν την βελούδινη διαδοχή τους στο Βασίλειο της Κύπρου.
1432-1460 Η ΕΛΕΝΗ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΙΝΑ ΚΑΙ Ο ΤΖΙΒΙΤΑΝΟΣ ΤΩΝ ΑΛΥΚΩΝ
Ο Ιωάννης Β΄ (1432-1458) στέφθηκε Βασιλιάς Κύπρου, Ιερουσαλήμ και Αρμενίας στον Καθεδρικό της Αγίας Σοφίας στη Λευκωσία. Ο Ιωάννης παντρεύτηκε δύο Ελληνίδες πριγκίπισσες γόνους των Παλαιολόγων του Βυζαντίου. Η πρώτη πέθανε λίγο μετά τον γάμο της το 1440. Την δεύτερη, την Ελένη Παλαιολογίνα, ανεψιά του τελευταίου Βυζαντινού αυτοκράτορα, παντρεύτηκε το 1442. Η Βασίλισσα Ελένη ήταν ιδιαίτερα δυναμική σε σχέση με τον σύζυγο της και κατάφερε να έχει σύντομα αυτή τον πρώτο λόγο στις υποθέσεις του κράτους. Ο Ιωάννης Β΄ είχε σχέσεις και με μια τρίτη Ελληνίδα, την Μαριέττα της Πάτρας, με την οποία απέκτησε το 1440 ένα νόθο γιο, τον Ιάκωβο, ο οποίος έμελε να γίνει ο τελευταίος Βασιλιάς των Λουζινιάν. Ο Ιωάννης απέκτησε αργότερα με την Ελένη Παλαιολογίνα μια νόμιμη κόρη, την Καλότα. Τα προβλήματα με τους Γενουάτες και τους Μαμελούκους δεν έλειψαν, χωρίς όμως να φθάσουν ποτέ ξανά σε καταστάσεις εκτός ελέγχου για το Βασίλειο. Η άνοδος της δύναμης των Οθωμανών έκανε την Κύπρο πολύ επισφαλή και οι δυτικοί αντίκρισαν θετικότερα την ενίσχυση της. Αντίθετα το Βυζάντιο δέχθηκε ελάχιστη βοήθεια με αποτέλεσμα την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453.
Την εποχή της Άλωσης η Ελένη ήταν Αντιβασιλέας της Κύπρου με απεριόριστες εξουσίες. Είχε ήδη ευνοήσει την Ορθόδοξη Εκκλησία και το Ελληνικό στοιχείο του νησιού, και δέχθηκε κύματα προσφύγων από την Κωνσταντινούπολη. Αργότερα δέχθηκε πολλούς έλληνες από την Πελοπόννησο, που επίσης καταλήφθηκε από τους Τούρκους. Το δεξί της χέρι στην Κύπρο ήταν ο καλαδελφός της Θωμάς, κι αυτός από το Μοριά, τον οποίο μάλιστα διόρισε Τζαμπερλάνον (Πρωθυπουργό). Η κόρη της Καρλότα παντρεύτηκε τον Ιωάννη της Κόιμπρα το 1456, αλλά αυτός έγινε σύντομα το αντίπαλο δέος στην εξουσία της Παλαιολογίνας. Το 1457 ο σύζυγος της Καρλόττας δολοφονείται και διαδίδεται ότι ο δολοφόνος ήταν το δεξί χέρι της Παλαιολογίνας, ο Τζαμπερλάνος Θωμάς. Ο ετεροθαλής αδελφός της Καρλότας Ιάκωβος, που με παρέμβαση του Βασιλιά πατέρα του σε ηλικία 16 ετών διορίσθηκε Αρχιεπίσκοπος Λευκωσίας, δολοφονεί κι αυτός μέσο 2 Σικελών συνεργατών του τον Πρωθυπουργό Θωμά, για να εκδικηθεί τον θάνατο του συζύγου της αδελφής του. Ο Βασιλιάς γίνεται έξω φρενών και καθαιρεί τον Ιάκωβο από την θέση του Αρχιεπισκόπου Λευκωσίας. Από φόβο για αντίποινα εναντίον του αλλά και για να καταλαγιάσει ο θυμός του Βασιλιά, ο Ιάκωβος πάει στις Αλυκές και επιβιβάζεται σε πλοίο. Τελικός προορισμός η Ρόδος. Εκεί βρίσκει καταφύγιο στο θρησκευτικό τάγμα των Ιωαννιτών Ιπποτών για 5 μήνες. Τον Μάιο του 1458 επιστρέφει αποφασισμένος να διεκδικήσει πίσω το αξίωμα του Αρχιεπισκόπου. Δολοφονεί πάλι μέσο δικών του ανθρώπων τον διοικητή της Λευκωσίας, που αντιτίθετο. Μετά από την κρίση που δημιουργήθηκε ο Ιωάννης αποκαθιστά τον νόθο γιο στην Αρχιεπισκοπή Λευκωσίας, η οποία με τα τεράστια της εισοδήματα έκανε ξανά τον Ιάκωβο άνθρωπο μεγάλης επιρροής στο Βασίλειο. Σαν Αρχιεπίσκοπος ο Ιάκωβος ήταν γνωστός και σαν Αποστόλε.
Το 1458 πεθαίνει πρώτα η Βασίλισσα Παλαιολογίνα και λίγους μήνες αργότερα ο Ιωάννης Β΄. Στον θρόνο ανεβαίνει τον Οκτώβρη του ίδιου έτους η Καρλότα (1458-1460). Οι σχέσεις των δύο αδελφών εκτραχύνονται διότι διαδιδόταν ότι ο Ιάκωβος σκόπευε να σκοτώσει την Καρλότα, η δε Καρλότα σχεδίαζε την σύλληψη του ετεροθαλούς αδελφού της. Ο Ιάκωβος για μια ακόμη φορά διαφεύγει με άλογα που κάλπασαν για τις Αλυκές. Από εκεί ανέβηκε σε καράβι και έπλευσε για Συρία και τελικό προορισμό την Αίγυπτο και τον Μαμελούκο Σουλτάνο. Το ίδιο εκείνο βράδυ που έψαχναν τον Ιάκωβο στην Λευκωσία, μερικοί ψαράδες από την Λάρνακα, που πήγαν εκεί για να πουλήσουν την ψαριά τους, πληροφόρησαν τις αρχές ότι είχαν δει τον Ιάκωβο να σαλπάρει από την Λάρνακα. Στόχος πλέον του Ιακώβου ήταν να εξασφαλίσει βοήθεια από τους Μαμελούκους για να εκθρονίσει την αδελφή του. Η Καρλότα ετοίμαζε αυτή την εποχή νέο γάμο με το εξάδελφο της Λουδοβίκο της Σαβοίας, γιο της Άννας Λουζινιανής. Ο γάμος γίνεται τον Οκτώβρη του 1459, ενώ ο Ιάκωβος ήταν ακόμη στην αυλή του Σουλτάνου. Το Βασίλειο της Κύπρου έχει ήδη μπει σε μια νέα περίοδο ανασφάλειας, εμφύλιας έριδας, εκφυλισμού και αυτοκαταστροφής. Ο Σουλτάνος αποφάσισε να στηρίξει τον Ιάκωβο αφού για τους Μουσουλμάνους ήταν ανήκουστο την εξουσία να κατέχει μια γυναίκα.
Η φρικτή καταστροφή που έπαθε η πόλη των Αλυκών κατά τις επιδρομές των Μαμελούκων το 1425-26 φαίνεται τώρα να έχει επιδιορθωθεί πλήρως. Το λιμάνι της εξακολουθεί να είναι το σημαντικότερο της Κύπρου. Ένα ενδεικτικό στοιχείο είναι ότι ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος ή Αποστόλε έβρισκε άμεσα καράβι για να διαφύγει στο εξωτερικό μέσω των Αλυκών. Άλλο αποδεικτικό στοιχείο της σημαντικότητας του λιμανιού Λάρνακας είναι η μαρτυρία από κάποιο επισκέπτη Χανς Μπ. Φον Έπτινγκεν. Αυτός ο επισκέπτης προσκυνητής πέρασε από τις Αλυκές το 1460 και με κολακευτικά λόγια μιλά για το καλά επανδρωμένο φρούριο, το προστατευμένο λιμάνι, τα πολεμικά καράβια και μια συνεχή κατάσταση επιφυλακής και ετοιμότητας από τον διοικητή του φρουρίου, ο οποίος μάλιστα πρόσφερε φιλοξενία στους επισκέπτες. Λέγει λοιπόν ο Έπτιγκεν «... όταν οι επί κεφαλής του φρουρίου είδαν την γαλέρα μας, πήραν τα όπλα και ετοιμάστηκαν να μας κτυπήσουν. Όταν όμως κατάλαβαν ότι είμαστε προσκυνητές και είχαμε πρόχειρο οπλισμό, μας έδειξαν τις φιλικές τους διαθέσεις. Βάλαμε κι εμείς φιλικό σήμα στην πλώρη του καραβιού. Μας υποδέχθηκαν με σάλπιγγες και θόρυβο. Πλησίασαν οι βάρκες και ο διοικητής ανέβηκε στο καράβι όπου μας προσέφερε ξηρούς καρπούς και μας προσκάλεσε να τον επισκεφθούμε. Ήθελε να πωλήσει στον καπετάνιο μας δυο αδέλφια από την Τουρκία, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, καθώς και ένα σαλπιγκτή και ένα μαύρο για 100 δουκάτα. Πάνω στις βάρκες είχαν κι άλλους αιχμαλώτους που προσπαθούσαν να πωλήσου...». Από τις λίγες αυτές γραμμές μπορούμε με σιγουριά να συμπεράνουμε ακόμα, ότι οι πειρατείες και τα σκλαβοπάζαρα δεν είχαν ακόμη τερματισθεί, και ότι οι Αλυκές εξακολουθούσαν να είναι το επίκεντρο. Η επίσκεψη αυτή δεν αποκλείεται να έγινε την εποχή που αναμένονταν εξελίξεις από την Αίγυπτο και την βοήθεια που θα έδιναν οι Μαμελούκοι στον Ιάκωβο, γι αυτό και η κατάσταση επιφυλακής στο λιμάνι. Διοικητής των Αλυκών στην περιγραφή αυτή δεν αποκλείεται να ήταν ήδη ο Τζιβιτάνος Γεώργιος Βουστρώνιος, ο οποίος αργότερα έγινε υποστηρικτής του νόθου Ιακώβου, τον οποίο βοήθησε σημαντικά στην εκθρόνιση της Καρλότας. Όταν μάλιστα ο Ιάκωβος έφθασε τον Σεπτέμβρη του 1460 στον Κόλπο της Αγίας Νάπας με στρατεύματα του Μαμελούκου Σουλτάνου για να καταλάβει την εξουσία, απέστειλε εκπροσώπους του στις Αλυκές, συνοδευόμενους από μαμελούκους στρατιώτες, για να φέρουν απ΄ εκεί αμάξια για να μεταφέρουν τα κανόνια και τις προμήθειες που αποβίβασαν στην Αγία Νάπα.
Την εποχή της Άλωσης η Ελένη ήταν Αντιβασιλέας της Κύπρου με απεριόριστες εξουσίες. Είχε ήδη ευνοήσει την Ορθόδοξη Εκκλησία και το Ελληνικό στοιχείο του νησιού, και δέχθηκε κύματα προσφύγων από την Κωνσταντινούπολη. Αργότερα δέχθηκε πολλούς έλληνες από την Πελοπόννησο, που επίσης καταλήφθηκε από τους Τούρκους. Το δεξί της χέρι στην Κύπρο ήταν ο καλαδελφός της Θωμάς, κι αυτός από το Μοριά, τον οποίο μάλιστα διόρισε Τζαμπερλάνον (Πρωθυπουργό). Η κόρη της Καρλότα παντρεύτηκε τον Ιωάννη της Κόιμπρα το 1456, αλλά αυτός έγινε σύντομα το αντίπαλο δέος στην εξουσία της Παλαιολογίνας. Το 1457 ο σύζυγος της Καρλόττας δολοφονείται και διαδίδεται ότι ο δολοφόνος ήταν το δεξί χέρι της Παλαιολογίνας, ο Τζαμπερλάνος Θωμάς. Ο ετεροθαλής αδελφός της Καρλότας Ιάκωβος, που με παρέμβαση του Βασιλιά πατέρα του σε ηλικία 16 ετών διορίσθηκε Αρχιεπίσκοπος Λευκωσίας, δολοφονεί κι αυτός μέσο 2 Σικελών συνεργατών του τον Πρωθυπουργό Θωμά, για να εκδικηθεί τον θάνατο του συζύγου της αδελφής του. Ο Βασιλιάς γίνεται έξω φρενών και καθαιρεί τον Ιάκωβο από την θέση του Αρχιεπισκόπου Λευκωσίας. Από φόβο για αντίποινα εναντίον του αλλά και για να καταλαγιάσει ο θυμός του Βασιλιά, ο Ιάκωβος πάει στις Αλυκές και επιβιβάζεται σε πλοίο. Τελικός προορισμός η Ρόδος. Εκεί βρίσκει καταφύγιο στο θρησκευτικό τάγμα των Ιωαννιτών Ιπποτών για 5 μήνες. Τον Μάιο του 1458 επιστρέφει αποφασισμένος να διεκδικήσει πίσω το αξίωμα του Αρχιεπισκόπου. Δολοφονεί πάλι μέσο δικών του ανθρώπων τον διοικητή της Λευκωσίας, που αντιτίθετο. Μετά από την κρίση που δημιουργήθηκε ο Ιωάννης αποκαθιστά τον νόθο γιο στην Αρχιεπισκοπή Λευκωσίας, η οποία με τα τεράστια της εισοδήματα έκανε ξανά τον Ιάκωβο άνθρωπο μεγάλης επιρροής στο Βασίλειο. Σαν Αρχιεπίσκοπος ο Ιάκωβος ήταν γνωστός και σαν Αποστόλε.
Το 1458 πεθαίνει πρώτα η Βασίλισσα Παλαιολογίνα και λίγους μήνες αργότερα ο Ιωάννης Β΄. Στον θρόνο ανεβαίνει τον Οκτώβρη του ίδιου έτους η Καρλότα (1458-1460). Οι σχέσεις των δύο αδελφών εκτραχύνονται διότι διαδιδόταν ότι ο Ιάκωβος σκόπευε να σκοτώσει την Καρλότα, η δε Καρλότα σχεδίαζε την σύλληψη του ετεροθαλούς αδελφού της. Ο Ιάκωβος για μια ακόμη φορά διαφεύγει με άλογα που κάλπασαν για τις Αλυκές. Από εκεί ανέβηκε σε καράβι και έπλευσε για Συρία και τελικό προορισμό την Αίγυπτο και τον Μαμελούκο Σουλτάνο. Το ίδιο εκείνο βράδυ που έψαχναν τον Ιάκωβο στην Λευκωσία, μερικοί ψαράδες από την Λάρνακα, που πήγαν εκεί για να πουλήσουν την ψαριά τους, πληροφόρησαν τις αρχές ότι είχαν δει τον Ιάκωβο να σαλπάρει από την Λάρνακα. Στόχος πλέον του Ιακώβου ήταν να εξασφαλίσει βοήθεια από τους Μαμελούκους για να εκθρονίσει την αδελφή του. Η Καρλότα ετοίμαζε αυτή την εποχή νέο γάμο με το εξάδελφο της Λουδοβίκο της Σαβοίας, γιο της Άννας Λουζινιανής. Ο γάμος γίνεται τον Οκτώβρη του 1459, ενώ ο Ιάκωβος ήταν ακόμη στην αυλή του Σουλτάνου. Το Βασίλειο της Κύπρου έχει ήδη μπει σε μια νέα περίοδο ανασφάλειας, εμφύλιας έριδας, εκφυλισμού και αυτοκαταστροφής. Ο Σουλτάνος αποφάσισε να στηρίξει τον Ιάκωβο αφού για τους Μουσουλμάνους ήταν ανήκουστο την εξουσία να κατέχει μια γυναίκα.
Η φρικτή καταστροφή που έπαθε η πόλη των Αλυκών κατά τις επιδρομές των Μαμελούκων το 1425-26 φαίνεται τώρα να έχει επιδιορθωθεί πλήρως. Το λιμάνι της εξακολουθεί να είναι το σημαντικότερο της Κύπρου. Ένα ενδεικτικό στοιχείο είναι ότι ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος ή Αποστόλε έβρισκε άμεσα καράβι για να διαφύγει στο εξωτερικό μέσω των Αλυκών. Άλλο αποδεικτικό στοιχείο της σημαντικότητας του λιμανιού Λάρνακας είναι η μαρτυρία από κάποιο επισκέπτη Χανς Μπ. Φον Έπτινγκεν. Αυτός ο επισκέπτης προσκυνητής πέρασε από τις Αλυκές το 1460 και με κολακευτικά λόγια μιλά για το καλά επανδρωμένο φρούριο, το προστατευμένο λιμάνι, τα πολεμικά καράβια και μια συνεχή κατάσταση επιφυλακής και ετοιμότητας από τον διοικητή του φρουρίου, ο οποίος μάλιστα πρόσφερε φιλοξενία στους επισκέπτες. Λέγει λοιπόν ο Έπτιγκεν «... όταν οι επί κεφαλής του φρουρίου είδαν την γαλέρα μας, πήραν τα όπλα και ετοιμάστηκαν να μας κτυπήσουν. Όταν όμως κατάλαβαν ότι είμαστε προσκυνητές και είχαμε πρόχειρο οπλισμό, μας έδειξαν τις φιλικές τους διαθέσεις. Βάλαμε κι εμείς φιλικό σήμα στην πλώρη του καραβιού. Μας υποδέχθηκαν με σάλπιγγες και θόρυβο. Πλησίασαν οι βάρκες και ο διοικητής ανέβηκε στο καράβι όπου μας προσέφερε ξηρούς καρπούς και μας προσκάλεσε να τον επισκεφθούμε. Ήθελε να πωλήσει στον καπετάνιο μας δυο αδέλφια από την Τουρκία, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, καθώς και ένα σαλπιγκτή και ένα μαύρο για 100 δουκάτα. Πάνω στις βάρκες είχαν κι άλλους αιχμαλώτους που προσπαθούσαν να πωλήσου...». Από τις λίγες αυτές γραμμές μπορούμε με σιγουριά να συμπεράνουμε ακόμα, ότι οι πειρατείες και τα σκλαβοπάζαρα δεν είχαν ακόμη τερματισθεί, και ότι οι Αλυκές εξακολουθούσαν να είναι το επίκεντρο. Η επίσκεψη αυτή δεν αποκλείεται να έγινε την εποχή που αναμένονταν εξελίξεις από την Αίγυπτο και την βοήθεια που θα έδιναν οι Μαμελούκοι στον Ιάκωβο, γι αυτό και η κατάσταση επιφυλακής στο λιμάνι. Διοικητής των Αλυκών στην περιγραφή αυτή δεν αποκλείεται να ήταν ήδη ο Τζιβιτάνος Γεώργιος Βουστρώνιος, ο οποίος αργότερα έγινε υποστηρικτής του νόθου Ιακώβου, τον οποίο βοήθησε σημαντικά στην εκθρόνιση της Καρλότας. Όταν μάλιστα ο Ιάκωβος έφθασε τον Σεπτέμβρη του 1460 στον Κόλπο της Αγίας Νάπας με στρατεύματα του Μαμελούκου Σουλτάνου για να καταλάβει την εξουσία, απέστειλε εκπροσώπους του στις Αλυκές, συνοδευόμενους από μαμελούκους στρατιώτες, για να φέρουν απ΄ εκεί αμάξια για να μεταφέρουν τα κανόνια και τις προμήθειες που αποβίβασαν στην Αγία Νάπα.
1425-1426 ΟΙ ΜΑΜΕΛΟΥΚΟΙ ΑΝΑΚΟΠΤΟΥΝ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ
Οι Μαμελούκοι επέστρεψαν με μεγαλύτερες δυνάμεις το επόμενο έτος. Στις 5 Αυγούστου του 1425 και αποβιβάσθηκαν κοντά στην Αμμόχωστο, την οποία δεν πείραξαν αφού ήταν Γενουάτικη κτίση, και οι Γενουάτες τους έδωσαν πληροφορίες για τον στρατό του Βασιλιά. Την Τετάρτη 8 Αυγούστου, οι Σαρακηνοί «έρχουνταν παραγιάλιν παραγιάλιν» με κατεύθυνση προς την Αλυκή και ο Πρίγκιπας Ερρίκος, αρχηγός του Κυπριακού στρατού, τους παρακολουθούσε από την ξηρά. Όταν νύκτωσε είχαν φτάσει απέναντι από την Πύλα, οπότε ο Ερρίκος πήγε όλο τον στρατό του στην Αραδίππου και κοιμήθηκαν στην αυλή του εκεί ανακτόρου. Την Πέμπτη 9 Αυγούστου ο πρίγκιπας έστειλε μερικούς άνδρες του στην Αλυκή όπου συναντήθηκαν και συγκρούσθηκαν με σαρακηνούς του πεζικού. Οι Κυπριακές απώλειες ήταν μεγάλες. Όταν το ναυτικό των Μαμελούκων έφθασε στις Αλυκές, σύμφωνα με Αραβικές πηγές, έγινε μεγάλη μάχη. Εκεί έγινε η πρώτη στην Κύπρο ναυμαχία με ανταλλαγή βολών πυροβολικού. Στην σύγκρουση φάνηκε η ανωτερότητα του μουσουλμανικού πυροβολικού και των τοξοτών, όπου το μεγάλο τους βεληνεκές ανάγκασε τον Κυπριακό στόλο σε υποχώρηση. Όμως, και τα μουσουλμανικά πλοία δεν μπόρεσαν να καταδιώξουν τα Κυπριακά λόγω της μεγαλύτερης τους ταχύτητας και της κωπηλατικής ικανότητας των πληρωμάτων. Μετά την υποχώρηση του Κυπριακού στόλου οι Μαμελούκοι κατάφεραν να αποβιβάσουν πρώτα το πεζικό, που με τα τόξα απώθησε τους στρατιώτες του Βασιλιά από την ακτή και μπόρεσαν έτσι τα πλοία να αποβιβάσουν το ιππικό που μετέφεραν. Εκεί σκοτώθηκε και ο διοικητής των Αλυκών Ιωάννης Γκαζέλ και περίπου 700 κάτοικοι των Αλυκών αιχμαλωτίσθηκαν. Στις 10 Αυγούστου Παρασκευή, κατά τον Μαχαιρά «... εφέρασιν μαντάτα του ρηγός το μεσομέριν, το πως οι Σαρακηνοί εκάψαν τα Κελλιά και την Αραδιππουν και ούλον το απλίκι το δεσποτικόν, και το απλίκιν του πύργου της Αλυκής, και την Αγρίνουν και την Βρωμολαξιάν και το Κίτιν και εκάβγασιν απού τόπον εις τόπον και επήγαν ως την Λεμεσόν εις το κάστρον...». Οι Μαμελούκοι μετά από την καταστροφική πορεία που έκαναν από Αμμόχωστο μέχρι Λεμεσό αποχώρησαν με 1000 περίπου αιχμάλωτους περί τις 22 Αυγούστου με πολλά πολύτιμα λάφυρα για να επανέλθουν δριμύτεροι τον επόμενο χρόνο.
Παρά τις προσπάθειες για μεσολάβηση και ειρήνη, οι Μαμελούκοι επιστρέφουν ακόμη με μεγαλύτερο στόλο και στρατό το 1426, αφού κατά τον προηγούμενο χρόνο είχαν διαπιστώσει την αδυναμία του Κυπριακού στρατού για σωστή άμυνα αλλά και την απροθυμία των δυτικών δυνάμεων της εποχής να στηρίξουν την Κύπρο. Τα πλοία των Μαμελούκων αυτή την φορά ήταν για κάποιες πηγές 100, ενώ για άλλες 180. Η αποβίβαση έγινε στην Αυδήμου, κοντά στην Λεμεσό στα τέλη Ιουνίου. Η Λεμεσός καταλήφθηκε μετά πολιορκία 6 ημερών. Απ’ εκεί στόλος και στρατός ορίζουν συνάντηση στην Λάρνακα, αφού βέβαια καταστρέψουν και πάλι ότι έβρισκαν μπροστά τους. Στις 7 Ιουλίου, την πρώτη μέρα της μετακίνησης προς την Λάρνακα, ο στρατός του Βασιλιά συγκρούεται με τους Μαμελούκους στην Χοιροκιτία. Ο Κυπριακός στρατός τράπηκε εύκολα σε φυγή και ο Βασιλιάς Ιανός συλλήφθηκε αιχμάλωτος. Ο αδελφός του Ερρίκος σκοτώθηκε, καθώς και πολλοί ευγενείς, συνολικά 1000 ή 2000 Κύπριοι νεκροί. Ο στρατός των Μαμελούκων προήλασε προς τις Αλυκές, που είχαν ήδη κατακτηθεί από τον στόλο και στις 10 Ιουλίου ο Βασιλιάς μεταφέρθηκε μέσα στα πλοία τους που ναυλοχούσαν στη Λάρνακα. Στις 11 Ιουλίου οι Μαμελούκοι λεηλάτησαν το Σταυροβούνι και μπήκαν στην Λευκωσία χωρίς αντίσταση, ενώ την ίδια μέρα ο Κυπριακός στόλος από 40 περίπου πλοία έκανε πολύ αργοπορημένα την εμφάνιση του στις Αλυκές. Ο Μαχαιράς λέει ότι μια πιο έγκαιρη επέμβαση, θα απέτρεπε το κακό. Οι Σαρακηνοί ανάγκασαν τον αιχμάλωτο Βασιλιά Ιανό να διατάξει τον στόλο σε υποχώρηση. Όμως, οι Αραβικές πηγές αποδίδουν την υποχώρηση στην ανωτερότητα του Αιγυπτιακού πυροβολικού. Τις επόμενες μέρες και ενώ ο Κυπριακός στόλος παράμενε στα ανοικτά, εμφανίσθηκαν στις Αλυκές 2 ευρωπαϊκά καράβια γεμάτα προσκυνητές για τους Αγίους Τόπους. Ακολούθησε ναυμαχία, όπου οι Μαμελούκοι αιχμαλώτισαν όλους τους Ευρωπαίους, αφού ο Κυπριακός στόλος δεν έλαβε τελικά μέρος, και στην ακτή της Λάρνακας σκότωσαν τους αιχμαλώτους μπροστά στα μάτια του ίδιου του Βασιλιά. Σύμφωνα με τον Μαχαιρά ο Κυπριακός στόλος εμφανίσθηκε ξανά στις Αλυκές, και ο στόλος των Μαμελούκων θορυβήθηκε για κάποιο λόγο (πιθανόν να άρχισαν να τελειώνουν τα πυρομαχικά των κανονιών), και ειδοποίησαν τον στρατό να επιστρέψει από την Λευκωσία στις Αλυκές. Ο στρατός επέστρεψε άμεσα, επιβιβάσθηκε στα καράβια φορτωμένος λάφυρα και αναχώρησε στις 18 Ιουλίου μεταφέροντας τον Ιανό αιχμάλωτο αυτή την φορά στην Αίγυπτο. Κάποιες άλλες πηγές σημειώνουν ότι ο στόλος των Μαμελούκων αναχώρησε από τις Αλυκές στις 22 ή 23 Ιουλίου.
Τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου και όταν οι Μαμελούκοι επιδείκνυαν στα πλήθη της πρωτεύουσας τους τον Κύπριο Βασιλιά, οι χωρικοί της Κύπρου επαναστάτησαν διαμαρτυρόμενοι για την ανικανότητα του καθεστώτος να τους προστατεύσει. Επωφελούμενοι το τεράστιο κενό εξουσίας που δημιούργησε η εισβολή των Μαμελούκων, επέλεξαν νέο ηγέτη της Κύπρου κάποιο όμοιο τους με τ’ όνομα Αλέξης και τον ανακήρυξαν σε Βασιλιά δηλαδή σε Ρήγα. Η επανάσταση καταπνίγηκε γρήγορα και έμεινε γνωστή σαν η εξέγερση του Ρε-Αλέξη. Ο Βασιλιάς Ιανός επέστρεψε στην Κύπρο μετά από την καταβολή των απαιτούμενων λύτρων τον Μάιο του 1427, και αφού το Βασίλειο της Κύπρου συμφώνησε να γίνει φόρου υποτελής της Αιγύπτου. Όμως, η ετήσια φορολογία που θα πληρωνόταν στους Μαμελούκους ήταν κατά πολύ χαμηλότερη απ’ αυτή που πληρωνόταν ήδη στους Γενοβέζους. Το Βασίλειο της Κύπρου μπήκε για καλά στην αντίστροφη μέτρηση και η ανάπτυξη των Αλυκών ανακόπηκε προσωρινά αφού λόγω της παρουσίας του όγκου των εισβολέων σ’ αυτή καθ’ όλη την διάρκεια των επιχειρήσεων πρέπει να τις προκάλεσε τις μεγαλύτερες καταστροφές απ’ όλα τ΄ άλλα θέατρα των μαχών. Ο Ιανός φαίνεται να έπαθε σύντομα μετά την επιστροφή του εγκεφαλικό και δεν έγινε ποτέ ξανά ο ίδιος άνθρωπος μέχρι που πέθανε το 1432, και τον διαδέχθηκε ο δεκαοκτάχρονος γιος του Ιωάννης.
Παρά τις προσπάθειες για μεσολάβηση και ειρήνη, οι Μαμελούκοι επιστρέφουν ακόμη με μεγαλύτερο στόλο και στρατό το 1426, αφού κατά τον προηγούμενο χρόνο είχαν διαπιστώσει την αδυναμία του Κυπριακού στρατού για σωστή άμυνα αλλά και την απροθυμία των δυτικών δυνάμεων της εποχής να στηρίξουν την Κύπρο. Τα πλοία των Μαμελούκων αυτή την φορά ήταν για κάποιες πηγές 100, ενώ για άλλες 180. Η αποβίβαση έγινε στην Αυδήμου, κοντά στην Λεμεσό στα τέλη Ιουνίου. Η Λεμεσός καταλήφθηκε μετά πολιορκία 6 ημερών. Απ’ εκεί στόλος και στρατός ορίζουν συνάντηση στην Λάρνακα, αφού βέβαια καταστρέψουν και πάλι ότι έβρισκαν μπροστά τους. Στις 7 Ιουλίου, την πρώτη μέρα της μετακίνησης προς την Λάρνακα, ο στρατός του Βασιλιά συγκρούεται με τους Μαμελούκους στην Χοιροκιτία. Ο Κυπριακός στρατός τράπηκε εύκολα σε φυγή και ο Βασιλιάς Ιανός συλλήφθηκε αιχμάλωτος. Ο αδελφός του Ερρίκος σκοτώθηκε, καθώς και πολλοί ευγενείς, συνολικά 1000 ή 2000 Κύπριοι νεκροί. Ο στρατός των Μαμελούκων προήλασε προς τις Αλυκές, που είχαν ήδη κατακτηθεί από τον στόλο και στις 10 Ιουλίου ο Βασιλιάς μεταφέρθηκε μέσα στα πλοία τους που ναυλοχούσαν στη Λάρνακα. Στις 11 Ιουλίου οι Μαμελούκοι λεηλάτησαν το Σταυροβούνι και μπήκαν στην Λευκωσία χωρίς αντίσταση, ενώ την ίδια μέρα ο Κυπριακός στόλος από 40 περίπου πλοία έκανε πολύ αργοπορημένα την εμφάνιση του στις Αλυκές. Ο Μαχαιράς λέει ότι μια πιο έγκαιρη επέμβαση, θα απέτρεπε το κακό. Οι Σαρακηνοί ανάγκασαν τον αιχμάλωτο Βασιλιά Ιανό να διατάξει τον στόλο σε υποχώρηση. Όμως, οι Αραβικές πηγές αποδίδουν την υποχώρηση στην ανωτερότητα του Αιγυπτιακού πυροβολικού. Τις επόμενες μέρες και ενώ ο Κυπριακός στόλος παράμενε στα ανοικτά, εμφανίσθηκαν στις Αλυκές 2 ευρωπαϊκά καράβια γεμάτα προσκυνητές για τους Αγίους Τόπους. Ακολούθησε ναυμαχία, όπου οι Μαμελούκοι αιχμαλώτισαν όλους τους Ευρωπαίους, αφού ο Κυπριακός στόλος δεν έλαβε τελικά μέρος, και στην ακτή της Λάρνακας σκότωσαν τους αιχμαλώτους μπροστά στα μάτια του ίδιου του Βασιλιά. Σύμφωνα με τον Μαχαιρά ο Κυπριακός στόλος εμφανίσθηκε ξανά στις Αλυκές, και ο στόλος των Μαμελούκων θορυβήθηκε για κάποιο λόγο (πιθανόν να άρχισαν να τελειώνουν τα πυρομαχικά των κανονιών), και ειδοποίησαν τον στρατό να επιστρέψει από την Λευκωσία στις Αλυκές. Ο στρατός επέστρεψε άμεσα, επιβιβάσθηκε στα καράβια φορτωμένος λάφυρα και αναχώρησε στις 18 Ιουλίου μεταφέροντας τον Ιανό αιχμάλωτο αυτή την φορά στην Αίγυπτο. Κάποιες άλλες πηγές σημειώνουν ότι ο στόλος των Μαμελούκων αναχώρησε από τις Αλυκές στις 22 ή 23 Ιουλίου.
Τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου και όταν οι Μαμελούκοι επιδείκνυαν στα πλήθη της πρωτεύουσας τους τον Κύπριο Βασιλιά, οι χωρικοί της Κύπρου επαναστάτησαν διαμαρτυρόμενοι για την ανικανότητα του καθεστώτος να τους προστατεύσει. Επωφελούμενοι το τεράστιο κενό εξουσίας που δημιούργησε η εισβολή των Μαμελούκων, επέλεξαν νέο ηγέτη της Κύπρου κάποιο όμοιο τους με τ’ όνομα Αλέξης και τον ανακήρυξαν σε Βασιλιά δηλαδή σε Ρήγα. Η επανάσταση καταπνίγηκε γρήγορα και έμεινε γνωστή σαν η εξέγερση του Ρε-Αλέξη. Ο Βασιλιάς Ιανός επέστρεψε στην Κύπρο μετά από την καταβολή των απαιτούμενων λύτρων τον Μάιο του 1427, και αφού το Βασίλειο της Κύπρου συμφώνησε να γίνει φόρου υποτελής της Αιγύπτου. Όμως, η ετήσια φορολογία που θα πληρωνόταν στους Μαμελούκους ήταν κατά πολύ χαμηλότερη απ’ αυτή που πληρωνόταν ήδη στους Γενοβέζους. Το Βασίλειο της Κύπρου μπήκε για καλά στην αντίστροφη μέτρηση και η ανάπτυξη των Αλυκών ανακόπηκε προσωρινά αφού λόγω της παρουσίας του όγκου των εισβολέων σ’ αυτή καθ’ όλη την διάρκεια των επιχειρήσεων πρέπει να τις προκάλεσε τις μεγαλύτερες καταστροφές απ’ όλα τ΄ άλλα θέατρα των μαχών. Ο Ιανός φαίνεται να έπαθε σύντομα μετά την επιστροφή του εγκεφαλικό και δεν έγινε ποτέ ξανά ο ίδιος άνθρωπος μέχρι που πέθανε το 1432, και τον διαδέχθηκε ο δεκαοκτάχρονος γιος του Ιωάννης.
1425-1426 ΟΙ ΜΑΜΕΛΟΥΚΟΙ ΑΝΑΚΟΠΤΟΥΝ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ
Οι Μαμελούκοι επέστρεψαν με μεγαλύτερες δυνάμεις το επόμενο έτος. Στις 5 Αυγούστου του 1425 και αποβιβάσθηκαν κοντά στην Αμμόχωστο, την οποία δεν πείραξαν αφού ήταν Γενουάτικη κτίση, και οι Γενουάτες τους έδωσαν πληροφορίες για τον στρατό του Βασιλιά. Την Τετάρτη 8 Αυγούστου, οι Σαρακηνοί «έρχουνταν παραγιάλιν παραγιάλιν» με κατεύθυνση προς την Αλυκή και ο Πρίγκιπας Ερρίκος, αρχηγός του Κυπριακού στρατού, τους παρακολουθούσε από την ξηρά. Όταν νύκτωσε είχαν φτάσει απέναντι από την Πύλα, οπότε ο Ερρίκος πήγε όλο τον στρατό του στην Αραδίππου και κοιμήθηκαν στην αυλή του εκεί ανακτόρου. Την Πέμπτη 9 Αυγούστου ο πρίγκιπας έστειλε μερικούς άνδρες του στην Αλυκή όπου συναντήθηκαν και συγκρούσθηκαν με σαρακηνούς του πεζικού. Οι Κυπριακές απώλειες ήταν μεγάλες. Όταν το ναυτικό των Μαμελούκων έφθασε στις Αλυκές, σύμφωνα με Αραβικές πηγές, έγινε μεγάλη μάχη. Εκεί έγινε η πρώτη στην Κύπρο ναυμαχία με ανταλλαγή βολών πυροβολικού. Στην σύγκρουση φάνηκε η ανωτερότητα του μουσουλμανικού πυροβολικού και των τοξοτών, όπου το μεγάλο τους βεληνεκές ανάγκασε τον Κυπριακό στόλο σε υποχώρηση. Όμως, και τα μουσουλμανικά πλοία δεν μπόρεσαν να καταδιώξουν τα Κυπριακά λόγω της μεγαλύτερης τους ταχύτητας και της κωπηλατικής ικανότητας των πληρωμάτων. Μετά την υποχώρηση του Κυπριακού στόλου οι Μαμελούκοι κατάφεραν να αποβιβάσουν πρώτα το πεζικό, που με τα τόξα απώθησε τους στρατιώτες του Βασιλιά από την ακτή και μπόρεσαν έτσι τα πλοία να αποβιβάσουν το ιππικό που μετέφεραν. Εκεί σκοτώθηκε και ο διοικητής των Αλυκών Ιωάννης Γκαζέλ και περίπου 700 κάτοικοι των Αλυκών αιχμαλωτίσθηκαν. Στις 10 Αυγούστου Παρασκευή, κατά τον Μαχαιρά «... εφέρασιν μαντάτα του ρηγός το μεσομέριν, το πως οι Σαρακηνοί εκάψαν τα Κελλιά και την Αραδιππουν και ούλον το απλίκι το δεσποτικόν, και το απλίκιν του πύργου της Αλυκής, και την Αγρίνουν και την Βρωμολαξιάν και το Κίτιν και εκάβγασιν απού τόπον εις τόπον και επήγαν ως την Λεμεσόν εις το κάστρον...». Οι Μαμελούκοι μετά από την καταστροφική πορεία που έκαναν από Αμμόχωστο μέχρι Λεμεσό αποχώρησαν με 1000 περίπου αιχμάλωτους περί τις 22 Αυγούστου με πολλά πολύτιμα λάφυρα για να επανέλθουν δριμύτεροι τον επόμενο χρόνο.
Παρά τις προσπάθειες για μεσολάβηση και ειρήνη, οι Μαμελούκοι επιστρέφουν ακόμη με μεγαλύτερο στόλο και στρατό το 1426, αφού κατά τον προηγούμενο χρόνο είχαν διαπιστώσει την αδυναμία του Κυπριακού στρατού για σωστή άμυνα αλλά και την απροθυμία των δυτικών δυνάμεων της εποχής να στηρίξουν την Κύπρο. Τα πλοία των Μαμελούκων αυτή την φορά ήταν για κάποιες πηγές 100, ενώ για άλλες 180. Η αποβίβαση έγινε στην Αυδήμου, κοντά στην Λεμεσό στα τέλη Ιουνίου. Η Λεμεσός καταλήφθηκε μετά πολιορκία 6 ημερών. Απ’ εκεί στόλος και στρατός ορίζουν συνάντηση στην Λάρνακα, αφού βέβαια καταστρέψουν και πάλι ότι έβρισκαν μπροστά τους. Στις 7 Ιουλίου, την πρώτη μέρα της μετακίνησης προς την Λάρνακα, ο στρατός του Βασιλιά συγκρούεται με τους Μαμελούκους στην Χοιροκιτία. Ο Κυπριακός στρατός τράπηκε εύκολα σε φυγή και ο Βασιλιάς Ιανός συλλήφθηκε αιχμάλωτος. Ο αδελφός του Ερρίκος σκοτώθηκε, καθώς και πολλοί ευγενείς, συνολικά 1000 ή 2000 Κύπριοι νεκροί. Ο στρατός των Μαμελούκων προήλασε προς τις Αλυκές, που είχαν ήδη κατακτηθεί από τον στόλο και στις 10 Ιουλίου ο Βασιλιάς μεταφέρθηκε μέσα στα πλοία τους που ναυλοχούσαν στη Λάρνακα. Στις 11 Ιουλίου οι Μαμελούκοι λεηλάτησαν το Σταυροβούνι και μπήκαν στην Λευκωσία χωρίς αντίσταση, ενώ την ίδια μέρα ο Κυπριακός στόλος από 40 περίπου πλοία έκανε πολύ αργοπορημένα την εμφάνιση του στις Αλυκές. Ο Μαχαιράς λέει ότι μια πιο έγκαιρη επέμβαση, θα απέτρεπε το κακό. Οι Σαρακηνοί ανάγκασαν τον αιχμάλωτο Βασιλιά Ιανό να διατάξει τον στόλο σε υποχώρηση. Όμως, οι Αραβικές πηγές αποδίδουν την υποχώρηση στην ανωτερότητα του Αιγυπτιακού πυροβολικού. Τις επόμενες μέρες και ενώ ο Κυπριακός στόλος παράμενε στα ανοικτά, εμφανίσθηκαν στις Αλυκές 2 ευρωπαϊκά καράβια γεμάτα προσκυνητές για τους Αγίους Τόπους. Ακολούθησε ναυμαχία, όπου οι Μαμελούκοι αιχμαλώτισαν όλους τους Ευρωπαίους, αφού ο Κυπριακός στόλος δεν έλαβε τελικά μέρος, και στην ακτή της Λάρνακας σκότωσαν τους αιχμαλώτους μπροστά στα μάτια του ίδιου του Βασιλιά. Σύμφωνα με τον Μαχαιρά ο Κυπριακός στόλος εμφανίσθηκε ξανά στις Αλυκές, και ο στόλος των Μαμελούκων θορυβήθηκε για κάποιο λόγο (πιθανόν να άρχισαν να τελειώνουν τα πυρομαχικά των κανονιών), και ειδοποίησαν τον στρατό να επιστρέψει από την Λευκωσία στις Αλυκές. Ο στρατός επέστρεψε άμεσα, επιβιβάσθηκε στα καράβια φορτωμένος λάφυρα και αναχώρησε στις 18 Ιουλίου μεταφέροντας τον Ιανό αιχμάλωτο αυτή την φορά στην Αίγυπτο. Κάποιες άλλες πηγές σημειώνουν ότι ο στόλος των Μαμελούκων αναχώρησε από τις Αλυκές στις 22 ή 23 Ιουλίου.
Τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου και όταν οι Μαμελούκοι επιδείκνυαν στα πλήθη της πρωτεύουσας τους τον Κύπριο Βασιλιά, οι χωρικοί της Κύπρου επαναστάτησαν διαμαρτυρόμενοι για την ανικανότητα του καθεστώτος να τους προστατεύσει. Επωφελούμενοι το τεράστιο κενό εξουσίας που δημιούργησε η εισβολή των Μαμελούκων, επέλεξαν νέο ηγέτη της Κύπρου κάποιο όμοιο τους με τ’ όνομα Αλέξης και τον ανακήρυξαν σε Βασιλιά δηλαδή σε Ρήγα. Η επανάσταση καταπνίγηκε γρήγορα και έμεινε γνωστή σαν η εξέγερση του Ρε-Αλέξη. Ο Βασιλιάς Ιανός επέστρεψε στην Κύπρο μετά από την καταβολή των απαιτούμενων λύτρων τον Μάιο του 1427, και αφού το Βασίλειο της Κύπρου συμφώνησε να γίνει φόρου υποτελής της Αιγύπτου. Όμως, η ετήσια φορολογία που θα πληρωνόταν στους Μαμελούκους ήταν κατά πολύ χαμηλότερη απ’ αυτή που πληρωνόταν ήδη στους Γενοβέζους. Το Βασίλειο της Κύπρου μπήκε για καλά στην αντίστροφη μέτρηση και η ανάπτυξη των Αλυκών ανακόπηκε προσωρινά αφού λόγω της παρουσίας του όγκου των εισβολέων σ’ αυτή καθ’ όλη την διάρκεια των επιχειρήσεων πρέπει να τις προκάλεσε τις μεγαλύτερες καταστροφές απ’ όλα τ΄ άλλα θέατρα των μαχών. Ο Ιανός φαίνεται να έπαθε σύντομα μετά την επιστροφή του εγκεφαλικό και δεν έγινε ποτέ ξανά ο ίδιος άνθρωπος μέχρι που πέθανε το 1432, και τον διαδέχθηκε ο δεκαοκτάχρονος γιος του Ιωάννης.
Παρά τις προσπάθειες για μεσολάβηση και ειρήνη, οι Μαμελούκοι επιστρέφουν ακόμη με μεγαλύτερο στόλο και στρατό το 1426, αφού κατά τον προηγούμενο χρόνο είχαν διαπιστώσει την αδυναμία του Κυπριακού στρατού για σωστή άμυνα αλλά και την απροθυμία των δυτικών δυνάμεων της εποχής να στηρίξουν την Κύπρο. Τα πλοία των Μαμελούκων αυτή την φορά ήταν για κάποιες πηγές 100, ενώ για άλλες 180. Η αποβίβαση έγινε στην Αυδήμου, κοντά στην Λεμεσό στα τέλη Ιουνίου. Η Λεμεσός καταλήφθηκε μετά πολιορκία 6 ημερών. Απ’ εκεί στόλος και στρατός ορίζουν συνάντηση στην Λάρνακα, αφού βέβαια καταστρέψουν και πάλι ότι έβρισκαν μπροστά τους. Στις 7 Ιουλίου, την πρώτη μέρα της μετακίνησης προς την Λάρνακα, ο στρατός του Βασιλιά συγκρούεται με τους Μαμελούκους στην Χοιροκιτία. Ο Κυπριακός στρατός τράπηκε εύκολα σε φυγή και ο Βασιλιάς Ιανός συλλήφθηκε αιχμάλωτος. Ο αδελφός του Ερρίκος σκοτώθηκε, καθώς και πολλοί ευγενείς, συνολικά 1000 ή 2000 Κύπριοι νεκροί. Ο στρατός των Μαμελούκων προήλασε προς τις Αλυκές, που είχαν ήδη κατακτηθεί από τον στόλο και στις 10 Ιουλίου ο Βασιλιάς μεταφέρθηκε μέσα στα πλοία τους που ναυλοχούσαν στη Λάρνακα. Στις 11 Ιουλίου οι Μαμελούκοι λεηλάτησαν το Σταυροβούνι και μπήκαν στην Λευκωσία χωρίς αντίσταση, ενώ την ίδια μέρα ο Κυπριακός στόλος από 40 περίπου πλοία έκανε πολύ αργοπορημένα την εμφάνιση του στις Αλυκές. Ο Μαχαιράς λέει ότι μια πιο έγκαιρη επέμβαση, θα απέτρεπε το κακό. Οι Σαρακηνοί ανάγκασαν τον αιχμάλωτο Βασιλιά Ιανό να διατάξει τον στόλο σε υποχώρηση. Όμως, οι Αραβικές πηγές αποδίδουν την υποχώρηση στην ανωτερότητα του Αιγυπτιακού πυροβολικού. Τις επόμενες μέρες και ενώ ο Κυπριακός στόλος παράμενε στα ανοικτά, εμφανίσθηκαν στις Αλυκές 2 ευρωπαϊκά καράβια γεμάτα προσκυνητές για τους Αγίους Τόπους. Ακολούθησε ναυμαχία, όπου οι Μαμελούκοι αιχμαλώτισαν όλους τους Ευρωπαίους, αφού ο Κυπριακός στόλος δεν έλαβε τελικά μέρος, και στην ακτή της Λάρνακας σκότωσαν τους αιχμαλώτους μπροστά στα μάτια του ίδιου του Βασιλιά. Σύμφωνα με τον Μαχαιρά ο Κυπριακός στόλος εμφανίσθηκε ξανά στις Αλυκές, και ο στόλος των Μαμελούκων θορυβήθηκε για κάποιο λόγο (πιθανόν να άρχισαν να τελειώνουν τα πυρομαχικά των κανονιών), και ειδοποίησαν τον στρατό να επιστρέψει από την Λευκωσία στις Αλυκές. Ο στρατός επέστρεψε άμεσα, επιβιβάσθηκε στα καράβια φορτωμένος λάφυρα και αναχώρησε στις 18 Ιουλίου μεταφέροντας τον Ιανό αιχμάλωτο αυτή την φορά στην Αίγυπτο. Κάποιες άλλες πηγές σημειώνουν ότι ο στόλος των Μαμελούκων αναχώρησε από τις Αλυκές στις 22 ή 23 Ιουλίου.
Τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου και όταν οι Μαμελούκοι επιδείκνυαν στα πλήθη της πρωτεύουσας τους τον Κύπριο Βασιλιά, οι χωρικοί της Κύπρου επαναστάτησαν διαμαρτυρόμενοι για την ανικανότητα του καθεστώτος να τους προστατεύσει. Επωφελούμενοι το τεράστιο κενό εξουσίας που δημιούργησε η εισβολή των Μαμελούκων, επέλεξαν νέο ηγέτη της Κύπρου κάποιο όμοιο τους με τ’ όνομα Αλέξης και τον ανακήρυξαν σε Βασιλιά δηλαδή σε Ρήγα. Η επανάσταση καταπνίγηκε γρήγορα και έμεινε γνωστή σαν η εξέγερση του Ρε-Αλέξη. Ο Βασιλιάς Ιανός επέστρεψε στην Κύπρο μετά από την καταβολή των απαιτούμενων λύτρων τον Μάιο του 1427, και αφού το Βασίλειο της Κύπρου συμφώνησε να γίνει φόρου υποτελής της Αιγύπτου. Όμως, η ετήσια φορολογία που θα πληρωνόταν στους Μαμελούκους ήταν κατά πολύ χαμηλότερη απ’ αυτή που πληρωνόταν ήδη στους Γενοβέζους. Το Βασίλειο της Κύπρου μπήκε για καλά στην αντίστροφη μέτρηση και η ανάπτυξη των Αλυκών ανακόπηκε προσωρινά αφού λόγω της παρουσίας του όγκου των εισβολέων σ’ αυτή καθ’ όλη την διάρκεια των επιχειρήσεων πρέπει να τις προκάλεσε τις μεγαλύτερες καταστροφές απ’ όλα τ΄ άλλα θέατρα των μαχών. Ο Ιανός φαίνεται να έπαθε σύντομα μετά την επιστροφή του εγκεφαλικό και δεν έγινε ποτέ ξανά ο ίδιος άνθρωπος μέχρι που πέθανε το 1432, και τον διαδέχθηκε ο δεκαοκτάχρονος γιος του Ιωάννης.
1374-1425 Η ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΑΛΥΚΩΝ
Ο Πέτρος Β΄ (1371-1382) πέθανε πριν περάσει τα τριάντα, αλλά 2 φορές προσπάθησε να ανακαταλάβει την Φαμαγκούστα από τους Γενουάτες χωρίς επιτυχία. Η μητέρα του Ελεονώρα πρόλαβε να εκδικηθεί ακόμη περισσότερο την δολοφονία του άνδρα της σκοτώνοντας τον αδελφό του, τον πρώην αντιβασιλέα Ιωάννη Λουζινιάν. Οι συνεχείς δολοπλοκίες της και η κακές της σχέσεις με την νέα Βασίλισσα, σύζυγο του γιου της ανάγκασαν τον Πέτρο Β΄ να την στείλει πίσω στην Αραγωνία. Ο ξαφνικός θάνατος όμως του Βασιλιά έφερε την Υψηλή Αυλή της Κύπρου σε αμηχανία αφού ο Πέτρος Β΄ δεν άφησε απογόνους. Τελικά το Στέμμα δίδεται στον Ιάκωβο Λουζινιάν, τον άλλο ένοχο αδελφό παρόντα στην δολοφονία του Πέτρου Α΄ . Ο Ιάκωβος ήταν ήρωας στον πόλεμο κατά των Γενουατών και αφού συλλήφθηκε στην Ρόδο, γιατί θεωρήθηκε ένας από τους υπεύθυνους του πολέμου, κρατήθηκε στην Γένοβα αιχμάλωτος από το 1374 μέχρι το 1382.
Όταν έγινε γνωστή η επιλογή του Ιακώβου για να γίνει Βασιλιάς της Κύπρου, οι Γενουάτες προθυμοποιήθηκαν να τον μεταφέρουν στην Κύπρο, δεσμεύοντας τον μάλιστα με διάφορους όρους προς όφελος τους. Οι δύο Γενουάτικες γαλέρες, που μετέφεραν τον Ιάκωβο με την σύζυγο και τα παιδιά τους έδεσαν στις Αλυκές και χωρίς να τους ελευθερώσουν ειδοποίησαν τις αρχές στην Λευκωσία για να τους παραλάβουν. Οι ευγενείς όμως δεν δέχθηκαν τους όρους απελευθέρωσης του Ιακώβου και άρχισαν νέο κύκλο επιλογής άλλου διαδόχου. Μετά από παραμονή πολλών ημερών πάνω στα καράβια στις Αλυκές, ο Ιάκωβος μεταφέρεται πίσω στην Γένοβα. Η νέα διαδικασία επανεκλέγει τον Ιάκωβο Α΄, που επιστρέφει, αυτή την φορά από την Κερύνεια και στέφεται επίσημα Βασιλιάς Κύπρου και Ιερουσαλήμ στην Λευκωσία το 1385. Οι Γενουάτες μαλάκωσαν λίγο τις απαιτήσεις τους και κατάφεραν να υπογραφεί συνθήκη με την Κύπρο η οποία μεταξύ άλλων κατοχύρωνε την Αμμόχωστο σαν έδαφος της Γένοβα, και ανάγκαζε τον νέο Βασιλιά να πληρώσει νέες μεγάλες αποζημιώσεις. Μεταξύ των εμπορευμάτων που ακρίβωσαν, λόγω νέων φορολογιών για τον ντόπιο πληθυσμό για να μπορέσει το Βασίλειο να πληρώνει τα χρέη του, ήταν και το αλάτι. Το εξαγωγικό εμπόριο του άλατος αυτή την περίοδο ήταν ήδη στα χέρια των Ενετών.
Επί της βασιλείας του Ιάκωβου Α΄ (1382-1398) λόγω της κατοχής της Αμμοχώστου από τους Γενουάτες, δημιουργούνται οι συνθήκες ανάδειξης του λιμανιού των Αλυκών σαν του σημαντικότερου στις νότιες ακτές της Κύπρου, αφού η Κερύνεια εξακολουθούσε να διαδραματίζει τον ίδιο ρόλο στις βόρειες ακτές. Αυτή την περίοδο είναι βέβαιο ότι στην Λάρνακα εγκαταστάθηκαν πολλές μεγάλες οικογένειες ντόπιων και ξένων εμπόρων συμπεριλαμβανομένων και Ενετών, αφού πλην των Γενουατών εκκένωσαν όλοι την Φαμαγκούστα. Μια επιφανής Ενετική οικογένεια που την βρίσκουμε αργότερα να απόκτησε σημαντική περιουσία στο Κίτιν ήταν οι Ποδοκάταρο. Οι Ενετοί αυτοί είχαν περιουσία στο Κίτιν, δηλαδή την παραλιακή Λάρνακα και όχι το χωριό Τζίτι, που αυτή την περίοδο εμφανίζεται στους χάρτες σαν Τίτα ή Τζοίτα (Δηλαδή Κοίτα = Παρατηρητήριο). Στην Τζοίτα ή ορθότερα Τζοίτιν υπήρχε από την εποχή των Λουζινιάν παρατηρητήριο της ναυτικής κίνησης προς το λιμάνι των Αλυκών για έγκαιρη προειδοποίηση των ναυτικών και στρατιωτικών μονάδων που έδρευαν στο απλίκιν του κάστρου των Αλυκών σε περίπτωση που τα πλοία ήταν εχθρικά. Το στρατόπεδο (απλίκιν) του Κάστρου και η ναυτική βάση των πολεμικών γαλέρων του Βασιλείου φρουρούσαν πλέον από την Λάρνακα τις νότιο-ανατολικές ακτές της Κύπρου από τις πειρατικές δραστηριότητες των Μουσουλμάνων. Εξ’ άλλου τις πειρατικές επιδρομές εναντίον των Μουσουλμανικών ακτών στήριζαν και ενθάρρυναν από την πλευρά τους σαν επίσημη πολιτική του κράτους και οι Λουζινιάν. Το λιμάνι των Αλυκών ήταν λοιπόν ένα από επίσημα ορμητήρια των χριστιανών πειρατών.
Ο Ιάκωβος Α΄, σύμφωνα με τον χρονογράφο Φλώριο Βουστρώνιο, έκανε αναβάθμιση του Κάστρου της Λάρνακας σε οχυρό. Δηλαδή μεγάλωσε τις ήδη υφιστάμενες από την εποχή των Κομνηνών εγκαταστάσεις του Κάστρου, ώστε να φιλοξενούνται εντός του οχυρού μεγαλύτερες δυνάμεις για την καλύτερη προστασία της περιοχής. Αυτό ήταν πολύ αναγκαίο λόγω της εμπόλεμης κατάστασης με τους Μουσουλμάνους που διατηρήθηκε όλα τα χρόνια μετά την Σταυροφορία του 1365. Το 1394, για παράδειγμα, ο επισκέπτης Νικόλαος ντι Μαρτόνι μαρτυρεί ότι είχε δει πολλά χωριά μεταξύ Λάρνακας και Αμμοχώστου καταστρεμμένα από τους Τούρκους και εγκαταλειμμένα, και αναφέρει επίσης το Κάστρο της Λάρνακας. Ένα άλλος επίσημος επισκέπτης των Λουζινιάν επί Βασιλείας του Ιανού γιου του Ιακώβου, ο μαρκήσιος Νικολό ντ’ Εστέ επισκέφθηκε τις Αλυκές το 1412. Εκεί έτυχε υποδοχής από ανώτατους αξιωματούχους του Βασιλείου και εντυπωσιασμένος αναφέρει το ανάκτορο της Αραδίππου. Το περιγράφει σαν «ένα υπέροχο σε ωραιότητα βασιλικό ανάκτορο». Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι το ανάκτορο που έχασαν οι Λουζινιάν στην Φαμαγκούστα, αντικατέστησαν τώρα αναβαθμίζοντας αυτό στην περιοχή Λάρνακας αλλά κι αυτό στην Ποταμιά, στα μέσα του δρόμου από την Λάρνακα στην Λευκωσία.
Ο Ιανός(1398-1432) γεννήθηκε στην Γένοβα όταν ο πατέρας του ήταν εκεί αιχμάλωτος. Κληρονόμησε πλην από το Στέμμα της Κύπρου και Ιερουσαλήμ, και το Στέμμα της Αρμενίας, που περιήλθε στον Ιάκωβο Α΄ λόγω του ότι ο τελευταίος Αρμένης Βασιλιάς της Κιλικίας, πέθανε άτεκνος στην Γαλλία μετά την οριστική της κατάληψη από τους Τούρκους. Θεωρήθηκε λοιπόν ότι οι Λουζινιάν λόγω συγγενικών δεσμών ήταν οι κληρονόμοι ακόμη ενός ανύπαρκτου Βασιλείου. Ο Ιανός παράμεινε κι αυτός αιχμάλωτος στην Γένοβα μέχρι το 1392, οπότε με την καταβολή πρόσθετων λύτρων τα οποία ο πατέρας του συγκέντρωσε από την αναγκαστική πώληση άλατος σ’ όλους τους φεουδάρχες και όλους τους Κύπριους, απελευθερώνεται. Την πληροφορία αυτή δίνει ο Λεόντιος Μαχαιράς. Το 1398 ο Ιανός στέφθηκε επίσημα Βασιλιάς και των τριών Βασιλείων, αλλά η αίγλη και η αξιοπιστία του κράτους των Λουζινιάν άρχισε να φθίνει ραγδαία, ιδιαίτερα στο εξωτερικό. Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του ο Ιανός κατάλαβε μεγάλες προσπάθειες για να ελευθερώσει την Αμμόχωστο, και πάλι χωρίς επιτυχία. Αποτέλεσμα ήταν να αναγκασθεί η Κύπρος να πληρώνει στην Γένοβα μεγαλύτερες δόσεις για τις παλιές και τις νέες αποζημιώσεις, που επιβλήθηκαν. Το 1425 συναντούμε σαν διοικητή (τζιβιτάνο) των Αλυκών τον Ιωάννη Γκαζέλ, ο οποίος στήριζε και ευνοούσε την δραστηριότητα πειρατών, που ορμώμενοι από τις Αλυκές διενεργούσαν επιδρομές στα παράλια της Συρίας – Λιβάνου – Παλαιστίνης. Ο Ιωάννης Γκαζέλ μάλιστα ήταν ο κυριότερος έμπορος των λαφύρων που έφερναν οι πειρατές στις Αλυκές. Την ίδια πολιτική ακολουθούσε και ο Διοικητής της Λεμεσού Φίλιππος Πικίνι. Οι προαναφερθείσες περιοχές ήταν κτίσεις του Μαμελούκου Σουλτάνου της Αιγύπτου, ο οποίος κατ’ επανάληψη προειδοποίησε τον Βασιλιά Ιανό για να θέσει άμεσο τερματισμό σ’ αυτές τις επιδρομές εναντίον των εδαφών του. Η πολιτική της «επίσημης πειρατείας» έφερνε στο κράτος των Λουζινιάν πρόσθετους πόρους για να μπορέσει να ανταποκριθεί στις βαριές οικονομικές υποχρεώσεις που δημιούργησε η πολυετής σύγκρουση με την Γένοβα, επομένως δεν υπήρχε πρόθεση τερματισμού. Σύμφωνα με Αραβικές πηγές που επικαλείται ο Θεόδωρος Παπαδόπουλος στην «Ιστορία της Κύπρου», και επιβεβαιώνονται στο Χρονικό του Μαχαιρά, οι Μαμελούκοι της Αιγύπτου έκανα μιας μικρής κλίμακας προειδοποιητική επιχείρηση στην Λεμεσό το 1424, όπου διαμαρτυρήθηκαν στον Βασιλιά για την επίσημη ανάμιξη του κράτους στην πειρατεία. Στη Λεμεσό βύθισαν μάλιστα 3 κουρσάρικα πλοία, έκαναν λεηλασίες αλλά επέστρεψαν γρήγορα πίσω στην Αίγυπτο για να ετοιμάσουν μεγαλύτερες δυνάμεις .
Όταν έγινε γνωστή η επιλογή του Ιακώβου για να γίνει Βασιλιάς της Κύπρου, οι Γενουάτες προθυμοποιήθηκαν να τον μεταφέρουν στην Κύπρο, δεσμεύοντας τον μάλιστα με διάφορους όρους προς όφελος τους. Οι δύο Γενουάτικες γαλέρες, που μετέφεραν τον Ιάκωβο με την σύζυγο και τα παιδιά τους έδεσαν στις Αλυκές και χωρίς να τους ελευθερώσουν ειδοποίησαν τις αρχές στην Λευκωσία για να τους παραλάβουν. Οι ευγενείς όμως δεν δέχθηκαν τους όρους απελευθέρωσης του Ιακώβου και άρχισαν νέο κύκλο επιλογής άλλου διαδόχου. Μετά από παραμονή πολλών ημερών πάνω στα καράβια στις Αλυκές, ο Ιάκωβος μεταφέρεται πίσω στην Γένοβα. Η νέα διαδικασία επανεκλέγει τον Ιάκωβο Α΄, που επιστρέφει, αυτή την φορά από την Κερύνεια και στέφεται επίσημα Βασιλιάς Κύπρου και Ιερουσαλήμ στην Λευκωσία το 1385. Οι Γενουάτες μαλάκωσαν λίγο τις απαιτήσεις τους και κατάφεραν να υπογραφεί συνθήκη με την Κύπρο η οποία μεταξύ άλλων κατοχύρωνε την Αμμόχωστο σαν έδαφος της Γένοβα, και ανάγκαζε τον νέο Βασιλιά να πληρώσει νέες μεγάλες αποζημιώσεις. Μεταξύ των εμπορευμάτων που ακρίβωσαν, λόγω νέων φορολογιών για τον ντόπιο πληθυσμό για να μπορέσει το Βασίλειο να πληρώνει τα χρέη του, ήταν και το αλάτι. Το εξαγωγικό εμπόριο του άλατος αυτή την περίοδο ήταν ήδη στα χέρια των Ενετών.
Επί της βασιλείας του Ιάκωβου Α΄ (1382-1398) λόγω της κατοχής της Αμμοχώστου από τους Γενουάτες, δημιουργούνται οι συνθήκες ανάδειξης του λιμανιού των Αλυκών σαν του σημαντικότερου στις νότιες ακτές της Κύπρου, αφού η Κερύνεια εξακολουθούσε να διαδραματίζει τον ίδιο ρόλο στις βόρειες ακτές. Αυτή την περίοδο είναι βέβαιο ότι στην Λάρνακα εγκαταστάθηκαν πολλές μεγάλες οικογένειες ντόπιων και ξένων εμπόρων συμπεριλαμβανομένων και Ενετών, αφού πλην των Γενουατών εκκένωσαν όλοι την Φαμαγκούστα. Μια επιφανής Ενετική οικογένεια που την βρίσκουμε αργότερα να απόκτησε σημαντική περιουσία στο Κίτιν ήταν οι Ποδοκάταρο. Οι Ενετοί αυτοί είχαν περιουσία στο Κίτιν, δηλαδή την παραλιακή Λάρνακα και όχι το χωριό Τζίτι, που αυτή την περίοδο εμφανίζεται στους χάρτες σαν Τίτα ή Τζοίτα (Δηλαδή Κοίτα = Παρατηρητήριο). Στην Τζοίτα ή ορθότερα Τζοίτιν υπήρχε από την εποχή των Λουζινιάν παρατηρητήριο της ναυτικής κίνησης προς το λιμάνι των Αλυκών για έγκαιρη προειδοποίηση των ναυτικών και στρατιωτικών μονάδων που έδρευαν στο απλίκιν του κάστρου των Αλυκών σε περίπτωση που τα πλοία ήταν εχθρικά. Το στρατόπεδο (απλίκιν) του Κάστρου και η ναυτική βάση των πολεμικών γαλέρων του Βασιλείου φρουρούσαν πλέον από την Λάρνακα τις νότιο-ανατολικές ακτές της Κύπρου από τις πειρατικές δραστηριότητες των Μουσουλμάνων. Εξ’ άλλου τις πειρατικές επιδρομές εναντίον των Μουσουλμανικών ακτών στήριζαν και ενθάρρυναν από την πλευρά τους σαν επίσημη πολιτική του κράτους και οι Λουζινιάν. Το λιμάνι των Αλυκών ήταν λοιπόν ένα από επίσημα ορμητήρια των χριστιανών πειρατών.
Ο Ιάκωβος Α΄, σύμφωνα με τον χρονογράφο Φλώριο Βουστρώνιο, έκανε αναβάθμιση του Κάστρου της Λάρνακας σε οχυρό. Δηλαδή μεγάλωσε τις ήδη υφιστάμενες από την εποχή των Κομνηνών εγκαταστάσεις του Κάστρου, ώστε να φιλοξενούνται εντός του οχυρού μεγαλύτερες δυνάμεις για την καλύτερη προστασία της περιοχής. Αυτό ήταν πολύ αναγκαίο λόγω της εμπόλεμης κατάστασης με τους Μουσουλμάνους που διατηρήθηκε όλα τα χρόνια μετά την Σταυροφορία του 1365. Το 1394, για παράδειγμα, ο επισκέπτης Νικόλαος ντι Μαρτόνι μαρτυρεί ότι είχε δει πολλά χωριά μεταξύ Λάρνακας και Αμμοχώστου καταστρεμμένα από τους Τούρκους και εγκαταλειμμένα, και αναφέρει επίσης το Κάστρο της Λάρνακας. Ένα άλλος επίσημος επισκέπτης των Λουζινιάν επί Βασιλείας του Ιανού γιου του Ιακώβου, ο μαρκήσιος Νικολό ντ’ Εστέ επισκέφθηκε τις Αλυκές το 1412. Εκεί έτυχε υποδοχής από ανώτατους αξιωματούχους του Βασιλείου και εντυπωσιασμένος αναφέρει το ανάκτορο της Αραδίππου. Το περιγράφει σαν «ένα υπέροχο σε ωραιότητα βασιλικό ανάκτορο». Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι το ανάκτορο που έχασαν οι Λουζινιάν στην Φαμαγκούστα, αντικατέστησαν τώρα αναβαθμίζοντας αυτό στην περιοχή Λάρνακας αλλά κι αυτό στην Ποταμιά, στα μέσα του δρόμου από την Λάρνακα στην Λευκωσία.
Ο Ιανός(1398-1432) γεννήθηκε στην Γένοβα όταν ο πατέρας του ήταν εκεί αιχμάλωτος. Κληρονόμησε πλην από το Στέμμα της Κύπρου και Ιερουσαλήμ, και το Στέμμα της Αρμενίας, που περιήλθε στον Ιάκωβο Α΄ λόγω του ότι ο τελευταίος Αρμένης Βασιλιάς της Κιλικίας, πέθανε άτεκνος στην Γαλλία μετά την οριστική της κατάληψη από τους Τούρκους. Θεωρήθηκε λοιπόν ότι οι Λουζινιάν λόγω συγγενικών δεσμών ήταν οι κληρονόμοι ακόμη ενός ανύπαρκτου Βασιλείου. Ο Ιανός παράμεινε κι αυτός αιχμάλωτος στην Γένοβα μέχρι το 1392, οπότε με την καταβολή πρόσθετων λύτρων τα οποία ο πατέρας του συγκέντρωσε από την αναγκαστική πώληση άλατος σ’ όλους τους φεουδάρχες και όλους τους Κύπριους, απελευθερώνεται. Την πληροφορία αυτή δίνει ο Λεόντιος Μαχαιράς. Το 1398 ο Ιανός στέφθηκε επίσημα Βασιλιάς και των τριών Βασιλείων, αλλά η αίγλη και η αξιοπιστία του κράτους των Λουζινιάν άρχισε να φθίνει ραγδαία, ιδιαίτερα στο εξωτερικό. Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του ο Ιανός κατάλαβε μεγάλες προσπάθειες για να ελευθερώσει την Αμμόχωστο, και πάλι χωρίς επιτυχία. Αποτέλεσμα ήταν να αναγκασθεί η Κύπρος να πληρώνει στην Γένοβα μεγαλύτερες δόσεις για τις παλιές και τις νέες αποζημιώσεις, που επιβλήθηκαν. Το 1425 συναντούμε σαν διοικητή (τζιβιτάνο) των Αλυκών τον Ιωάννη Γκαζέλ, ο οποίος στήριζε και ευνοούσε την δραστηριότητα πειρατών, που ορμώμενοι από τις Αλυκές διενεργούσαν επιδρομές στα παράλια της Συρίας – Λιβάνου – Παλαιστίνης. Ο Ιωάννης Γκαζέλ μάλιστα ήταν ο κυριότερος έμπορος των λαφύρων που έφερναν οι πειρατές στις Αλυκές. Την ίδια πολιτική ακολουθούσε και ο Διοικητής της Λεμεσού Φίλιππος Πικίνι. Οι προαναφερθείσες περιοχές ήταν κτίσεις του Μαμελούκου Σουλτάνου της Αιγύπτου, ο οποίος κατ’ επανάληψη προειδοποίησε τον Βασιλιά Ιανό για να θέσει άμεσο τερματισμό σ’ αυτές τις επιδρομές εναντίον των εδαφών του. Η πολιτική της «επίσημης πειρατείας» έφερνε στο κράτος των Λουζινιάν πρόσθετους πόρους για να μπορέσει να ανταποκριθεί στις βαριές οικονομικές υποχρεώσεις που δημιούργησε η πολυετής σύγκρουση με την Γένοβα, επομένως δεν υπήρχε πρόθεση τερματισμού. Σύμφωνα με Αραβικές πηγές που επικαλείται ο Θεόδωρος Παπαδόπουλος στην «Ιστορία της Κύπρου», και επιβεβαιώνονται στο Χρονικό του Μαχαιρά, οι Μαμελούκοι της Αιγύπτου έκανα μιας μικρής κλίμακας προειδοποιητική επιχείρηση στην Λεμεσό το 1424, όπου διαμαρτυρήθηκαν στον Βασιλιά για την επίσημη ανάμιξη του κράτους στην πειρατεία. Στη Λεμεσό βύθισαν μάλιστα 3 κουρσάρικα πλοία, έκαναν λεηλασίες αλλά επέστρεψαν γρήγορα πίσω στην Αίγυπτο για να ετοιμάσουν μεγαλύτερες δυνάμεις .
1373 - 1374μ.Χ. ΟΙ ΓΕΝΟΥΑΤΕΣ ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΤΗΝ ΤΥΧΗ ΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Τα προβλήματα με τους Γενουάτες είχαν αρχίσει, όπως είδαμε προηγουμένως πολλές δεκαετίες νωρίτερα. Τα προβλήματα συνεχίζονταν αλλά ο Πέτρος Α΄ τα διευθέτησε το 1365, πριν την έναρξη της Σταυροφορίας κατά των Μαμελούκων της Αιγύπτου. Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι και οδήγησε σε θερμή σύγκρουση μεταξύ Λουζινιάν και Γενοβέζων ήταν κατά την δεύτερη στέψη του Πέτρου Β΄ σαν Βασιλιά της Ιερουσαλήμ στην Αμμόχωστο το 1372. Ο ανταγωνισμός μεταξύ Ενετών και Γενοβέζων παροίκων ως προς το πια αντιπροσωπία θα κρατούσε το δεξιό χαλινάρι του αλόγου του νέου Βασιλιά στην εθιμοτυπική πομπή προς το Παλάτι, οδήγησε σε οχλαγωγία και αλληλοεπιθέσεις μεταξύ των δύο πλευρών που συνεχίσθηκαν και αποκορυφώθηκαν με δολοφονίες πολλών Γενουατών της Αμμοχώστου από τους θιγμένους Κυπρίους οπαδούς του Βασιλιά, αφού μάλιστα ο αντιβασιλέας Ιωάννης ανακοίνωσε επίσημα ότι υπεύθυνοι για τα γεγονότα και την αμαύρωση της στέψης ήταν οι Γενουάτες. Στην συνέχεια ο Βασιλιάς και οι Κυπριακές αρχές αρνήθηκαν να ακούσουν με συμπάθεια τις απαιτήσεις των Γενουατών, οι οποίοι ζήτησαν από την μητρική πόλη επανόρθωση δια της βίας. Η Δημοκρατία της Γένοβα ήταν εκείνη την περίοδο στην πιο επιθετική φάση της ιστορίας της, και συγκρότησε άμεσα επιθετικό στόλο κατά της Κύπρου. Όταν έφθασε η εμπροσθοφυλακή του στόλου στην Κύπρο οι απαιτήσεις των Γενουατών για εγγυήσεις και επανορθώσεις ήταν εξωπραγματικές. Ανάμεσα στους όρους ήταν και η παραχώρηση ενός οχυρού στην Κύπρο όπου θα μπορούσαν να ζουν κυρίαρχα οι έμποροι τους αφού δεν έτρεφαν πια καμιά εμπιστοσύνη για την ασφάλεια τους από τους Κυπρίους. Παρά την προσπάθεια του Πάπα, των Ιωαννιτών Ιπποτών και των Ενετών να συμβιβάσουν τις πλευρές ούτε οι Λουζινιάν αλλά ούτε οι Γενοβέζοι δεν σταμάτησαν τις αμοιβαίες προκλήσεις και την προετοιμασία για σύγκρουση. Οι Λουζινιάν εγκαταλείψαν τις κατακτήσεις τους στην Μικρά Ασία στους Τούρκους, και επανέφεραν όλες τους τις δυνάμεις στην Κύπρο το 1373 πριν η εμπροσθοφυλακή του στόλου των Γενουατών αρχίσει επιθετικές ενέργειες εναντίον των παραλίων πόλεων της Κύπρου.
Μετά από πολλές λεηλασίες άλλων περιοχών κοντά στην Αμμόχωστο, οι 6 Γενουατικές γαλέρες της εμπροσθοφυλακής ήλθαν στην Αλυκή, περί τα μέσα Μαΐου του 1373, για να κουρσέψουν, και όπως περιγράφει ο Λεόντιος Μαχαιράς «...στην Αλυκή βρήκαν τον διοικητή της περιοχής με ισχυρό στρατό από ιππικό και πεζικό και δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτα. Τα παράτησαν και πήγαν στην Λεμεσό «...όπου οι υπερασπιστές ήταν λιγότεροι και πιο αδύνατοι. Εκεί αποβιβάσθηκαν και έκαψαν τα σπίτια και ο λαός έφυγε, και έκαμαν μεγάλες καταστροφές. Μετά την νίκη αυτή διαλάλησαν ότι δέχονταν στις τάξεις του στρατού τους όλους τους σκλάβους και δουλοπάροικους, φονιάδες, κλέφτες και ότι θα τους υποδέχονταν και θα τους συμπεριφέρονταν καλά και θα τους απελευθέρωναν αν εντάσσονταν μαζί τους και θα ζήσουν καλά μαζί μας και εμείς μαζί τους». Και σχηματίσθηκε μια ομάδα περίπου 2000 άνθρωποι και κατάλαβαν στην συνέχεια τα φρούρια της Πάφου τα οποία οχύρωσαν καλύτερα για να αμυνθούν και να τα κρατήσουν». Στην αιφνιδιαστική αυτή επίθεση των Γενουατών σώθηκε προφανώς η Λάρνακα γιατί εκεί ήταν το Δεσποτικό (Βασιλικό) απλίκι (στρατόπεδο) της Αραδίππου, απ’ όπου το ιππικό και στρατός, αλλά και το απλίκι του κάστρου των αλυκών, όπου και επιπρόσθετες μόνιμες φρουρές. Αντίθετα η Λεμεσός και η Πάφος καταλήφθηκαν αμαχητί γιατί δεν στάθμευε εκεί στρατός η σημαντική φρουρά. Μέχρι να φθάσουν στην Πάφο τα Βασιλικά στρατεύματα κυκλοφόρησε η πληροφορία ότι ο κύριος όγκος του Γενουατικού στόλου από 36 γαλέρες έφθανε στην Κύπρο με συνολικό στρατό 14.000 ανδρών, μια συντριπτική δύναμη για τα δεδομένα του στρατού των Λουζινιάν. Το απόγευμα της 1ης Οκτωβρίου του 1373 οι 36 γαλέρες έφθασαν στις Αλυκές. Η συντριπτική δύναμη των Γενουατών ανάγκασε το λαό και τον στρατό να εγκαταλείψουν αυτή την φορά την πόλη. Πήγαν όλοι στην Λευκωσία, σύμφωνα με τον Μαχαιρά, όπου η πρωτεύουσα οχυρώθηκε και ανάμενε την επίθεση.
Η μεγάλη όμως δύναμη των Γενουατών μετακινήθηκε προς την Αμμόχωστο τις επόμενες μέρες, όπου άρχισε να την πολιορκεί, παρόλες τις ενισχύσεις που μετάφεραν οι Λουζινιανοί. Με δόλο, τις επόμενες εβδομάδες και κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων που ακολούθησαν οι Γενουάτες αιχμαλώτισαν τον Βασιλιά και την μητέρα του που ήλθαν στην Φαμαγκούστα για να συμβιβαστούν. Προσποιούμενοι ότι ήλθαν στην Κύπρο μετά από πρόσκληση της Ελεονώρας, για να εκδικηθούν τους δολοφόνους του Πέτρου Α΄ προσπάθησαν να πάρουν με το μέρος τους τον νεαρό Βασιλιά και την μητέρα του η οποία πράγματι ζητούσε επίμονα από τον Πάπα την τιμωρία των ενόχων της δολοφονίας του Πέτρου Α΄, συζύγου της και πατέρα του νέου Βασιλιά. Οι Γενουάτες εκτέλεσαν όλους τους γνωστούς δολοφόνους αλλά οι αδελφοί του Πέτρου Α΄, Ιωάννης και Ιάκωβος, που ήταν παρόντες στην δολοφονία, οχυρώθηκαν για καλύτερη δική τους ασφάλεια και για καλύτερη άμυνα του Βασιλείου στα φρούρια του πενταδάκτυλου και την Κερύνεια. Οι εχθροπραξίες διάρκεσαν πολλούς μήνες και ο ισχυρός στρατός και στόλος των Γενοβέζων είχε μεγάλες απώλειες γιατί οι αμυνόμενοι είχαν το υγρό ή ελληνικό πυρ αλλά και γιατί ο ντόπιος πληθυσμός στάθηκε ακλόνητος στο πλευρό του Βασιλιά. Παρά την στρατιωτική τους υπεροπλία οι Γενοβέζοι δεν κατάφεραν να καταλάβουν όλη την Κύπρο και συμβιβάσθηκαν με ψηλές αποζημιώσεις από τον Βασιλιά, φόρο υποτέλειας του βασιλείου, και κράτησαν την Αμμόχωστο σαν οχυρό της εμπορικής τους κοινότητας κάτω από την πλήρη κυριότητα της Γένοβα. Στα τέλη Απριλίου του 1374 ο Γενουατικός στόλος απέπλευσε από την Κύπρο με δώδεκα μόνο Γαλέρες σε σύγκριση των πενήντα που είχαν έλθει στην Κύπρο το προηγούμενο έτος. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Γενουάτες προκάλεσαν συμφορά. Όλες οι πόλεις της Κύπρου είχαν υποστεί μεγάλες καταστροφές από τις εχθροπραξίες και τις λεηλασίες πλην των Αλυκών, που βρέθηκε φαίνεται εκτός του κυκλώνα. Η Αμμόχωστος παρήκμασε άμεσα και απότομα γιατί όλοι οι ντόπιοι αλλά και ξένοι έμποροι, πλην των Γενουατών, την εγκαταλείψαν. Επίκεντρο της νέας τάξης πραγμάτων στον ελλιμενισμό και το εμπόριο στις νότιες ακτές έγιναν πλέον οι Αλυκές, αφού και η Λεμεσός και η Πάφος υπέστησαν μεγάλες καταστροφές.
Μετά από πολλές λεηλασίες άλλων περιοχών κοντά στην Αμμόχωστο, οι 6 Γενουατικές γαλέρες της εμπροσθοφυλακής ήλθαν στην Αλυκή, περί τα μέσα Μαΐου του 1373, για να κουρσέψουν, και όπως περιγράφει ο Λεόντιος Μαχαιράς «...στην Αλυκή βρήκαν τον διοικητή της περιοχής με ισχυρό στρατό από ιππικό και πεζικό και δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτα. Τα παράτησαν και πήγαν στην Λεμεσό «...όπου οι υπερασπιστές ήταν λιγότεροι και πιο αδύνατοι. Εκεί αποβιβάσθηκαν και έκαψαν τα σπίτια και ο λαός έφυγε, και έκαμαν μεγάλες καταστροφές. Μετά την νίκη αυτή διαλάλησαν ότι δέχονταν στις τάξεις του στρατού τους όλους τους σκλάβους και δουλοπάροικους, φονιάδες, κλέφτες και ότι θα τους υποδέχονταν και θα τους συμπεριφέρονταν καλά και θα τους απελευθέρωναν αν εντάσσονταν μαζί τους και θα ζήσουν καλά μαζί μας και εμείς μαζί τους». Και σχηματίσθηκε μια ομάδα περίπου 2000 άνθρωποι και κατάλαβαν στην συνέχεια τα φρούρια της Πάφου τα οποία οχύρωσαν καλύτερα για να αμυνθούν και να τα κρατήσουν». Στην αιφνιδιαστική αυτή επίθεση των Γενουατών σώθηκε προφανώς η Λάρνακα γιατί εκεί ήταν το Δεσποτικό (Βασιλικό) απλίκι (στρατόπεδο) της Αραδίππου, απ’ όπου το ιππικό και στρατός, αλλά και το απλίκι του κάστρου των αλυκών, όπου και επιπρόσθετες μόνιμες φρουρές. Αντίθετα η Λεμεσός και η Πάφος καταλήφθηκαν αμαχητί γιατί δεν στάθμευε εκεί στρατός η σημαντική φρουρά. Μέχρι να φθάσουν στην Πάφο τα Βασιλικά στρατεύματα κυκλοφόρησε η πληροφορία ότι ο κύριος όγκος του Γενουατικού στόλου από 36 γαλέρες έφθανε στην Κύπρο με συνολικό στρατό 14.000 ανδρών, μια συντριπτική δύναμη για τα δεδομένα του στρατού των Λουζινιάν. Το απόγευμα της 1ης Οκτωβρίου του 1373 οι 36 γαλέρες έφθασαν στις Αλυκές. Η συντριπτική δύναμη των Γενουατών ανάγκασε το λαό και τον στρατό να εγκαταλείψουν αυτή την φορά την πόλη. Πήγαν όλοι στην Λευκωσία, σύμφωνα με τον Μαχαιρά, όπου η πρωτεύουσα οχυρώθηκε και ανάμενε την επίθεση.
Η μεγάλη όμως δύναμη των Γενουατών μετακινήθηκε προς την Αμμόχωστο τις επόμενες μέρες, όπου άρχισε να την πολιορκεί, παρόλες τις ενισχύσεις που μετάφεραν οι Λουζινιανοί. Με δόλο, τις επόμενες εβδομάδες και κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων που ακολούθησαν οι Γενουάτες αιχμαλώτισαν τον Βασιλιά και την μητέρα του που ήλθαν στην Φαμαγκούστα για να συμβιβαστούν. Προσποιούμενοι ότι ήλθαν στην Κύπρο μετά από πρόσκληση της Ελεονώρας, για να εκδικηθούν τους δολοφόνους του Πέτρου Α΄ προσπάθησαν να πάρουν με το μέρος τους τον νεαρό Βασιλιά και την μητέρα του η οποία πράγματι ζητούσε επίμονα από τον Πάπα την τιμωρία των ενόχων της δολοφονίας του Πέτρου Α΄, συζύγου της και πατέρα του νέου Βασιλιά. Οι Γενουάτες εκτέλεσαν όλους τους γνωστούς δολοφόνους αλλά οι αδελφοί του Πέτρου Α΄, Ιωάννης και Ιάκωβος, που ήταν παρόντες στην δολοφονία, οχυρώθηκαν για καλύτερη δική τους ασφάλεια και για καλύτερη άμυνα του Βασιλείου στα φρούρια του πενταδάκτυλου και την Κερύνεια. Οι εχθροπραξίες διάρκεσαν πολλούς μήνες και ο ισχυρός στρατός και στόλος των Γενοβέζων είχε μεγάλες απώλειες γιατί οι αμυνόμενοι είχαν το υγρό ή ελληνικό πυρ αλλά και γιατί ο ντόπιος πληθυσμός στάθηκε ακλόνητος στο πλευρό του Βασιλιά. Παρά την στρατιωτική τους υπεροπλία οι Γενοβέζοι δεν κατάφεραν να καταλάβουν όλη την Κύπρο και συμβιβάσθηκαν με ψηλές αποζημιώσεις από τον Βασιλιά, φόρο υποτέλειας του βασιλείου, και κράτησαν την Αμμόχωστο σαν οχυρό της εμπορικής τους κοινότητας κάτω από την πλήρη κυριότητα της Γένοβα. Στα τέλη Απριλίου του 1374 ο Γενουατικός στόλος απέπλευσε από την Κύπρο με δώδεκα μόνο Γαλέρες σε σύγκριση των πενήντα που είχαν έλθει στην Κύπρο το προηγούμενο έτος. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Γενουάτες προκάλεσαν συμφορά. Όλες οι πόλεις της Κύπρου είχαν υποστεί μεγάλες καταστροφές από τις εχθροπραξίες και τις λεηλασίες πλην των Αλυκών, που βρέθηκε φαίνεται εκτός του κυκλώνα. Η Αμμόχωστος παρήκμασε άμεσα και απότομα γιατί όλοι οι ντόπιοι αλλά και ξένοι έμποροι, πλην των Γενουατών, την εγκαταλείψαν. Επίκεντρο της νέας τάξης πραγμάτων στον ελλιμενισμό και το εμπόριο στις νότιες ακτές έγιναν πλέον οι Αλυκές, αφού και η Λεμεσός και η Πάφος υπέστησαν μεγάλες καταστροφές.
1324-1373 Η ΕΠΙΘΕΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ Α΄
Τον Ερρίκο Β΄, που πέθανε άτεκνος, διαδέχθηκε ο στενότερος του συγγενής, ο Ούγος Δ΄ (1324-1359). Στέφθηκε Βασιλιάς της Κύπρου στην Λευκωσία και Βασιλιάς της Ιερουσαλήμ στην Αμμόχωστο. Το παράδειγμα του ακολούθησαν και οι άλλοι Βασιλείς των Λουζινιάν απ’ εδώ και μπρος. Ο Ούγος Δ΄ συμπλήρωσε τις οχυρώσεις της Λευκωσίας και Αμμοχώστου, ενώ αυτή την περίοδο οι Αλυκές αφήνονται σε σχέση με την κοσμοπολίτικη Νικοζί, Φαμαγκούστα αλλά και την Λεμεσό σε δεύτερη μοίρα. Όμως, οι εγκαταστάσεις και οι ευκολίες του λιμανιού είναι πολύ καλές και χρησιμοποιούνται κυρίως για την εξαγωγή του άλατος και για τις ανάγκες του Βασιλικού ναυτικού. Ο συσσωρευμένος πλούτος του νησιού ήταν στα χέρια των τοπικών εμπόρων αλλά η ειρηνική πολιτική του νέου Βασιλιά γέμισε το θησαυροφυλάκιο του κράτους. Σημαντική μαρτυρία, αυτής της εποχής, του Ιταλού Μοναχού Ιακώβου της Βερόνας αναφέρει ότι όλοι οι Κύπριοι μιλούν την Ελληνική γλώσσα αλλά καταλαβαίνουν καλά την Αραβική και Γαλλική. Επομένως, οι επαφές με τους Άραβες ιδιαίτερα στα λιμάνια της Κύπρου δεν είχαν σταματήσει ποτέ. Μια νέα σταυροφορία ήταν ψηλά στις προτεραιότητες της Δύσης, αφού οι Λατίνοι δεν είχαν από το 1291 οποιοδήποτε έδαφος στην Συριακή, Λιβανική, Παλαιστινιακή ή Αιγυπτιακή ακτή. Οι φιλονικίες όμως ανάμεσα στους μεγάλους βασιλείς της Δύσης την σταματούσαν.
Ο Πέτρος Α΄ (1359-1369), πριν ακόμη ανέβει στον θρόνο του πατέρα του Ούγου, αλλά και σαν Βασιλιάς, ταξίδευε τακτικά στην Δύση και δεσμεύτηκε προσωπικά για μια νέα σταυροφορία, αφού η απελευθέρωση των Αγίων Τόπων θα μεγάλωνε το βασίλειο του. Το 1365 τελικά ο Πέτρος τέθηκε επί κεφαλής της Σταυροφορίας εναντίον της Αλεξάνδρειας των Μαμελούκων της Αιγύπτου, η επικράτεια των οποίων έφθανε μέχρι τους Αγίους Τόπους. Επί της Βασιλείας του Πέτρου Α΄ οι αναφορές στις Αλυκές - Κίτιν αυξάνονται ιδιαίτερα αφού ο Βασιλιάς, ο στρατός και ο στόλος, οι ντόπιοι ευγενείς αλλά και ξένες επίσημες αντιπροσωπείες χρησιμοποιούν το λιμάνι των Αλυκών πράγμα που καταγράφηκε από τον χρονογράφο Λεόντιο Μαχαιρά, που έζησε την εποχή αυτή. Ο Πέτρος μετακινήθηκε εκτός Κύπρου από τις Αλυκές για επιθέσεις σε Μουσουλμανικά προπύργια σε διάφορες περιπτώσεις. Στις 12 Ιουλίου 1360 ο Βασιλιάς Πέτρος διατάζει την συγκέντρωση του στόλου και του στρατού του στην Αμμόχωστον για εκστρατεία στην Αττάλεια της Τουρκίας. Από την Αμμόχωστο τα 119 πλοία του στόλου πάνε στις Αλυκές και τους Μύλους όπου φορτώνουν τ’ άλογα και «φαγούραν» (αλεύρι) για τους ανθρώπους και τα άλογα. Φαίνεται ότι στο λιμάνι των αλυκών λειτουργούσε ευκολία για την φόρτωση ζώων στα καράβια, αλλά εδώ μαρτυρείται και η λειτουργία αλευρόμυλου. Έμμεσα λοιπόν εδώ έχουμε την πληροφορία ότι το πανάρχαιο υδραγωγείο της πόλης δυνατόν να βρισκόταν σε λειτουργία και με το νερό του κινείτο ο μύλος ή οι μύλοι οι οποίοι τροφοδότησαν τον στρατό του Πέτρου Α΄ . Η μαρτυρία για την τοποθεσία Μύλοι στις Αλυκές και φορτώματος αλόγων δίνεται επίσης από τον Λεόντιο Μαχαιρά κατά την προετοιμασία και την σύναξη του στόλου της Σταυροφορίας κατά των Αράβων της Αιγύπτου, που έγινε το1365, κατά την επιδρομή στην Μικρά Ασία το επόμενο έτος, καθώς και την επιδρομή εναντίον της Τριπόλεως. Στις Αλυκές έφθασαν και οι αντιπρόσωποι του Σουλτάνου το 1367. Στο Κίτιν, δηλαδή την παραλιακή συνοικία της Λάρνακας όπου το στρατόπεδο (απλίκι) του κάστρου επί της θάλασσας, επέστρεψε ο Πέτρος Α΄ μετά την εκστρατεία του από την Αττάλεια το ίδιο έτος. Όταν ο Πεκίρ Πασάς ανακαίνισε το υδραγωγείο της Λάρνακας το 1746, έκτισε ή επιδιόρθωσε δύο αλευρόμυλος επ’ αυτού. Ένα κοντά στον Άγιο Γεώργιο Μακρή και ένα στην έξοδο του νερού απ’ τα λαγούμια κοντά στην Δρομολαξιά. Αφού ο Μαχαιράς χρησιμοποιεί τον πληθυντικό «Μύλοι», δεν είναι απίθανο να λειτουργούσαν την εποχή του και οι δύο, και έτσι το έργο της ανακαίνισης του υδραγωγείου από τον Μπεκίρ Πασά το 1746-48 να ήταν απλούστατο. Την άποψη αυτή υιοθετούν οι Σοφοκλής Χριστοδουλίδης και Αλέξης Μιχαηλίδης στο βιβλίο τους «Υδατοπρομήθεια Λάρνακας: 4000 χρόνια Ιστορία». Η λειτουργία εξ άλλου του υδραγωγείου Λάρνακας μαρτυρείται και κατά την Ενετική περίοδο στην Λάρνακα.
Ο ιστορικός Θεόδωρος Παπαδόπουλος στο έργο του «Ιστορία της Κύπρου» πιστεύει ότι η επιθετική πολιτική του Πέτρου Α΄ εναντίον των Μαμελούκων δεν επεδίωκε τα εδαφικά οφέλη αλλά εμπορικό κέρδος σε βάρος των λιμανιών των Μαμελούκων που επεκτείνονταν τώρα μέχρι τον Λίβανο καθώς και των άλλων ανταγωνιστών των Κυπριακών λιμανιών. Την περίοδο αυτή το εμπόριο της Αμμοχώστου είχε υποβαθμιστεί σε μεγάλο βαθμό λόγω των απευθείας πλέον συναλλαγών των Δυτικών με τους Μουσουλμάνους λόγω της ειρήνης που επικράτησε. Ο Βασιλιάς πίστευε ότι ένας πόλεμος εναντίον των Μαμελούκων και οι εμπορικές απαγορεύσεις που θα επέβαλε ο Πάπας εναντίον τους θα επαναδραστηριοποιούσε τους μεσίτες της Φαμαγκούστα. Ο πόλεμος με τους Μαμελούκους της Αιγύπτου διάρκεσε μέχρι το 1370 και αναγνωρίσθηκε από τους ιστορικούς σαν μεγάλο λάθος, αφού η μεγαλύτερη απειλή για την Δύση προερχόταν από τους Οθωμανούς Τούρκους που επεκτείνονταν στην Μεσόγειο και την Ανατολική Ευρώπη. Ο Πέτρος αρχικά είχε κάποιες επιτυχίες εναντίον των Τούρκων αλλά αυτές περιορίσθηκαν στην κατάληψη της Αττάλεια και της Κωρίκου στην Μικρά Ασία το 1361, όπου ο Κυπριακός στόλος απέπλευσε για την εκστρατεία από τις Αλυκές, όπως έγινε και για την Σταυροφορία του 1365. Ο Πέτρος Α΄ δολοφονήθηκε το 1369 για λόγους τιμής από ευγενείς της Κύπρου αλλά και για κακή διαχείριση του κράτους και των πόρων του. Σαν παράδειγμα της κακής οικονομικής διαχείρισης του θησαυροφυλακίου κατά την διάρκεια της βασιλείας του Πέτρου Α΄, αναφέρονται από τον Λατίνο χρονογράφο Τζ. Ρίτσαρτ στο έργο του «Η Επανάσταση» οι εκχωρήσεις σε τρίτους των εισοδημάτων του Στέμματος από τις αλυκές Λάρνακας.
Η επιθετική πολιτική του Πέτρου απέφερε πράγματι καρπούς στην Κύπρο, αφού τα καράβια των δυτικών απέφευγαν ή δεν μπορούσαν λόγω απαγορεύσεων και από τις δύο πλευρές να προσεγγίζουν στα Μουσουλμανικά λιμάνια. Οι κατακτήσεις του Πέτρου Α΄ στην Μικρά Ασία διατηρήθηκαν όμως, μόνο μέχρι το 1373, γιατί ο αντιβασιλέας Ιωάννης, αδελφός του Πέτρου Α΄ αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει για να ενισχύσει την άμυνα της Κύπρου εναντίον των Γενουατών. Η κόντρα με τους Γενουάτες υπόβοσκε από χρόνια, όμως μετά από γεγονότα που συνέβησαν κατά την στέψη του γιου του δολοφονηθέντα βασιλιά, αλλά ανήλικου διαδόχου Πέτρου Β΄, το 1372 το κράτος των Λουζινιάν συγκρούεται ξανά με τους Γενουάτες. Η τύχη της Λάρνακας αλλάζει απότομα και ξαφνικά, αφού τώρα καλείται να αντικαταστήσει για τους Λουζινιάν το λιμάνι της Φαμαγκούστα.
Ο Πέτρος Α΄ (1359-1369), πριν ακόμη ανέβει στον θρόνο του πατέρα του Ούγου, αλλά και σαν Βασιλιάς, ταξίδευε τακτικά στην Δύση και δεσμεύτηκε προσωπικά για μια νέα σταυροφορία, αφού η απελευθέρωση των Αγίων Τόπων θα μεγάλωνε το βασίλειο του. Το 1365 τελικά ο Πέτρος τέθηκε επί κεφαλής της Σταυροφορίας εναντίον της Αλεξάνδρειας των Μαμελούκων της Αιγύπτου, η επικράτεια των οποίων έφθανε μέχρι τους Αγίους Τόπους. Επί της Βασιλείας του Πέτρου Α΄ οι αναφορές στις Αλυκές - Κίτιν αυξάνονται ιδιαίτερα αφού ο Βασιλιάς, ο στρατός και ο στόλος, οι ντόπιοι ευγενείς αλλά και ξένες επίσημες αντιπροσωπείες χρησιμοποιούν το λιμάνι των Αλυκών πράγμα που καταγράφηκε από τον χρονογράφο Λεόντιο Μαχαιρά, που έζησε την εποχή αυτή. Ο Πέτρος μετακινήθηκε εκτός Κύπρου από τις Αλυκές για επιθέσεις σε Μουσουλμανικά προπύργια σε διάφορες περιπτώσεις. Στις 12 Ιουλίου 1360 ο Βασιλιάς Πέτρος διατάζει την συγκέντρωση του στόλου και του στρατού του στην Αμμόχωστον για εκστρατεία στην Αττάλεια της Τουρκίας. Από την Αμμόχωστο τα 119 πλοία του στόλου πάνε στις Αλυκές και τους Μύλους όπου φορτώνουν τ’ άλογα και «φαγούραν» (αλεύρι) για τους ανθρώπους και τα άλογα. Φαίνεται ότι στο λιμάνι των αλυκών λειτουργούσε ευκολία για την φόρτωση ζώων στα καράβια, αλλά εδώ μαρτυρείται και η λειτουργία αλευρόμυλου. Έμμεσα λοιπόν εδώ έχουμε την πληροφορία ότι το πανάρχαιο υδραγωγείο της πόλης δυνατόν να βρισκόταν σε λειτουργία και με το νερό του κινείτο ο μύλος ή οι μύλοι οι οποίοι τροφοδότησαν τον στρατό του Πέτρου Α΄ . Η μαρτυρία για την τοποθεσία Μύλοι στις Αλυκές και φορτώματος αλόγων δίνεται επίσης από τον Λεόντιο Μαχαιρά κατά την προετοιμασία και την σύναξη του στόλου της Σταυροφορίας κατά των Αράβων της Αιγύπτου, που έγινε το1365, κατά την επιδρομή στην Μικρά Ασία το επόμενο έτος, καθώς και την επιδρομή εναντίον της Τριπόλεως. Στις Αλυκές έφθασαν και οι αντιπρόσωποι του Σουλτάνου το 1367. Στο Κίτιν, δηλαδή την παραλιακή συνοικία της Λάρνακας όπου το στρατόπεδο (απλίκι) του κάστρου επί της θάλασσας, επέστρεψε ο Πέτρος Α΄ μετά την εκστρατεία του από την Αττάλεια το ίδιο έτος. Όταν ο Πεκίρ Πασάς ανακαίνισε το υδραγωγείο της Λάρνακας το 1746, έκτισε ή επιδιόρθωσε δύο αλευρόμυλος επ’ αυτού. Ένα κοντά στον Άγιο Γεώργιο Μακρή και ένα στην έξοδο του νερού απ’ τα λαγούμια κοντά στην Δρομολαξιά. Αφού ο Μαχαιράς χρησιμοποιεί τον πληθυντικό «Μύλοι», δεν είναι απίθανο να λειτουργούσαν την εποχή του και οι δύο, και έτσι το έργο της ανακαίνισης του υδραγωγείου από τον Μπεκίρ Πασά το 1746-48 να ήταν απλούστατο. Την άποψη αυτή υιοθετούν οι Σοφοκλής Χριστοδουλίδης και Αλέξης Μιχαηλίδης στο βιβλίο τους «Υδατοπρομήθεια Λάρνακας: 4000 χρόνια Ιστορία». Η λειτουργία εξ άλλου του υδραγωγείου Λάρνακας μαρτυρείται και κατά την Ενετική περίοδο στην Λάρνακα.
Ο ιστορικός Θεόδωρος Παπαδόπουλος στο έργο του «Ιστορία της Κύπρου» πιστεύει ότι η επιθετική πολιτική του Πέτρου Α΄ εναντίον των Μαμελούκων δεν επεδίωκε τα εδαφικά οφέλη αλλά εμπορικό κέρδος σε βάρος των λιμανιών των Μαμελούκων που επεκτείνονταν τώρα μέχρι τον Λίβανο καθώς και των άλλων ανταγωνιστών των Κυπριακών λιμανιών. Την περίοδο αυτή το εμπόριο της Αμμοχώστου είχε υποβαθμιστεί σε μεγάλο βαθμό λόγω των απευθείας πλέον συναλλαγών των Δυτικών με τους Μουσουλμάνους λόγω της ειρήνης που επικράτησε. Ο Βασιλιάς πίστευε ότι ένας πόλεμος εναντίον των Μαμελούκων και οι εμπορικές απαγορεύσεις που θα επέβαλε ο Πάπας εναντίον τους θα επαναδραστηριοποιούσε τους μεσίτες της Φαμαγκούστα. Ο πόλεμος με τους Μαμελούκους της Αιγύπτου διάρκεσε μέχρι το 1370 και αναγνωρίσθηκε από τους ιστορικούς σαν μεγάλο λάθος, αφού η μεγαλύτερη απειλή για την Δύση προερχόταν από τους Οθωμανούς Τούρκους που επεκτείνονταν στην Μεσόγειο και την Ανατολική Ευρώπη. Ο Πέτρος αρχικά είχε κάποιες επιτυχίες εναντίον των Τούρκων αλλά αυτές περιορίσθηκαν στην κατάληψη της Αττάλεια και της Κωρίκου στην Μικρά Ασία το 1361, όπου ο Κυπριακός στόλος απέπλευσε για την εκστρατεία από τις Αλυκές, όπως έγινε και για την Σταυροφορία του 1365. Ο Πέτρος Α΄ δολοφονήθηκε το 1369 για λόγους τιμής από ευγενείς της Κύπρου αλλά και για κακή διαχείριση του κράτους και των πόρων του. Σαν παράδειγμα της κακής οικονομικής διαχείρισης του θησαυροφυλακίου κατά την διάρκεια της βασιλείας του Πέτρου Α΄, αναφέρονται από τον Λατίνο χρονογράφο Τζ. Ρίτσαρτ στο έργο του «Η Επανάσταση» οι εκχωρήσεις σε τρίτους των εισοδημάτων του Στέμματος από τις αλυκές Λάρνακας.
Η επιθετική πολιτική του Πέτρου απέφερε πράγματι καρπούς στην Κύπρο, αφού τα καράβια των δυτικών απέφευγαν ή δεν μπορούσαν λόγω απαγορεύσεων και από τις δύο πλευρές να προσεγγίζουν στα Μουσουλμανικά λιμάνια. Οι κατακτήσεις του Πέτρου Α΄ στην Μικρά Ασία διατηρήθηκαν όμως, μόνο μέχρι το 1373, γιατί ο αντιβασιλέας Ιωάννης, αδελφός του Πέτρου Α΄ αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει για να ενισχύσει την άμυνα της Κύπρου εναντίον των Γενουατών. Η κόντρα με τους Γενουάτες υπόβοσκε από χρόνια, όμως μετά από γεγονότα που συνέβησαν κατά την στέψη του γιου του δολοφονηθέντα βασιλιά, αλλά ανήλικου διαδόχου Πέτρου Β΄, το 1372 το κράτος των Λουζινιάν συγκρούεται ξανά με τους Γενουάτες. Η τύχη της Λάρνακας αλλάζει απότομα και ξαφνικά, αφού τώρα καλείται να αντικαταστήσει για τους Λουζινιάν το λιμάνι της Φαμαγκούστα.
1253-1324 Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΩΝ ΑΛΥΚΩΝ
Ο Ερρίκος Α΄ πέθανε σε ηλικία 36 ετών και τον διαδέχθηκε ο ανήλικος γιος του Ούγος Β΄(1253-1267), που πέθανε κι αυτός σε ηλικία 14 χρονών χωρίς να βασιλεύσει ο ίδιος. Τον διαδέχθηκε ο Ούγος Γ΄ (1267-1284), που ήταν εξάδελφος του. Την περίοδο αυτή στην Αίγυπτο και τους Αγίους Τόπους αρχίζει να επικρατεί η νέα Μουσουλμανική δύναμη, οι Μαμελούκοι. Οι τρεις Σταυροφορίες της προηγούμενης περιόδου κράτησαν τις Αλυκές και το Κίτιον στο επίκεντρο των ναυτικών συγκοινωνιών και ανεφοδιασμού της εποχής. Το ανεπιτυχές τέλος τους και ο αποκλεισμός του απευθείας εμπορίου με τους Μουσουλμάνους κατέστησε όμως κατά πρώτο λόγο την Αμμόχωστο ένα κέντρο μεσιτών και διακομιστικού εμπορίου μεγαλώνοντας τον πλούτο της ακόμη περισσότερο. Οι συνθήκες αυτές αναβίωσαν οικονομικά και διοικητικά το κράτος των Λουζινιάν σε μικρό διάστημα μετά τον καταστροφικό πόλεμο των Λογγοβάρδων. Η διοίκηση της Κύπρου επί Λουζινιάν ήταν υποδιαιρεμένη σε 12 διαμερίσματα με πρώτο αυτό της Λευκωσίας με επικεφαλής τον Βισκόντη, ιεραρχικά ανώτερο των 11 Τζιβιτάνων (civitanus), που διοικούσαν τ’ άλλα διαμερίσματα. Το διαμέρισμα των Αλυκών ήταν από τα μικρότερα με 26 χωριά, ανάμεσα τους το παραλιακό Κίτιον (Κίτιν κατά τον Λ. Μαχαιρά), ένα χιλιόμετρο πιο μέσα ο Λάρνακας (κατά τον Γ. Βουστρώνιο) και τα χωριά της ευρύτερης λεκάνης των Αλυκών όπως η Δρομολαξιά, η Αγρίνου (σημερινή συνοικία Αγ. Γεωργίου Μακρή), η Αραδίππου κλπ. Εφαπτόμενο με αυτό των Αλυκών ήταν και το διαμέρισμα του Τζιβιτάνου του Μαζωτού με 40 χωριά.
Η διοίκηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας από τους Λατίνους δημιουργεί δυσκολίες για τους ντόπιους. Η προικοδότηση με πόρους της Λατινικής Εκκλησίας σε βάρος της Ορθοδόξου και των Ελλήνων από τα πρώτα χρόνια της Φραγκοκρατίας την έκανε και πολιτικά παντοδύναμη σ’ όλο το νησί. Οι νέοι θρησκευτικοί αφέντες συρρίκνωσαν τον αριθμό των Ορθοδόξων Επισκοπών από 13 σε μόνο 4, αφού όταν πέθαινε κάποιος Επίσκοπος δεν επέτρεπαν την εκλογή άλλου. Οι 4 Ορθόδοξες εναπομείνασες Επισκοπές Λευκωσίας, Λεμεσού, Αμμοχώστου και Πάφου μετακινήθηκαν σε απομακρυσμένα χωριά. Η Ορθόδοξη Επισκοπή Λεμεσού αυτή την περίοδο είχε ήδη έδρα το χωριό Λεύκαρα στην περιοχή Λάρνακας. Οι ίδιες Λατινικές Επισκοπές είχαν απόλυτο θρησκευτικό έλεγχο στην αστική τους περιοχή, έδειχνα όμως σχετική ανοχή στην ύπαιθρο. Οι Αλυκές και το Κίτιον περιλαμβάνονταν στην περιφέρεια της Λατινικής Αρχιεπισκοπής της Νικοζί (Λευκωσία). Οι δύο Βυζαντινές εκκλησίες της Λάρνακας, βασιλικού αρχιτεκτονικού ρυθμού, που γνωρίζουμε ότι υπήρχαν αυτά τα χρόνια, ο Άγιος Λάζαρος (του10ος αιώνα) στην παραλιακή συνοικία, και ο Άγιος Γεώργιος (Τζαμί Τούζλα κοντά στην σημερινή Μητρόπολη Κιτίου του 11-12 αιώνα) στον Λάρνακαν, μετατρέπονται και οι δύο σε Λατινικές εκκλησίες. Η Εκκλησία μάλιστα του Αγίου Γεωργίου μετονομάσθηκε από τους Φράγκους σε Εκκλησία του Τιμίου Σταυρού, και οι Ορθόδοξοι αναγκάζονται να κτίσουν νέα στην σημερινή θέση. Πάνω από την βόρεια είσοδο του Ναού του Αγίου Λαζάρου σώζεται μέχρι σήμερα ο Σταυρός της Ιερουσαλήμ, που ήταν το έμβλημα της Λατινικής Εκκλησίας της Κύπρου. Η Ορθοδοξία περιορίζεται υπό όρους μόνο σε δευτερεύουσες εκκλησίες στις παρυφές της πόλης, όπου είναι γνωστό ότι υπήρχαν. Τέτοιες εκκλησίες είναι ο Άγιος Γεώργιος ο Κοντός και ο Μακρής, η Χρυσοπολίτισσα, και ο Άγιος Ιωάννης. Παρόμοια μέτρα λήφθηκαν και στις άλλες πόλεις της Κύπρου αλλά στην Λευκωσία και στην Αμμόχωστο κτίζονται μεγαλόπρεπες Λατινικές εκκλησίες στο πρώιμο Γοτθικό ρυθμό. Η ευνοιοκρατία υπέρ της Λατινικής Εκκλησίας, όχι μόνο της Κύπρου αλλά και των επισκοπών ή θρησκευτικών ταγμάτων που έδρευαν στις φραγκικές πόλεις του Λιβάνου-Συρίας, είναι μεγάλη και η προικοδότηση τους με ιδιοκτησίες είναι απεριόριστη. Το χωριό Λιβάδια, για παράδειγμα, κοντά στην Λάρνακα προικοδοτήθηκε από τον Βασιλιά Αιμερύ στην Αρχιεπισκοπή της Τύρου το 1197. Μερικές δεκαετίες αργότερα το χωριό αυτό πωλήθηκε από την Αρχιεπισκοπή Τύρου στην Αρχιεπισκοπή Λευκωσίας.
Η Κωνσταντινούπολη μετά από 57 χρόνια Φραγκικής κατοχής ανακτήθηκε από τους Βυζαντινούς το 1261, αλλά παραμένει απόμακρη στα θέματα της Κύπρου. Στον ευρύτερο Βυζαντινό χώρο οι έλληνες κατάφεραν να καταργήσουν κι άλλα Φραγκικά κράτη, όμως στην Κύπρο η διαδοχή των Λουζινιάν συνεχίζεται παρά τα προβλήματα ανηλικότητας και το Βασίλειο περνά άνοδο και μια πλούσια περίοδο. Το 1270 οργανώνεται η 8η Σταυροφορία πάλιν από τον Βασιλιά της Γαλλίας Άγιο Λουδοβίκο με κύριο στόχο την Τύνιδα. Μέρος των δυνάμεων της πέρασε από την Κύπρο. Για αντιπερισπασμό οι Αιγύπτιοι επιχείρησαν ανεπιτυχή, λόγο των ανέμων, επιδρομή στην Λεμεσό. Όταν σε ηλικία 14 ετών ανεβαίνει στον θρόνο ο Ερρίκος Β΄(1285-1324) το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ και οι Φραγκικές κτίσεις είχαν ήδη συρρικνωθεί σημαντικά από την ορμή των Μαμελούκων. Πρωτεύουσα ήταν η Άκρα και διατηρείτο ακόμη η στενή λωρίδα επί της ακτής μεταξύ των φρουρίων της Τύρου, Τρίπολης, Βηρυτού, Σιδώνας και η Λαοδίκειας. Ο Ερρίκος Β΄ στέφθηκε Βασιλιάς Κύπρου το 1285 στην Λευκωσία, και της Ιερουσαλήμ στην Τύρο τον επόμενο χρόνο. Όμως, γίνεται μάρτυρας στην νέα καταστροφή από τους Μαμελούκους της Αιγύπτου του εναπομείναντος Βασιλείου της Ιερουσαλήμ, και όλων των άλλων Φραγκικών κτίσεων. Το Βασίλειο της Κύπρου και τα νότια λιμάνια της, συμπεριλαμβανομένου των Αλυκών και του Κιτίου δέχονται την μεγάλη κοσμοσυρροή που ακολούθησε και τις μαζικές αφίξεις χριστιανών από τους Αγίους Τόπους μεταξύ 1289-1291, αφού όσοι δεν σφαγιάσθηκαν εκκενώθηκαν από τα Λατινικά καράβια στην Κύπρο. Οι Ιωαννίτες Ιππότες, όπως και τ΄ άλλα Θρησκευτικά Τάγματα αναγκάζονται να μεταφέρουν τώρα την έδρα τους στην Κύπρο.
Η καταστροφή όμως, όλων Φραγκικών κτίσεων ωφέλησε ακόμη περισσότερο τους Λουζινιάν. Η Κύπρος μονοπωλεί το εμπόριο με την Ανατολή και το Βασίλειο συσσωρεύει μεγάλο πλούτο. Η Φαμαγκούστα είναι η κυρίως έδρα του οργανωμένου εμπορίου με αποστολές απ’ όλες τις εμπορικές πόλεις της Ευρώπης, αφού μέσο Κύπρου γίνεται και το εμπόριο με την ενδότερη Ασία. Όμως, τα μεγάλα συμφέροντα προκαλούσαν συνεχώς έριδες αναμεταξύ των Γενουατών και Βενετών εμπόρων και του Βασιλιά που έφθασαν στα άκρα. Το 1292 στα νερά της Κύπρου οι Γενουάτες με 7 καράβια επιτέθηκαν εναντίον 6 καραβιών των Ενετών με αποτέλεσμα τον θάνατο 300 Ενετών. Ο Ερρίκος Β΄ ήταν φιλικότερος προς τους Γενουάτες. Σε αντεκδίκηση οι Ενετοί έστειλαν 25 γαλέρες το 1294, όπου έδεσαν στη Λεμεσό, αποβίβασαν τα πληρώματα και επιτέθηκαν εναντίον των Γενουατών, των οχυρώσεων, των σπιτιών και περιουσιών τους, προκαλώντας τεράστιες καταστροφές. Από την Λεμεσό οι Ενετικές γαλέρες έσπευσαν στις Αλυκές με πρόθεση να κάνουν το ίδιο. Στη Λάρνακα όμως βρισκόταν ο Βασιλιάς Ερρίκος με πολλούς ιππότες που δεν επέτρεψε επανάληψη. Εκεί παράδωσαν στο Βασιλιά επιστολή από τον Δόγη της Βενετίας που του εξηγούσε ότι αποστολή του στόλου ήταν η τιμωρία των Γενουατών. Οι Ενετοί απέπλευσαν αμέσως μετά από τις Σαλίνες για την Αμμόχωστο. Εκεί δεν βρήκαν κανένα Γενουάτη αφού όλοι διέφυγαν για προστασία στην Λευκωσία και δεν επιτέθηκαν. Οι Ενετοί συνέχισαν την τιμωρητική τους αποστολή σε Γενουατικά συμφέροντα στην Μικρά Ασία. Η παρουσία του Βασιλιά στις Σαλίνες κι όχι απευθείας στην σημαντικότερη Αμμόχωστο, μπορεί να ερμηνευθεί με το γεγονός ότι και στις Αλυκές πιθανόν να υπήρχαν Γενουατικά συμφέροντα, αλλά και μεγαλύτερα από την Αμμόχωστο συμφέροντα του κράτους, όπως για παράδειγμα μεγάλης αξίας ποσότητα άλατος, που ο Βασιλιάς έσπευσε για να διασώσει. Οι συγκρούσεις Γενουατών – Ενετών – Στέμματος συνεχίσθηκαν με σοβαρότατες επιπτώσεις στην Κύπρο και το Κράτος των Λουζινιάν.
Η διοίκηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας από τους Λατίνους δημιουργεί δυσκολίες για τους ντόπιους. Η προικοδότηση με πόρους της Λατινικής Εκκλησίας σε βάρος της Ορθοδόξου και των Ελλήνων από τα πρώτα χρόνια της Φραγκοκρατίας την έκανε και πολιτικά παντοδύναμη σ’ όλο το νησί. Οι νέοι θρησκευτικοί αφέντες συρρίκνωσαν τον αριθμό των Ορθοδόξων Επισκοπών από 13 σε μόνο 4, αφού όταν πέθαινε κάποιος Επίσκοπος δεν επέτρεπαν την εκλογή άλλου. Οι 4 Ορθόδοξες εναπομείνασες Επισκοπές Λευκωσίας, Λεμεσού, Αμμοχώστου και Πάφου μετακινήθηκαν σε απομακρυσμένα χωριά. Η Ορθόδοξη Επισκοπή Λεμεσού αυτή την περίοδο είχε ήδη έδρα το χωριό Λεύκαρα στην περιοχή Λάρνακας. Οι ίδιες Λατινικές Επισκοπές είχαν απόλυτο θρησκευτικό έλεγχο στην αστική τους περιοχή, έδειχνα όμως σχετική ανοχή στην ύπαιθρο. Οι Αλυκές και το Κίτιον περιλαμβάνονταν στην περιφέρεια της Λατινικής Αρχιεπισκοπής της Νικοζί (Λευκωσία). Οι δύο Βυζαντινές εκκλησίες της Λάρνακας, βασιλικού αρχιτεκτονικού ρυθμού, που γνωρίζουμε ότι υπήρχαν αυτά τα χρόνια, ο Άγιος Λάζαρος (του10ος αιώνα) στην παραλιακή συνοικία, και ο Άγιος Γεώργιος (Τζαμί Τούζλα κοντά στην σημερινή Μητρόπολη Κιτίου του 11-12 αιώνα) στον Λάρνακαν, μετατρέπονται και οι δύο σε Λατινικές εκκλησίες. Η Εκκλησία μάλιστα του Αγίου Γεωργίου μετονομάσθηκε από τους Φράγκους σε Εκκλησία του Τιμίου Σταυρού, και οι Ορθόδοξοι αναγκάζονται να κτίσουν νέα στην σημερινή θέση. Πάνω από την βόρεια είσοδο του Ναού του Αγίου Λαζάρου σώζεται μέχρι σήμερα ο Σταυρός της Ιερουσαλήμ, που ήταν το έμβλημα της Λατινικής Εκκλησίας της Κύπρου. Η Ορθοδοξία περιορίζεται υπό όρους μόνο σε δευτερεύουσες εκκλησίες στις παρυφές της πόλης, όπου είναι γνωστό ότι υπήρχαν. Τέτοιες εκκλησίες είναι ο Άγιος Γεώργιος ο Κοντός και ο Μακρής, η Χρυσοπολίτισσα, και ο Άγιος Ιωάννης. Παρόμοια μέτρα λήφθηκαν και στις άλλες πόλεις της Κύπρου αλλά στην Λευκωσία και στην Αμμόχωστο κτίζονται μεγαλόπρεπες Λατινικές εκκλησίες στο πρώιμο Γοτθικό ρυθμό. Η ευνοιοκρατία υπέρ της Λατινικής Εκκλησίας, όχι μόνο της Κύπρου αλλά και των επισκοπών ή θρησκευτικών ταγμάτων που έδρευαν στις φραγκικές πόλεις του Λιβάνου-Συρίας, είναι μεγάλη και η προικοδότηση τους με ιδιοκτησίες είναι απεριόριστη. Το χωριό Λιβάδια, για παράδειγμα, κοντά στην Λάρνακα προικοδοτήθηκε από τον Βασιλιά Αιμερύ στην Αρχιεπισκοπή της Τύρου το 1197. Μερικές δεκαετίες αργότερα το χωριό αυτό πωλήθηκε από την Αρχιεπισκοπή Τύρου στην Αρχιεπισκοπή Λευκωσίας.
Η Κωνσταντινούπολη μετά από 57 χρόνια Φραγκικής κατοχής ανακτήθηκε από τους Βυζαντινούς το 1261, αλλά παραμένει απόμακρη στα θέματα της Κύπρου. Στον ευρύτερο Βυζαντινό χώρο οι έλληνες κατάφεραν να καταργήσουν κι άλλα Φραγκικά κράτη, όμως στην Κύπρο η διαδοχή των Λουζινιάν συνεχίζεται παρά τα προβλήματα ανηλικότητας και το Βασίλειο περνά άνοδο και μια πλούσια περίοδο. Το 1270 οργανώνεται η 8η Σταυροφορία πάλιν από τον Βασιλιά της Γαλλίας Άγιο Λουδοβίκο με κύριο στόχο την Τύνιδα. Μέρος των δυνάμεων της πέρασε από την Κύπρο. Για αντιπερισπασμό οι Αιγύπτιοι επιχείρησαν ανεπιτυχή, λόγο των ανέμων, επιδρομή στην Λεμεσό. Όταν σε ηλικία 14 ετών ανεβαίνει στον θρόνο ο Ερρίκος Β΄(1285-1324) το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ και οι Φραγκικές κτίσεις είχαν ήδη συρρικνωθεί σημαντικά από την ορμή των Μαμελούκων. Πρωτεύουσα ήταν η Άκρα και διατηρείτο ακόμη η στενή λωρίδα επί της ακτής μεταξύ των φρουρίων της Τύρου, Τρίπολης, Βηρυτού, Σιδώνας και η Λαοδίκειας. Ο Ερρίκος Β΄ στέφθηκε Βασιλιάς Κύπρου το 1285 στην Λευκωσία, και της Ιερουσαλήμ στην Τύρο τον επόμενο χρόνο. Όμως, γίνεται μάρτυρας στην νέα καταστροφή από τους Μαμελούκους της Αιγύπτου του εναπομείναντος Βασιλείου της Ιερουσαλήμ, και όλων των άλλων Φραγκικών κτίσεων. Το Βασίλειο της Κύπρου και τα νότια λιμάνια της, συμπεριλαμβανομένου των Αλυκών και του Κιτίου δέχονται την μεγάλη κοσμοσυρροή που ακολούθησε και τις μαζικές αφίξεις χριστιανών από τους Αγίους Τόπους μεταξύ 1289-1291, αφού όσοι δεν σφαγιάσθηκαν εκκενώθηκαν από τα Λατινικά καράβια στην Κύπρο. Οι Ιωαννίτες Ιππότες, όπως και τ΄ άλλα Θρησκευτικά Τάγματα αναγκάζονται να μεταφέρουν τώρα την έδρα τους στην Κύπρο.
Η καταστροφή όμως, όλων Φραγκικών κτίσεων ωφέλησε ακόμη περισσότερο τους Λουζινιάν. Η Κύπρος μονοπωλεί το εμπόριο με την Ανατολή και το Βασίλειο συσσωρεύει μεγάλο πλούτο. Η Φαμαγκούστα είναι η κυρίως έδρα του οργανωμένου εμπορίου με αποστολές απ’ όλες τις εμπορικές πόλεις της Ευρώπης, αφού μέσο Κύπρου γίνεται και το εμπόριο με την ενδότερη Ασία. Όμως, τα μεγάλα συμφέροντα προκαλούσαν συνεχώς έριδες αναμεταξύ των Γενουατών και Βενετών εμπόρων και του Βασιλιά που έφθασαν στα άκρα. Το 1292 στα νερά της Κύπρου οι Γενουάτες με 7 καράβια επιτέθηκαν εναντίον 6 καραβιών των Ενετών με αποτέλεσμα τον θάνατο 300 Ενετών. Ο Ερρίκος Β΄ ήταν φιλικότερος προς τους Γενουάτες. Σε αντεκδίκηση οι Ενετοί έστειλαν 25 γαλέρες το 1294, όπου έδεσαν στη Λεμεσό, αποβίβασαν τα πληρώματα και επιτέθηκαν εναντίον των Γενουατών, των οχυρώσεων, των σπιτιών και περιουσιών τους, προκαλώντας τεράστιες καταστροφές. Από την Λεμεσό οι Ενετικές γαλέρες έσπευσαν στις Αλυκές με πρόθεση να κάνουν το ίδιο. Στη Λάρνακα όμως βρισκόταν ο Βασιλιάς Ερρίκος με πολλούς ιππότες που δεν επέτρεψε επανάληψη. Εκεί παράδωσαν στο Βασιλιά επιστολή από τον Δόγη της Βενετίας που του εξηγούσε ότι αποστολή του στόλου ήταν η τιμωρία των Γενουατών. Οι Ενετοί απέπλευσαν αμέσως μετά από τις Σαλίνες για την Αμμόχωστο. Εκεί δεν βρήκαν κανένα Γενουάτη αφού όλοι διέφυγαν για προστασία στην Λευκωσία και δεν επιτέθηκαν. Οι Ενετοί συνέχισαν την τιμωρητική τους αποστολή σε Γενουατικά συμφέροντα στην Μικρά Ασία. Η παρουσία του Βασιλιά στις Σαλίνες κι όχι απευθείας στην σημαντικότερη Αμμόχωστο, μπορεί να ερμηνευθεί με το γεγονός ότι και στις Αλυκές πιθανόν να υπήρχαν Γενουατικά συμφέροντα, αλλά και μεγαλύτερα από την Αμμόχωστο συμφέροντα του κράτους, όπως για παράδειγμα μεγάλης αξίας ποσότητα άλατος, που ο Βασιλιάς έσπευσε για να διασώσει. Οι συγκρούσεις Γενουατών – Ενετών – Στέμματος συνεχίσθηκαν με σοβαρότατες επιπτώσεις στην Κύπρο και το Κράτος των Λουζινιάν.
1205 -1253 ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΩΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ
Στα χρόνια που ακολούθησαν τον Αιμερύ διαδέχθηκε ο ανήλικος γιος του Ούγος Α΄ (1205-1218) και αυτόν ο ανήλικος γιος του Ερρίκος Α΄ (1218-1253). Τον καιρό της ανηλικότητας κυβερνούσαν εκ μέρους τους Αντιβασιλείς. Η οικονομική δραστηριότητα στην «Λ’Αρνικα» η τις «Σαλίνες» αυτή την εποχή περιορίζονται σημαντικά σε σχέση με την Αμμόχωστο η οποία άρχισε να ευνοείται από τους Λουζινιάν που την αναβάθμισαν από κάστρο σε οχυρό. Τα τείχη και η νέα ασφάλεια που προσφέρει στους κατοίκους της αλλά και τα εμπορικά προνόμια που δόθηκαν σε δυτικούς εμπόρους από την Βενετία, την Γένοβα την Πίζα και άλλους, κατέστησαν σταδιακά την Φαμαγκούστα μια από τις πιο εύπορες πόλεις του τότε γνωστού κόσμου. Εύνοιας και προσοχής έτυχε επίσης και η Λευκωσία, που εξελίχθηκε σύντομα σαν πραγματική πρωτεύουσα με νέα δημόσια και άλλα μνημειώδη κτίρια, όπως ο Ναός της Αγίας Σοφίας, που θεμελιώθηκε το 1209. Λόγω μάλιστα αυτών των εξελίξεων παρακμάζει συγκριτικά πλην της Λάρνακας η Πάφος και η Λεμεσός. Οι τρεις αυτές πόλεις αποκτούν αυτή την περίοδο δευτερεύοντες αστικούς και εμπορικούς ρόλους. Το καθεστώς στην Λάρνακα βέβαια είναι κάπως διαφορετικό αλλά μεγάλης σημασίας για το Βασίλειο, όπως θα δούμε, κυρίως λόγω των μεγάλων προσόδων του Στέμματος από το αλάτι.
Κατά την διάρκεια της Βασιλείας του Ούγου Α΄ αναλαμβάνει την 5η Σταυροφορία το 1215 ο αυτοκράτορας της Γερμανίας Φρειδερίκος Β΄ (1212-1250), στην οποία δεν έλαβε μέρος ο ίδιος. Οι στόλοι των Σταυροφόρων πέρασαν από την Κύπρο και πήγαν στην Συρία με ηγέτες τον δούκα της Αυστρίας, τον Βασιλιά Ανδρέα Β΄ της Ουγγαρίας και τον νεαρό Ούγο Α΄ της Κύπρου. Ο Ανδρέας Β΄ αρρωστά και φεύγει. Αρρωστά και ο Ούγος, ο οποίος όμως πεθαίνει στην Τρίπολη του Λιβάνου και θάβεται εκεί σε ηλικία 23 ετών. Μετά από μικρές επιτυχίες η 5η Σταυροφορία αρχίζει να εξασθενεί με αποτέλεσμα η Κύπρος να δεχθεί το 1221 Μουσουλμανική επίθεση η οποία στοίχισε σε θύματα ή αιχμαλώτους 13.000 ανθρώπους. Επίκεντρο της επίθεσης ήταν η Λεμεσός. Οι Σταυροφόροι αναγκάζονται να εκκενώνουν αργότερα την ίδια χρονιά την Δαμιέττη της Αιγύπτου, που είχαν κατακτήσει, και να υπογράψουν συνθήκη ειρήνης με τους Μουσουλμάνους διαρκείας 8 ετών. Το 1222 επιβεβαιώνεται σε σύνοδο της Λατινικής Εκκλησίας στην Αμμόχωστο, που ήταν συνέχεια παρόμοιας στην Λεμεσό το 1220, η καταπιεστική πολιτική που ακολουθούσε έναντι των Ορθοδόξων της Κύπρου. Τα καταπιεστικά μέτρα που υιοθετήθηκαν και άμεσα εφαρμόσθηκαν με πολλή σκληρότητα και από το κράτος των Λουζινιάν, οδήγησαν την Ορθοδοξία της Κύπρου στο περιθώριο. Μερικά από τα μέτρα αυτά θα δούμε πιο κάτω. Τη συνολική εικόνα των σχέσεων Λατίνων – Ορθοδόξων παραθέτει ο Άντρος Παυλίδης στο έργο του «Ιστορία της Νήσου Κύπρου».
Κατά την διάρκεια της αντιβασιλείας του ανήλικου Ερρίκου Α΄ οργανώνεται στην Δύση η 6η Σταυροφορία και σ’ αυτή τίθεται επί κεφαλής ο ίδιος Γερμανός αυτοκράτορας της Αγίας πλέον Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, Φρειδερίκος Β΄ . Το 1228 αποπλέει με μεγάλες δυνάμεις από την Ιταλία καθ’ οδόν προς την Ιερουσαλήμ και σταθμεύει στην Κύπρο. Οι σχέσεις του Φρειδερίκου με τον Αντιβασιλέα της Κύπρου Ιωάννη Ντ’ Ιμπελέν ήταν πολύ άσχημες λόγω των διεκδικήσεων του αυτοκράτορα της Γερμανίας πάνω στην Κύπρο, που την θεωρούσε υποτελή αφού ο πρώτος της Βασιλιάς Αιμερύ Λουζινιάν στέφθηκε με την έγκριση του Γερμανικού Στέμματος. Ο Φρειδερίκος είχε επίσης διεκδικήσεις στο Φέουδο της Βυρητού, που ανήκε στον Αντιβασιλέα Ντ’ Ιμπελέν. Δεν άργησε η εχθρότητα να οδηγήσει σε συμπλοκές. Ο Φρειδερίκος περιόρισε μαζί του τον ανήλικο Βασιλιά Ερρίκο Α΄ και ετοιμάσθηκε να επιτεθεί στον αντιβασιλέα που οχυρώθηκε στα κάστρα του Πενταδάκτυλου. Μετακίνησε τον στόλο του από την Λεμεσό στο Κίτιο, όπου κατέφθασαν οι ενισχύσεις του. Στο Πυρόϊ συναντήθηκε και με τους Ιππότες που έφθασαν από την Αντιόχεια, και βάδισαν όλοι μαζί για να κτυπήσουν τον Αντιβασιλέα, ο οποίος τελικά δέχθηκε συμβιβασμό. Μετά από μια πρόχειρη συμφωνία με τον Ντ΄ Ιμπελέν στην οποία ο αυτοκράτορας του επέβαλε ότι θα φύγει από την Κύπρο και ότι θα είναι αυτός κύριος της νήσου, ο Φρειδερίκος αναχώρησε για την Ιερουσαλήμ. Στην Κύπρο διόρισε δικούς του κηδεμόνες του αιχμάλωτου Ερρίκου Α΄, και για την φύλαξη της Κύπρου άφησε τους μισθοφόρους του που ήταν κυρίως Λογγοβάροι Ο Φρειδερίκος Β΄ κατάφερε άμεσα, τον Φεβρουάριο του 1229 να ελευθερώσει την Ιερουσαλήμ και την Άκρα μετά από συμφωνία με τους Μουσουλμάνους. Νικητής και δικαιωμένος επέστρεψε στην πατρίδα του τον Ιούνιο του ίδιου έτους. Ο Αντιβασιλέας Ιωάννης Ντ’ Ιμπελέν επιστρέφει τώρα ελεύθερα στην Κύπρο τον Ιούλιο του 1229, και με μικρή δύναμη από το Φέουδο του της Βυρητού, και με την βοήθεια και άλλων Κυπρίων ευγενών νικά τους μισθοφόρους του Φρειδερίκου και αποκαθιστά τους Λουζινιάν και τον ανήλικο Βασιλιά Ερρίκο Α΄.
Οι σχέσεις Ορθοδόξων και Λατίνων φθάνουν στο χειρότερο τους σημείο το 1231 όταν ο Λατίνος Αρχιεπίσκοπος καίει τους 13 καλογήρους της Καντάρας για λόγους δογματικής ανυπακοής και έτσι αναγκάζει όλους τους Ορθοδόξους, φαινομενικά τουλάχιστον να υποταχθούν στους Λατίνους. Όμως, οι Γερμανοί του αυτοκράτορα Φρειδερίκου Β΄ ξανάρχονται το 1232, για να επιβληθούν στους Λουζινιάν. Με την είδηση της παρουσίας τους στην περιοχή, ο Αντιβασιλέας Ιωάννης Ντ’ Ιμπελέν και ο ανήλικος Ερρίκος Α΄ στρατοπεδεύουν στο Κίτιον, όπου κήρυξαν συναγερμό και γενική επιστράτευση. Από το Κίτιον είχαν αμεσότερη επαφή με τη Βηρυτό και τις άλλες φιλικές τους κτίσεις από τις οποίες μετάφεραν τις δυνάμεις τους για την άμυνα της Κύπρου. Στον εξοντωτικό ιπποτικό εμφύλιο πόλεμο των Λογγεβάρων (1232-1233), που ακολούθησε και όπου τα θέατρα των μαχών ήταν άλλοτε στην Κύπρο και άλλοτε στην Βηρυτό, η καταστροφή των πόρων του βασιλείου ήταν σχεδόν ολοκληρωτική. Στο τέλος των εχθροπραξιών, που βρήκε νικητές τους Λουζινιάν, οι βαρόνοι και οι ευγενείς της Κύπρου δεν μπορούσαν να καταβάλουν τις φορολογίες τους αλλά ούτε ο Βασιλιάς μπορούσε να πληρώσει τους μισθοφόρους του, τις οφειλές του ή τις άλλες οικονομικές υποχρεώσεις του που δημιουργήθηκαν από την λυσσαλέα σύγκρουση. Το Βασίλειο λοιπόν βρισκόταν στα πρόθυρα οικονομικής κατάρρευσης και διασυρμού με απρόβλεπτες συνέπειες. Η σωτηρία ήλθε από την Λάρνακα και τον Λατίνο Αρχιεπίσκοπο Λευκωσίας, που δάνεισε τον Βασιλιά 24.000 βυζαντινά με αντάλλαγμα την εκχώρηση σ’ αυτόν πρόσοδο 2.000 βυζαντινών ετησίως από τα έσοδα των Αλυκών. Σαν αποτέλεσμα αυτής της σύγκρουσης ο Πάπας απάλλαξε το 1247 τον Ερρίκο Α΄ από τον όρκο υποτελείας έναντι του Γερμανού Αυτοκράτορα και έθεσε το Βασίλειο της Κύπρου υπό την αιγίδα της Αγίας Έδρας.
Το επόμενο έτος 1248 εξελίσσεται πάλι στην Κύπρο και τα λιμάνια της η έβδομη Σταυροφορία. Επικεφαλής της ο Γάλλος Βασιλέας Λουδοβίκος Θ΄, ο οποίος συγκέντρωσε τα στρατεύματα του στην Λεμεσό. Εκεί καταφθάνουν όλοι οι συνεργάτες της Σταυροφορίας η οποία αναγκάζεται να διαχειμάσει στην Κύπρο. Λόγω του επικρατούντος λοιμού οι χιλιάδες των στρατευμάτων σκορπίζονται για λόγους προστασίας σ΄ όλο το νησί. Πολλοί πεθαίνουν ανάμεσα τους και ο Άγιος των Λατίνων Ιωάννης Ντε Μοντφόρτ, το σκήνωμα του οποίου παράμεινε σαν προσκύνημα στη Λευκωσία μέχρι την Οθωμανική κατάληψη το 1571. Ο Λουδοβίκος μαζί με τους άλλους ηγέτες της Σταυροφορίας, συμπεριλαμβανομένου και του Ερρίκου Α΄ αποπλέουν για την Δαμιέττα της Αιγύπτου τον Μάιο του 1249, την οποία κατάλαβαν άμεσα. Μετά από αυτή την επιτυχία ο Ερρίκος Α΄ της Κύπρου επιστρέφει ενώ στις 6 Απριλίου του 1250 οι Σταυροφόροι του Λουδοβίκου, που ανακηρύχθηκε σε Άγιο, ηττώνται και συλλαμβάνονται. Ο ίδιος ο Λουδοβίκος ήταν στο Λατινικό Φρούριο της Άκρα και διέφυγε την σύλληψη από τους Μαμελούκους της Αιγύπτου, οι οποίοι κατέλαβαν την Αρχή της Μουσουλμανικής αυτής χώρας εκείνη την χρονιά.
Κατά την διάρκεια της Βασιλείας του Ούγου Α΄ αναλαμβάνει την 5η Σταυροφορία το 1215 ο αυτοκράτορας της Γερμανίας Φρειδερίκος Β΄ (1212-1250), στην οποία δεν έλαβε μέρος ο ίδιος. Οι στόλοι των Σταυροφόρων πέρασαν από την Κύπρο και πήγαν στην Συρία με ηγέτες τον δούκα της Αυστρίας, τον Βασιλιά Ανδρέα Β΄ της Ουγγαρίας και τον νεαρό Ούγο Α΄ της Κύπρου. Ο Ανδρέας Β΄ αρρωστά και φεύγει. Αρρωστά και ο Ούγος, ο οποίος όμως πεθαίνει στην Τρίπολη του Λιβάνου και θάβεται εκεί σε ηλικία 23 ετών. Μετά από μικρές επιτυχίες η 5η Σταυροφορία αρχίζει να εξασθενεί με αποτέλεσμα η Κύπρος να δεχθεί το 1221 Μουσουλμανική επίθεση η οποία στοίχισε σε θύματα ή αιχμαλώτους 13.000 ανθρώπους. Επίκεντρο της επίθεσης ήταν η Λεμεσός. Οι Σταυροφόροι αναγκάζονται να εκκενώνουν αργότερα την ίδια χρονιά την Δαμιέττη της Αιγύπτου, που είχαν κατακτήσει, και να υπογράψουν συνθήκη ειρήνης με τους Μουσουλμάνους διαρκείας 8 ετών. Το 1222 επιβεβαιώνεται σε σύνοδο της Λατινικής Εκκλησίας στην Αμμόχωστο, που ήταν συνέχεια παρόμοιας στην Λεμεσό το 1220, η καταπιεστική πολιτική που ακολουθούσε έναντι των Ορθοδόξων της Κύπρου. Τα καταπιεστικά μέτρα που υιοθετήθηκαν και άμεσα εφαρμόσθηκαν με πολλή σκληρότητα και από το κράτος των Λουζινιάν, οδήγησαν την Ορθοδοξία της Κύπρου στο περιθώριο. Μερικά από τα μέτρα αυτά θα δούμε πιο κάτω. Τη συνολική εικόνα των σχέσεων Λατίνων – Ορθοδόξων παραθέτει ο Άντρος Παυλίδης στο έργο του «Ιστορία της Νήσου Κύπρου».
Κατά την διάρκεια της αντιβασιλείας του ανήλικου Ερρίκου Α΄ οργανώνεται στην Δύση η 6η Σταυροφορία και σ’ αυτή τίθεται επί κεφαλής ο ίδιος Γερμανός αυτοκράτορας της Αγίας πλέον Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, Φρειδερίκος Β΄ . Το 1228 αποπλέει με μεγάλες δυνάμεις από την Ιταλία καθ’ οδόν προς την Ιερουσαλήμ και σταθμεύει στην Κύπρο. Οι σχέσεις του Φρειδερίκου με τον Αντιβασιλέα της Κύπρου Ιωάννη Ντ’ Ιμπελέν ήταν πολύ άσχημες λόγω των διεκδικήσεων του αυτοκράτορα της Γερμανίας πάνω στην Κύπρο, που την θεωρούσε υποτελή αφού ο πρώτος της Βασιλιάς Αιμερύ Λουζινιάν στέφθηκε με την έγκριση του Γερμανικού Στέμματος. Ο Φρειδερίκος είχε επίσης διεκδικήσεις στο Φέουδο της Βυρητού, που ανήκε στον Αντιβασιλέα Ντ’ Ιμπελέν. Δεν άργησε η εχθρότητα να οδηγήσει σε συμπλοκές. Ο Φρειδερίκος περιόρισε μαζί του τον ανήλικο Βασιλιά Ερρίκο Α΄ και ετοιμάσθηκε να επιτεθεί στον αντιβασιλέα που οχυρώθηκε στα κάστρα του Πενταδάκτυλου. Μετακίνησε τον στόλο του από την Λεμεσό στο Κίτιο, όπου κατέφθασαν οι ενισχύσεις του. Στο Πυρόϊ συναντήθηκε και με τους Ιππότες που έφθασαν από την Αντιόχεια, και βάδισαν όλοι μαζί για να κτυπήσουν τον Αντιβασιλέα, ο οποίος τελικά δέχθηκε συμβιβασμό. Μετά από μια πρόχειρη συμφωνία με τον Ντ΄ Ιμπελέν στην οποία ο αυτοκράτορας του επέβαλε ότι θα φύγει από την Κύπρο και ότι θα είναι αυτός κύριος της νήσου, ο Φρειδερίκος αναχώρησε για την Ιερουσαλήμ. Στην Κύπρο διόρισε δικούς του κηδεμόνες του αιχμάλωτου Ερρίκου Α΄, και για την φύλαξη της Κύπρου άφησε τους μισθοφόρους του που ήταν κυρίως Λογγοβάροι Ο Φρειδερίκος Β΄ κατάφερε άμεσα, τον Φεβρουάριο του 1229 να ελευθερώσει την Ιερουσαλήμ και την Άκρα μετά από συμφωνία με τους Μουσουλμάνους. Νικητής και δικαιωμένος επέστρεψε στην πατρίδα του τον Ιούνιο του ίδιου έτους. Ο Αντιβασιλέας Ιωάννης Ντ’ Ιμπελέν επιστρέφει τώρα ελεύθερα στην Κύπρο τον Ιούλιο του 1229, και με μικρή δύναμη από το Φέουδο του της Βυρητού, και με την βοήθεια και άλλων Κυπρίων ευγενών νικά τους μισθοφόρους του Φρειδερίκου και αποκαθιστά τους Λουζινιάν και τον ανήλικο Βασιλιά Ερρίκο Α΄.
Οι σχέσεις Ορθοδόξων και Λατίνων φθάνουν στο χειρότερο τους σημείο το 1231 όταν ο Λατίνος Αρχιεπίσκοπος καίει τους 13 καλογήρους της Καντάρας για λόγους δογματικής ανυπακοής και έτσι αναγκάζει όλους τους Ορθοδόξους, φαινομενικά τουλάχιστον να υποταχθούν στους Λατίνους. Όμως, οι Γερμανοί του αυτοκράτορα Φρειδερίκου Β΄ ξανάρχονται το 1232, για να επιβληθούν στους Λουζινιάν. Με την είδηση της παρουσίας τους στην περιοχή, ο Αντιβασιλέας Ιωάννης Ντ’ Ιμπελέν και ο ανήλικος Ερρίκος Α΄ στρατοπεδεύουν στο Κίτιον, όπου κήρυξαν συναγερμό και γενική επιστράτευση. Από το Κίτιον είχαν αμεσότερη επαφή με τη Βηρυτό και τις άλλες φιλικές τους κτίσεις από τις οποίες μετάφεραν τις δυνάμεις τους για την άμυνα της Κύπρου. Στον εξοντωτικό ιπποτικό εμφύλιο πόλεμο των Λογγεβάρων (1232-1233), που ακολούθησε και όπου τα θέατρα των μαχών ήταν άλλοτε στην Κύπρο και άλλοτε στην Βηρυτό, η καταστροφή των πόρων του βασιλείου ήταν σχεδόν ολοκληρωτική. Στο τέλος των εχθροπραξιών, που βρήκε νικητές τους Λουζινιάν, οι βαρόνοι και οι ευγενείς της Κύπρου δεν μπορούσαν να καταβάλουν τις φορολογίες τους αλλά ούτε ο Βασιλιάς μπορούσε να πληρώσει τους μισθοφόρους του, τις οφειλές του ή τις άλλες οικονομικές υποχρεώσεις του που δημιουργήθηκαν από την λυσσαλέα σύγκρουση. Το Βασίλειο λοιπόν βρισκόταν στα πρόθυρα οικονομικής κατάρρευσης και διασυρμού με απρόβλεπτες συνέπειες. Η σωτηρία ήλθε από την Λάρνακα και τον Λατίνο Αρχιεπίσκοπο Λευκωσίας, που δάνεισε τον Βασιλιά 24.000 βυζαντινά με αντάλλαγμα την εκχώρηση σ’ αυτόν πρόσοδο 2.000 βυζαντινών ετησίως από τα έσοδα των Αλυκών. Σαν αποτέλεσμα αυτής της σύγκρουσης ο Πάπας απάλλαξε το 1247 τον Ερρίκο Α΄ από τον όρκο υποτελείας έναντι του Γερμανού Αυτοκράτορα και έθεσε το Βασίλειο της Κύπρου υπό την αιγίδα της Αγίας Έδρας.
Το επόμενο έτος 1248 εξελίσσεται πάλι στην Κύπρο και τα λιμάνια της η έβδομη Σταυροφορία. Επικεφαλής της ο Γάλλος Βασιλέας Λουδοβίκος Θ΄, ο οποίος συγκέντρωσε τα στρατεύματα του στην Λεμεσό. Εκεί καταφθάνουν όλοι οι συνεργάτες της Σταυροφορίας η οποία αναγκάζεται να διαχειμάσει στην Κύπρο. Λόγω του επικρατούντος λοιμού οι χιλιάδες των στρατευμάτων σκορπίζονται για λόγους προστασίας σ΄ όλο το νησί. Πολλοί πεθαίνουν ανάμεσα τους και ο Άγιος των Λατίνων Ιωάννης Ντε Μοντφόρτ, το σκήνωμα του οποίου παράμεινε σαν προσκύνημα στη Λευκωσία μέχρι την Οθωμανική κατάληψη το 1571. Ο Λουδοβίκος μαζί με τους άλλους ηγέτες της Σταυροφορίας, συμπεριλαμβανομένου και του Ερρίκου Α΄ αποπλέουν για την Δαμιέττα της Αιγύπτου τον Μάιο του 1249, την οποία κατάλαβαν άμεσα. Μετά από αυτή την επιτυχία ο Ερρίκος Α΄ της Κύπρου επιστρέφει ενώ στις 6 Απριλίου του 1250 οι Σταυροφόροι του Λουδοβίκου, που ανακηρύχθηκε σε Άγιο, ηττώνται και συλλαμβάνονται. Ο ίδιος ο Λουδοβίκος ήταν στο Λατινικό Φρούριο της Άκρα και διέφυγε την σύλληψη από τους Μαμελούκους της Αιγύπτου, οι οποίοι κατέλαβαν την Αρχή της Μουσουλμανικής αυτής χώρας εκείνη την χρονιά.
Subscribe to:
Posts (Atom)